Γιάννης Μεϊμάρογλου
Τα πράγματα, όπως γίνεται πάντα, πήραν το δρόμο τους: η εικονική πραγματικότητα παραχώρησε τη θέση της στην ανελέητη καθημερινότητα. Η «επανίδρυση του κράτους» επέφερε τη διάλυση του κράτους και την κατάρρευση του κόμματος που την είχε εξαγγείλει. Η «ήπια προσαρμογή» οδήγησε στη βίαιη προσαρμογή που μας επέβαλε η τρόικα. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αιφνιδιασμένη και απροετοίμαστη να αντιμετωπίσει τις πρωτοφανείς δυσκολίες, σηκώνει σήμερα το βάρος – και εισπράττει το πολιτικό κόστος – της αδιέξοδης κατάστασης που, εν πολλοίς, κληρονόμησε. Κακά τα ψέματα! Τα περισσότερα ίσως από τα μέτρα που πάρθηκαν ήταν αναγκαία και έπρεπε να είχαν παρθεί από καιρό. Αλλιώς όμως είναι να παίρνει τα μέτρα η κυβέρνηση της χώρας, με βάση ένα σχέδιο που θα τα συνδυάζει με την υποστήριξη της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής ανάπτυξης του τόπου κι αλλιώς όταν επιβάλλονται από διεθνείς επιτηρητές
Εικόνα για σύνδεση στην ιστοσελίδα μας.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ BLOG
|
ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΝΕΟΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ
Γιώργος Σιακαντάρης,
«Φέρτε πίσω τα κλεμμένα» ήταν το μόνιμο σούπερ στην πρωινάδικη εκπομπή του Γ. Παπαδάκη. Σύνθημα που συνοψίζει όλο τον παραλογισμό και την υποκρισία του σημερινού κοινωνικού και πολιτικού σκηνικού στη χώρα μας. Ολόκληρες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές που οδήγησαν τη χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, επιδιώκεται να ερμηνευθούν μέσα από μια ανθρωποφαγική λογική που ζητά «να μπουν όλοι φυλακή», να μηδενισθεί η γενιά του Πολυτεχνείου, να ακυρωθεί τελικά όλη η μεταπολίτευση που οδήγησε τη χώρα στην έξοδο από τον κοινωνικό και πολιτικό αυταρχισμό. Η μεταπολίτευση, σίγουρα έχει εξαντληθεί ως μοντέλο, αλλά απ’ αυτή τη διαπίστωση μέχρι το σημείο να θεωρείται αυτή η περίοδος ως η χειρότερη περίοδος της ελληνικής ιστορίας, η απόσταση είναι τόσο μεγάλη, όσο από τον αυταρχισμό και τη δικτατορία ως τη δημοκρατία.
Σήμερα, οι υπεύθυνοι για την κατάντια της χώρας, που είναι ο λαϊκισμός, η υπεραπλούστευση, ο ψευδοαριστερισμός, η ψευδοκοινωνικότητα, με όχημα την πάταξη της διαφθοράς, επιδιώκουν να μηδενίσουν την ίδια την πολιτική. Αυτοί που με τον λαϊκισμό τους δημιούργησαν ένα κοινωνικό κράτος παροχών και όχι ένα κοινωνικό κράτος ασφαλών και ποιοτικών υπηρεσιών στην παιδεία, την υγεία, την ασφάλιση, ένα κράτος που ο πολίτης έπαιρνε επιδόματα για να τα δίνει σε φακελάκια, φροντιστήρια, διάφορες εκδουλεύσεις, αυτοί οι σταυροφόροι της πολιτικής συναλλαγής μεταξύ υποψηφίων βουλευτών και ψηφοφόρων, συναλλαγή που φυσικά είναι διαφθορά, σήμερα λοιπόν κράζουν κατά των πολιτικών. Αυτοί στρέφουν τα πυρά τους κατά της πολιτικής που οι ίδιοι με τις αντιδράσεις τους (ασφαλιστικό Γιαννίτση) επέβαλλαν, της πολιτικής που έθρεψε και θράφηκε από τη διαφθορά. Αλλά, προσοχή. Φαίνεται πως κράζουν κατά των πολιτικών, στην ουσία όμως κράζουν κατά της πολιτικής, ως το χώρο εντός του οποίου γενικεύονται και διευθετούνται διαφορετικά συμφέροντα.
Η πολιτική οφείλει να έχει τη δική της ηθική. Μια ηθική όμως που θα καθορίζεται από τις επιταγές του νόμου και όχι από εσωτερικευμένες επιταγές και προσωπικά κίνητρα. Ο λαϊκισμός που γέννησε το κράτος παροχών σε συνδυασμό με αδύναμες κοινωνικές υπηρεσίες, κατάσταση που γεννά τη διαφθορά, σήμερα σηκώνει το χέρι για να χτυπήσει το παιδί του, το κράτος χρηματικών μεταβιβάσεων και ιδιωτικών υπηρεσιών. Μερικοί μάλιστα που θεωρούν πως το να υποστηρίζεις τις κοινωνικές παροχές αντί της ανάπτυξης των κοινωνικών υπηρεσιών, δεν φαντάζονται πως αυτό ακριβώς είναι και ο πυρήνας του νεοφιλελευθερισμού. Η υποστήριξη δηλαδή μιας οποιασδήποτε οικονομικής χρηματικής ενίσχυσης στον κάθε πολίτη, την οποία θα ανταλλάσσει στην ελεύθερη αγορά των ιδιωτικών υπηρεσιών. Αυτοί λοιπόν, δεν φαντάζονται πόσο το περίφημο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα είναι πολιτική του Φρίντμαν και όχι του Κέινς. Τελικά, το «φέρτε όλα τα κλεμμένα», δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια να επιστρέψουμε σε προνεωτερικές εποχές, στις οποίες η πολιτική δεν ήταν μια αυτόνομη σφαίρα, αλλά μια κοινωνική δραστηριότητα στην οποία τα κοινωνικά σύνολα και ομάδες, υπάγονταν στην κυριαρχία οποιασδήποτε αυθεντίας.
Η με πρόσχημα τη διαφθορά επίθεση κατά της πολιτικής, γίνεται σ’ ένα συγκεκριμένο και σκόπιμα συσκοτισμένο ερμηνευτικό και πραγματολογικό επίπεδο. Η επίθεση αυτή, ξεκινά μεν από την παρατήρηση πραγματικών στοιχείων, διαστρέφει όμως τη σημασία τους και υποτιμά τον ιστορικό τους χαρακτήρα. Βεβαίως, όπως ανέφερα προηγουμένως, υποτιμά επίσης το γεγονός ότι ο ίδιος ο λαϊκισμός έθρεψε τη διαφθορά.
Ο μη προβλέψιμος χαρακτήρας των πολιτικών πράξεων, απαγορεύει εξίσου τον κοινωνικό και τον ηθικό ντετερμινισμό. Η πολιτική οφείλει να έχει τη δική της ηθική. Μια ηθική όμως που θα καθορίζεται από τις επιταγές του νόμου και όχι από εσωτερικευμένες επιταγές και προσωπικά κίνητρα. Κριτήριο αξιολόγησης της ηθικής τής πολιτικής, είναι η εφαρμογή του δικαίου και η αποτελεσματική επιδίωξη του κοινού αγαθού και όχι τα προσωπικά κίνητρα. Η πολιτική, επομένως, είναι ηθική όταν εφαρμόζει τις πολιτειακές κανονιστικές διατάξεις και όχι αυτές του οποιουδήποτε κοσμικού (ΜΜΕ) ή υπερβατικού (εκκλησία) ιερατείου. Το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται η πολιτική, επιβάλλει τη χρήση των διχοτομιών δίκαιο-άδικο, αποτελεσματικό- αναποτελεσματικό και όχι της διχοτομίας καλό-κακό. Η πολιτική έχει ένα δικό της «ακάθαρτο» ήθος, όχι επειδή υπάρχει μια εγγενής ανηθικότητα στην πολιτική δράση, αλλά γιατί το περιβάλλον στο οποίο αυτή αναπτύσσεται είναι ο κοσμικός χώρος της διαμεσολάβησης που εμπεριέχει το ιδιοτελές συμφέρον, τη συμπαρομαρτούσα διαφθορά και κυρίως την τραγική ελευθερία της επιλογής των αξιών.
Η διαφθορά και το αργυρώνητο της συμπεριφοράς κάποιων πολιτικών, δεν πρέπει να χρησιμεύουν ως άλλοθι για την αποκαθήλωση της πολιτικής δράσης. Η υποκατάσταση της πολιτικής από την ηθική, εγκυμονεί κινδύνους αμφισβήτησης όχι μόνο των πολιτικών, αλλά και της πολιτικής αυτής καθαυτής. Κάθε πολιτική έχει τη δική της ηθική και αυτό που χρειάζεται είναι να αποφύγουμε να υπαγάγουμε την πολιτική στη σφαίρα των κινήτρων, αντί σ’ αυτήν του νόμου, καθώς και να προσπαθήσουμε να επιβάλλουμε την ηθική με πολιτικά μέσα. Η πολιτική καλείται να ακολουθήσει το δρόμο της ηθικής τής ευθύνης, που αντιμετωπίζει τις πιθανές συνέπειες των αποφάσεών της και όχι το δρόμο της ηθικής τής πεποίθησης, η οποία υπακούει μόνο στο καθήκον και διέπεται από τον αυταρχισμό της επιδίωξης εφαρμογής κάποιων αξιών ανεξαρτήτως συνεπειών. Η ηθική της ευθύνης, μας προσκαλεί να ακολουθήσουμε εκείνο το δρόμο που παίρνει υπόψη του τα κοινά ανθρώπινα ελαττώματα και αδυναμίες, το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Αυτό που ζούμε σήμερα στο δήθεν μέτωπο κατά της διαφθοράς, δεν είναι τίποτε άλλο από μια επίθεση της νεοσυντηρητικής ιδεολογίας, η οποία επιδιώκει να υποκαταστήσει την ηθική που προσιδιάζει στην πολιτική, με ηθικές επιταγές που εκπορεύονται έξω από το πολιτικό πεδίο και οι οποίες απαξιώνουν την προσωπική ανεξαρτησία και αυτονομία του ατόμου. Αυτή η ιδεολογία στο όνομα της πάλης κατά της διαφθοράς και με όπλο της έναν ηθικό ακτιβισμό, επιχειρεί όχι μόνο να απλοποιήσει την πολυπλοκότητα του νεωτερικού και καπιταλιστικού κόσμου, αλλά και να τεθεί επικεφαλής της «κάθαρσης» του κόσμου από τις αξίες της νεωτερικότητας. Αυτός ο ηθικός ακτιβισμός (μια υπέροχη κριτική του ηθικού ακτιβισμού υπάρχει στο δοκίμιο της Μιριάμ Ρεβό ντ’ Αλόν «Πρέπει η πολιτική να γίνει ηθική;» από τις εκδόσεις «Εστία» σε μετάφραση του Νίκου Ζαρταμόπουλου), ερμηνεύει τη διαφθορά ως άθροισμα προσωπικών κινήτρων και στάσεων και όχι ως παραβίαση της νομιμότητας στο πλαίσιο μιας δύσκολης πραγματικότητας. Μιας νεωτερικής πραγματικότητας, όπου, όπως τονίζει ο Μαξ Σέλερ, συγκρούονται κάποιες υψηλού βαθμού θετικές αξίες με άλλες, κατώτερες, ή τουλάχιστον ίσες. Στον νεωτερικό κόσμο, είναι η σύγκρουση των αξιών που διαμορφώνει την τραγικότητα της ανθρώπινης ζωής.
Η νεοσυντηρητική ιδεολογία μετατρέπει αυτή τη σύγκρουση σε καρικατούρα, μέσα από κατηγοριοποιήσεις του τύπου «έντιμοι» κατά «νταβατζήδων», «πιστοί με ταυτότητα» κατά «άθεων χωρίς ταυτότητα», «πατριώτες» κατά «προδοτών της ελληνικότητας» κ.ά. Η υποβάθμιση του φορτίου αμφισημίας που κουβαλάει η ανθρώπινη κατάσταση, οδηγεί σε λογικές «αρχαγγέλων της κάθαρσης». Όπου όμως υπάρχουν αρχάγγελοι, εκεί δεν χρειάζονται οι πολιτικοί. Η τραγωδία του ελληνικού τηλεοπτικού πεδίου δείχνει πως στον κόσμο των αρχαγγέλων, δεν υπάρχουν κοινωνικές διαφορές και ανισότητες. Υπάρχει μόνο η υποταγή στους τηλε-εισαγγελείς και στην άμορφη μάζα που διψά να μπουν όλοι στη φυλακή. Η μεγάλη επιστροφή του πολέμου όλων κατά όλων.
Ο πνευματικός κόσμος καλείται να κατανοήσει πως η αντίδραση κατά της λογικής τού «όλοι είναι διεφθαρμένοι» και της μετατροπής της πολιτικής σε ηθική καρικατούρα, δεν είναι μόνο υποχρέωσή του, αλλά και όρος επιβίωσής του.
Δημήτρης Καλουδιώτης,
Παρακολουθώντας τις αναλύσεις για την κρίση που διαπερνάει τον αναπτυγμένο κόσμο χάνεται κανείς στο πλήθος των τεχνικών αλληλοσυγκρουόμενων προτάσεων. Λείπουν οι πειστικές αφηγήσεις για συγκεκριμένα πολιτικά βήματα. Αυτή η έλλειψη αφήνει έδαφος για διαρκείς καταστροφολογικές (μηδενιστικές) αφηγήσεις. Το πάζλ συμπληρώνεται με τις «τιμωρητικές» απειλές της Μέρκελ που δεν είναι παρά μια αντεστραμμένη επίσης θρησκευτική αντίληψη. Μόνη ελπίδα είναι οι δύσκολες προσπάθειες του Ομπάμα να επαναφέρει την πολιτική ως εργαλείο επίλυσης σοβαρών και συγκεκριμένων προβλημάτων .
Ο αποκαλυπτικός λόγος είναι πολύ περισσότερο κυρίαρχος στην Ελλάδα .Το κλίμα διευκολύνεται άλλωστε από την έλλειψη συνεκτικότητας του λόγου και των πράξεων της κυβέρνησης. Πληθαίνουν οι συστάσεις παράδοσης της χώρας. Από την αναδιάρθρωση του χρέους έως την στάση πληρωμών. Οι πολιτικές και συνδικαλιστικές ελίτ όταν δεν καταγγέλλουν την κυβέρνηση αναφέρονται σε γενικόλογες «ανατροπές» με μια προϋπόθεση: να μην αλλάξει τίποτα . Αυτό το γεγονός φαίνεται να συνιστά μια πρωτοφανή ελληνική παραδοξότητα Καταγγελτικός λόγος, «αποκαλυπτικού» τύπου προτάσεις για το απώτερο μέλλον , απόλυτη στασιμότητα για το παρόν.
Το τοπίο της στασιμότητας.
Στον αστερισμό της στασιμότητας οδήγησε τη Νέα Δημοκρατία ο Αντώνης Σαμαράς και μάλιστα εν Συνεδρίω. Ο κ. Σαμαράς υπόσχεται πολλές νέες γενικότερες αλλαγές όπως νέα μεταπολίτευση και άλλα τέτοια και καταλήγει στην τελική του πρόταση. «Απαλλαγή από το μνημόνιο» χωρίς φυσικά να μας λέει που θα επιστρέψουμε. Ο κ Σαμαράς καμώνεται πως αγνοεί ότι το μνημόνιο είναι η μόνη συγκροτημένη πρόταση για μια λιγότερο σπάταλη αναδιάρθρωση του χρεοκοπημένου (με την μεγαλύτερη ευθύνη να ανήκει στην παράταξή του) του «ευρύτατου» δημόσιου τομέα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι είναι έτοιμος να καταψηφίσει και το σημαντικότερο κλειδί το ασφαλιστικό γιατί άλλωστε όπως και το σύμφωνο σταθερότητας έτσι κι αλλιώς θα το υπερψήφιζε η κυβέρνηση. Αυτή την πρωτοφανή άποψη δεν την επιχειρηματολογεί μόνο ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ (ανεξάρτητος τώρα) Οικονόμου.
Καταγγελτικός λόγος, «αποκαλυπτικού» τύπου προτάσεις για το απώτερο μέλλον , απόλυτη στασιμότητα για το παρόν. Ο λόγος του Αντώνη Σαμαρά διέπεται από την ίδια παραδοξότητα με αυτήν που χρόνια διακονεί το ΚΚΕ. Σωτηριολογικές προβολές για το απώτερο μέλλον, απόλυτη ακινησία για το παρόν. Η συμβολική του λόγου του βρίθει από κούφιες αγωνιστικότητες και αντιστάσεις που χαρακτηρίζουν το λόγο των κατεστημένων Αριστερών κομμάτων. Στα σημερινά δεδομένα της χώρας είναι ο λαϊκισμός της απραξίας. Για ένα υποτίθεται μεγάλο κόμμα είναι η παραίτηση από την ανάληψη ευθυνών. Άλλωστε αυτή τη στάση την οργάνωσε σε πολιτική συμπεριφορά ο Κ. Καραμανλής.
Αντιστικτικά ο φίλος Φώτης Κουβέλης στην, σε πολλά σημεία, ενθαρρυντική ιδρυτική, ομιλία του νέου φορέα της Δημοκρατικής Αριστεράς, δεν απέφυγε τις παθογένειες του χώρου από τον οποίο επί τέλους αποχώρησε. Σκιαμάχησε με ένα ζωντανό νεκρό το νεοφιλελευθερισμό (πως συμβιβάζεται η απόλυτη κρατικοποίηση της κοινωνίας μας με την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού είναι άλλο ελληνικό παράδοξο). Και έσπευσε κι αυτός να δηλώσει την αποδοχή της ρητορικής του συνδικαλιστικού κατεστημένου.
Ο λαϊκισμός της απραξίας.
Το φαινόμενο αυτό στην ελληνική του εκδοχή έχει την εξήγησή του. Υπάρχει ένα εκτεταμένο κοινωνικό στάτους των «εντός του συστήματος» του ευρύτατου δημόσιου τομέα (το ευρύτατος αναφέρεται και στον κρατικοδίαιτο ιδιωτικό τομέα και όχι μόνο στον ευρύτερο δημόσιο δηλαδή της ΔΕΚΟ) το οποίο βολευόταν ως τώρα. Μόνο που η ακινησία οδήγησε στην μη λειτουργία του συστήματος, είναι απαγορευτικά σπάταλη και συνοδεύεται από τον «εκδημοκρατισμό» της διαφθοράς. Σ αυτή την ακινησία αναπαράγεται το πολιτικό σύστημα και ο ευρύτερος λόγος της απραξίας που επικουρείται και από τον βραχίονα των ΜΜΕ. Ένα κλειστό σύστημα σε πρωτοφανή κρίση.
Αλλά αυτό το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Έχει βαθμιαία δημιουργηθεί στα χρόνια της επέκτασης της παγκοσμιοποίησης (περίπου 1985- 2005)μια εκτεταμένη ευημερούσα συμμαχία «εντός του συστήματος» που συνιστά την συντριπτική πλειοψηφία των κοινωνιών μας (με ποσοστά της τάξης του 80%).
Παρά το θόρυβο, έχουν διαμορφωθεί ισορροπίες ακινησίας. Το ζούμε τελευταία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα προβλήματα ανέκυψαν πρώτα στο πολιτικό πεδίο με την κρίση της σοσιαλδημοκρατίας. Στη συνέχεια ως αδυναμία ενσωμάτωσης των νεότερων γενεών και των μεταναστών. Μετά ήρθε ο καθοδικός οικονομικός κύκλος, το μοντέλο αναπαραγωγής έγινε ακριβό και αντί να προάγει την κοινωνική κινητικότητα ενισχύει τις ανισότητες και τη διαφθορά.
Με την εκδήλωση της παγκόσμιας πια κρίσης τα αδιέξοδα γενικεύτηκαν. Οι μεν των πιο ευνοημένων στρωμάτων επιλέγουν εφήμερες τιμωρητικές λογικές που δεν έχουν καμιά σχέση με τον νεοφιλελευθερισμό στην ακμή του. Οι δε των κατώτερων αλλά εντός του συστήματος προβάλλουν το δίπολο: σωτηριολογικές αφηγήσεις για το απώτερο μέλλον και άρνηση αλλαγών στα παρόντα. Συνολικά, παρά το θόρυβο, έχουν διαμορφωθεί ισορροπίες ακινησίας. Το ζούμε τελευταία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Φυσικά και οι διέξοδοι θα προκύψουν - η κρίση θα διαρκέσει -από την εμμένουσα δημοκρατική δομή των κοινωνιών μας. Δεν διαφαίνεται, όπως μεταπολεμικά συνέβαινε, κανένα καταλυτικό κίνημα νεολαίας το οποίο, με την ορμή του, θα τροφοδοτήσει ριζικές αλλαγές. Άλλωστε η δημογραφική πραγματικότητα ευνοεί τις μεγάλες ηλικίες...
Από αυτή τη άποψη μιλώντας για τα δικά μας, κινήσεις επανακαθορισμού της πολιτικής σκηνής όταν συνοδεύονται με απόψεις μιας νέας συγκεκριμένης αφήγησης αλλά και πρακτικές ανάληψης ευθύνης για διέξοδο στη χώρα μας, είναι ενθαρρυντικές. Μπορεί να αποδειχθούν κρίσιμα χρήσιμες.
Οι ευρύτερες διέξοδοι, που εκ των πραγμάτων έχουν Ευρωπαϊκό χαρακτήρα, δεν μπορεί παρά να είναι πολιτικές προτάσεις ξεπεράσματος της στασιμότητας. Πως βλέπουμε τις κοινωνίες μας όχι στο απώτερο μέλλον αλλά στην προσεχή τους εξέλιξη. Πως κρατώντας το κέρδος του εκδημοκρατισμού τους θα μπορέσουν να αποκτήσουν και πάλι δυνατότητες ενσωμάτωσης των αναδεικνυόμενων παραγωγικών δυνάμεων. Πως οι κραυγαλέες ανισότητες θα δώσουν τη θέση της σε νέο ένα κύκλο επιδίωξης της ισότητας και της δικαιοσύνης καταλύοντας τις κατεστημένες πρακτικές της ακινησίας και της διαφθοράς. Σε ένα κύκλο διακυβέρνησης της παγκοσμιοποίησης.
Αλέξης Οικονομίδης,
Οι δύο άνδρες κοιτάχτηκαν για λίγο στα μάτια και ανακάλυψαν εκεί τις ίδιες σκιές, τους ίδιους μαύρους κύκλους, το ίδιο ιστορικό γλαύκωμα που τους επέτρεπε να βλέπουν παράλληλες πραγματικότητες ή να διαβάζουν την ύπαρξη συνοψισμένη σε δύο αφηγηματικές γραμμές καταδικασμένες να μη συναντηθούν ποτέ: αυτή της πραγματικότητας κι εκείνη της επιθυμίας.
Λουίς Σεπούλβεδα, “Η σκιά αυτού που έχουμε υπάρξει”
Αν κάτι αναντίρρητα επιβεβαιώνει η νέα διάσπαση στον χώρο της Αριστεράς, είναι ότι η κρίση που βιώνει η χώρα, δεν είναι αποκλειστικά οικονομική -κρίση δανεισμού, κρίση δημοσιονομική ή κρίση του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών. Είναι επίσης κρίση πολιτική -κρίση του πολιτικού συστήματος και όλων των συστατικών μερών του. Όπως είναι και κρίση κοινωνική, κρίση του περιβάλλοντος και των φυσικών όρων αναπαραγωγής της κοινωνίας, κρίση τελικά δομική.
Στην πραγματικότητα, πριν χρεοκοπήσει η Ελλάδα, ή έστω πριν φτάσει να ταλαντεύεται στο χείλος της χρεοκοπίας, είχαν προ πολλού χρεοκοπήσει όλες της οι ελίτ: το πολιτικό προσωπικό, ο επιχειρηματικός κόσμος, η συνδικαλιστική ηγεσία και οργάνωση, η δημοσιογραφία και η βιομηχανία των μίντια, η εκπαιδευτική και πανεπιστημιακή κοινότητα. Και είχαν χρεοκοπήσει ιδεολογικά, πολιτικά, διαχειριστικά, συνήθως και ηθικά.
Πόσο επαρκέστερη, για παράδειγμα, από τον μέσο όρο των πολιτικών αποδείχθηκε η πλειονότητα των επιχειρηματιών; Πόσο ικανότερη να καταλάβει τις ανάγκες της χώρας και της εποχής, και να αναζητήσει μια υγιή και βιώσιμη θέση στο μέλλον; Πόσο ανεξάρτητη από το «διεφθαρμένο κράτος» και πόσο δημιουργική; Προσωπικά, το μόνο στοιχείο ενδιαφέροντος που βρήκα στο ξεσάλωμα επί του θωρηκτού Αβέρωφ, είναι ότι ως κόνσεπτ και ως εφαρμογή, συμπύκνωσε την κοσμοαντίληψη μιας τάξης απαίδευτης και αναιδούς, που αντιμετωπίζει την Ελλάδα σαν μια μικρή θυγατρική του επιχειρηματικού ομίλου της.
Όλοι αυτοί βρίσκονται εκεί έξω και η Αριστερά, -η δημοκρατική, η ανανεωτική, η ριζοσπαστική, η πράσινη… τι νόημα έχουν οι επιθετικοί προσδιορισμοί όταν δυσκολευόμαστε να ορίσουμε το ουσιαστικό;- πρέπει κατά προτεραιότητα να τους αναζητήσει.
Λένε ότι από τέτοιες κρίσεις, σπάνια βγαίνουν οι χώρες διατηρώντας αλώβητο τον πολιτικό τους χάρτη. Η ελληνική περιπέτεια δείχνει, κατ’ αρχήν, να το επιβεβαιώνει. Μια ιδρυτική συνιστώσα του Συνασπισμού, που, αν και μειοψηφούσα, τον συνέδεε πάντα με την παράδοση των ανανεωτικών εγχειρημάτων, αποχώρησε από το συνέδριο και προχωρεί στη δημιουργία άλλου κόμματος. Η Νέα Δημοκρατία, ήδη διχοτομημένη, παρακολουθεί την κυοφορία ενός νέου σχηματισμού, μεταλλασσόμενη εν τω μεταξύ η ίδια, σε κάτι πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι γνωρίζαμε τα τελευταία χρόνια. Και το ΠΑΣΟΚ, με μόνο συνδετικό ιστό και πάλι την εξουσία, πολτοποιείται κάτω από το βάρος υπαρξιακών διλημμάτων, τα οποία, ωστόσο, αρνείται να αντιμετωπίσει.
Για την Αριστερά, πρόκειται ήδη για ένα τέλος εποχής. Ο Συνασπισμός -χώρος συνάντησης, αρχικά, των δύο ιστορικών ρευμάτων της παραδοσιακής Αριστεράς, προσπάθεια σύνθεσης, στη συνέχεια, σε ενιαίο κόμμα, διαφορετικών εκδοχών κομμουνιστογενούς, σοσιαλιστικής και ανέντακτης Αριστεράς, παύει να υπάρχει ως αυτό που υπήρξε. Η σύνθεση απέτυχε, οι διαφορές για το ποιοι είμαστε, τι θέλουμε και με ποιους θα πορευθούμε, έγιναν βαθύτερες, η παραγωγή ψυχοδράματος υπερέβη την παραγωγή πολιτικής. Το σχήμα, που τόσες ελπίδες γέννησε με την εμφάνισή του και τόσες απογοητεύσεις με την πορεία του, παρέμεινε πάντα αντιφατικό και στείρο, παρά τις κατά καιρούς εκλάμψεις του, ανίκανο να δημιουργήσει τη δική του ιστορικότητα. Οι «δύο αφηγηματικές γραμμές της ύπαρξης», αυτή της πραγματικότητας κι εκείνη της επιθυμίας, δεν μπόρεσαν ούτε εδώ να διασταυρωθούν…
Από μια άποψη, πρόκειται για ιστορική ειρωνεία: Η κρίση, που πολλοί στην Αριστερά -ρητά ή άρρητα, συνειδητά ή υποσυνείδητα- προσδοκούσαν ως ευκαιρία, δεν συναντά απλώς μια Αριστερά σε κρίση. Γίνεται ο καταλύτης της κρίσης της, την οδηγεί στα όριά της, της δίνει διαστάσεις υπαρξιακές. Επαναθέτει πιεστικά τα πρωταρχικά ερωτήματα, επαναφέροντας τη συζήτηση από τα θεωρήματα στις αξιωματικές αρχές. Κι αυτό, σε έναν κόσμο που σίγουρα θα είναι διαφορετικός, σε μια Ευρώπη που θα είναι αγνώριστη, σε μια Ελλάδα όπου κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα είναι σε έξι μήνες.
Δικαιολογημένη η αμηχανία. Ουδείς αισθάνεται έτοιμος να προτείνει, όταν μάλιστα οι ήδη διατυπωμένες προτάσεις έχουν όλες αποτύχει. Το μόνο, ίσως, βέβαιο, είναι ότι ακροατήριο υπάρχει. Αναπόφευκτα ή όχι, τα μέτρα δεν είναι μόνο άδικα για τους οικονομικά και κοινωνικά αδύναμους: η συζήτηση για τη σύνταξη χηρείας ήταν, απλώς, ανατριχιαστική. Δεν είναι μόνο παράλογα: οι περισσότερες αλλαγές στο καθεστώς εργασίας δεν έχουν καμία σχέση με το δημοσιονομικό έλλειμμα και όσες έχουν, το επιβαρύνουν. Με ποια κονδύλια ο ΟΑΕΔ θα επιδοτεί το μισθό των νέων και την αυτασφάλιση των ηλικιωμένων; Τα μέτρα κάνουν κάτι πολύ χειρότερο: υπονομεύουν εκείνο που υποτίθεται ότι προσπαθούν να αποκαταστήσουν: τη χρηστή διοίκηση και διαχείριση, την ηθική της εργασίας, την κοινωνική ευθύνη και αλληλεγγύη.
Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, πλήττουν ακριβώς εκείνους που στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, σεβάστηκαν τον δημόσιο πλούτο, εργάστηκαν έντιμα και αξιοπρεπώς, με αφοσίωση και αίσθημα ευθύνης. Εκείνους που μπορούσαν να διαφθαρούν και δεν διεφθάρησαν, να αμελήσουν -έστω- και δεν αμέλησαν. Διότι αυτό τους υπαγόρευε το αξιακό τους σύστημα, διότι αγαπούσαν πολύ αυτό που έκαναν, διότι δεν το επέτρεπε η αισθητική τους, ή απλώς έτσι, για ένα πείσμα απέναντι στο ρεύμα των καιρών. Ήταν οι λιγότεροι, αλλά αρκετοί για να μας επιτρέπουν να πιστεύουμε στον κόσμο και να ελπίζουμε ότι, κάποτε, μπορεί να γίνει καλύτερος.
Όλοι αυτοί βρίσκονται εκεί έξω και η Αριστερά -η δημοκρατική, η ανανεωτική, η ριζοσπαστική, η πράσινη… τι νόημα έχουν οι επιθετικοί προσδιορισμοί όταν δυσκολευόμαστε να ορίσουμε το ουσιαστικό;- πρέπει κατά προτεραιότητα να τους αναζητήσει. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν το φύραμα και για τη δική της έξοδο από την κρίση. Δεν είναι εύκολο, αλλά, ίσως, όχι αδύνατο. Άλλωστε, όπως λέει και ο Σεπούλβεδα στην επόμενη φράση του, «οι ναυαγοί του ίδιου πλοίου έχουν μια έκτη αίσθηση που τους επιτρέπει να αναγνωρίζονται. Όπως οι νάνοι»…
*Ο Αλέξης Οικονομίδης είναι δημοσιογράφος.
Νίκος Μπίστης,
Όλοι οι σοβαροί άνθρωποι αντιμετώπισαν θετικά την απόφαση της ανανεωτικής πτέρυγας του ΣΥΝ να εγκαταλείψει τον σχηματισμό αυτόν. Η παραμονή τους εδώ και πολύ καιρό δεν είχε νόημα. Και δεν αναφέρομαι στην προ δεκαετίας , επι Σημίτη, δυνατότητα για την συγκρότηση μιας ισχυρής κεντροαριστεράς. Εκείνη η μεγάλη ευκαιρία και δυνατότητα πέρασε ανεκμετάλλευτη γιατί ο Κωνσταντόπουλος άρχισε την διολίσθηση προς ένα περίεργο μείγμα νεοκομμουνιστικών θέσεων με κεντρώα καθοδήγηση πολλοί δε που μπορούσαν να συμβάλλουν από τότε στην διαμόρφωση ενός ισχυρού πόλου στα αριστερά του ΠΑΣΟΚ δεν τόλμησαν και στέρησαν από το εγχείρημα την κρίσιμη μάζα. Οι δυνάμεις πρώτα της « Πρωτοβουλίας» και μετά της ΑΕΚΑ δεν επαρκούσαν για ένα τέτοιο εγχείρημα. Και όμως εκείνη την στιγμή που το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα παρουσίαζε σημάδια κόπωσης και οι συντηρητικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ επανεμφανίζονταν, οι δυνάμεις της ανανεωτικής αριστεράς μπορούσαν να διαδραματίσουν κρίσιμο και χρήσιμο ρόλο. Δεν το έπραξαν για διάφορους λόγους που δεν είναι της στιγμής και η ευκαιρία πέρασε. Ο Καραμανλής και η ΝΔ έβαλαν τον τόπο σε μεγάλη περιπέτεια, το ΠΑΣΟΚ μπήκε- και δεν την έχει ακόμα ξεπεράσει - σε μια περίοδο ρευστότητας με ασταθές ιδεολογικό στίγμα, η Αριστερά οπισθοχώρησε σε θέσεις, ιδέες και πρακτικές που εξασφαλίζουν την περιθωριοποίηση της.
Όλα αυτά είναι γνωστά. Αν τα αναφέρω είναι γιατί το νέο εγχείρημα της Δημοκρατικής Αριστεράς θα αντιμετωπίσει σε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες από εκείνες του 2000 παρόμοια ερωτήματα και πιεστικά διλήμματα, με πρώτο, το σταυρικό- όπως θα έλεγε ο Ηλίας Ηλιού- ζήτημα των σχέσεων με το ΠΑΣΟΚ. Από την απάντηση που θα δώσει θα εξαρτηθεί κατά πόσο υπάρχει χώρος για νέο Διατηρώντας την αυτοτέλεια του το κόμμα της Δημοκραρικής Αριστεράς, να διακηρύξει τη πρόθεση του να αποτελέσει συστατικό στοιχείο μιας καινούργιας κεντροαριστεράς που έχει ανάγκη ο τόπος κόμμα. Αν ενδώσει σε πιέσεις και φοβίες και αρνηθεί να αναζητήσει τον ρόλο του στο πλαίσιο μιας καινούργιας κεντροαριστεράς αργά η γρήγορα θα δει την δυναμική του να εξαντλείται. Τρείς δρόμοι ανοίγονται μπροστά τους. Ο πρώτος να συγκροτήσουν ένα καινούργιο ΚΚΕ Εσωτερικού με τις ιδέες της τότε ανανεωτικής αριστεράς προσαρμοσμένες βέβαια στις νέες συνθήκες. Το εγχείρημα ίσως να συγκινήσει κάποιους ,πρακτικά όμως είναι καταδικασμένο. Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, ο ευρωκομμουνισμός δεν υφίσταται και ο ευρωπαϊσμός ως διακριτό σημείο δεν επαρκεί. Ο δεύτερος είναι να αναλωθούν αποκλειστικά στην διαμόρφωση σχέσεων. ακόμα και κοινού σχήματος, με τους οικολόγους. Η πρόταση δεν είναι εκτός πραγματικότητας, συνάδει δε με ένα γενικό κλίμα απαξίωσης των υπαρχόντων πολιτικών σχηματισμών. Συγκυριακά ελκυστική, η πρόταση αυτή το περισσότερο που μπορεί να δώσει στον τόπο είναι ένα κόμμα διαμαρτυρίας που σταδιακά θα χάνει την φρεσκάδα του ενώ είναι σχεδον βέβαιο ότι δεν θα είναι λίγα και τα προβλήματα προγραμματικής συνοχής. Ο τρίτος δρόμος είναι ο δύσκολος. Διατηρώντας την αυτοτέλεια του το κόμμα της Δημοκραρικής Αριστεράς, να διακηρύξει τη πρόθεση του να αποτελέσει συστατικό στοιχείο μιας καινούργιας κεντροαριστεράς που έχει ανάγκη ο τόπος. Σαν πρώτο βήμα να συμβάλει στην έναρξη διαλόγου σε προγραμματική βάση ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ , την Δημοκρατική Αριστερά και τους Οικολόγους. Για να πούμε τα πράγματα με το όνομα τους ο δρόμος αυτός προυποθέτει απόφαση αναζήτησης δρόμων επικοινωνίας με το ΠΑΣΟΚ που ενδεχομένως κάποια στιγμή να οδηγήσουν και σε στενότερη συνεργασία. Πάντως δεν είναι δρόμος παράκαμψης του ΠΑΣΟΚ, το οποίο παρά τα προφανή του προβλήματα δεν θα εξαερωθεί αλλά θα εξακολουθήσει να αποτελεί την βασική συνιστώσα της κεντροαριστεράς του μέλλοντος. Για να το πω και αλλοιώς, ακριβώς επειδή το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε δυσκολία και φάση αναζήτησης και επαναπροσδιορισμού είναι η καλύτερη στιγμή για να διεκδικήσει η Δημοκρατική Αριστερά ρόλο στο πλαίσιο μιας μεγάλης συμμαχίας πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.
Αν, οι σύντροφοι της Δημοκρατικής Αριστεράς, απαντήσουν καθαρά, δυνατά και δημόσια σε αυτό το διαχρονικό δίλημμα υπάρχει ελπίδα, χωρις να υπάρχει και βεβαιότητα. Αυτή μας έχει προ πολλού τελειώσει. Αν αντιθέτως χαθούν στον λαβύρινθο ασκήσεων αυτονομίας η πιστέψουν ότι «ο λαός έστειλε το ΠΑΣΟΚ στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας» θα πέσουν στην παγίδα . Και η παγίδα είναι να ψηφίζουν μαζί με τον ΣΥΝ στα μείζονα, να διαφοροποιούνται σε θέματα που δεν πολυαπασχολούν τον κόσμο και μοιραία να προκύψει το ερώτημα: «Γιατί έφυγαν, αφου για το μείζον, τις σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ, έχουν κοινή αντιμετώπιση;» Εκτός αν δεν είναι αυτό το μείζον. Δυστυχώς η ευτυχώς ο Ηλίας Ηλιού είχε δίκιο. Ήταν και παραμένει το σταυρικό θέμα.
Αλέξανδρος-Ανδρέας Κύρτσης,
Η σκόνη που σηκώνουν με τις κινήσεις τους οι εκπρόσωποι μικρών και μεγάλων συμφερόντων, αλλά και αυτοί που συνωστίζονται για να καταλάβουν τις θέσεις των σωτήρων, μας έχει καθηλώσει. Η ενδεχόμενη διάθεση να δραστηριοποιηθούμε πολιτικά, όπως ίσως έχει συμβεί στο παρελθόν, δεν μας οδηγεί πουθενά. Αισθανόμαστε ότι θα εμπλακούμε σε ατελέσφορες διαδικασίες. Σε κάποιες στιγμές ενδιάμεσης αναλαμπής, προσπαθούμε να προσανατολιστούμε, και τότε, για να βάλουμε σε τάξη τον εαυτό μας, διατυπώνουμε απόψεις – χωρίς σημαντικό πρακτικό αποτέλεσμα. Η επένδυση σε απόψεις για το τι πρέπει να γίνει, μας απορροφά συνήθως σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη μένει καθόλου ενέργεια για να σκεφτούμε με ποιο τρόπο είναι δυνατόν να γίνουν αυτά που φανταζόμαστε. Αυτό ισχύει πρωτίστως για τους δημόσιους άνδρες και γυναίκες. Όταν λένε, για παράδειγμα, ότι θα συγχωνεύσουν πανεπιστημιακά τμήματα, ή ότι θα γκρεμίσουν τα αυθαίρετα, ή ότι θα εισπράξουν τα υπέρογκα ποσά που οφείλονται στη εφορία, συνειδητοποιούν άραγε τι εργασίες πρέπει να γίνουν; Το αποτέλεσμα της υπερκινητικότητας των πολιτικών μας (όλων των αποχρώσεων), είναι ότι μας παρέχουν πλήθος διακηρύξεων και νόμων του Κράτους που υποτίθεται ότι απορρέουν από αυτές τις διακηρύξεις, χωρίς όμως να μας εξασφαλίζουν ανάλογο πρακτικό αποτέλεσμα για το κοινωνικό σύνολο. Τα παραδείγματα είναι πολλά και απογοητευτικά.
Αυτό που τελικά μετράει, αυτό που κρίνεται στη ζωή, αλλά και από την ιστορία, δεν είναι η κενή υπόσχεση, αλλά τα πολιτικά μέτρα και οι όροι υλοποίησής τους. Ας μην είμαστε όμως υπερβολικά απαισιόδοξοι. Το ζοφερό πολιτικό τοπίο και η διοικητική αναποτελεσματικότητα που το συνοδεύει, δεν συνεπάγονται αναγκαστικά ότι δεν θα υπάρξει κάποια εναλλακτική. Το βέβαιο είναι ότι θα υπάρξει στα λόγια. Ήδη εκκολάπτονται ή και έχουν σκάσει μύτη νέοι πολιτικοί σχηματισμοί και μαγειρεύονται τα νέα μανιφέστα. Ακόμη και τα υπάρχοντα σχήματα προσπαθούν να επανεπινοήσουν τον εαυτό τους. Μοιάζει επομένως απολύτως βέβαιο ότι θα εμφανιστούν νέες διακηρύξεις. Οι πολίτες όμως θα παραμένουν αδρανείς – δικαίως! Ένας λόγος για τον οποίο θα δυσκολεύονται να δραστηριοποιηθούν, είναι ότι δεν αντέχουν το βάρος των διακηρύξεων που γίνεται τόσο πιο μεγάλο, όσο πιο αβέβαιη διαγράφεται η τροχιά προς την εφαρμογή τους. Ακόμη και στην περίπτωση που τα επικοινωνιακά κόλπα πιάσουν, κάνοντας τους αποδέκτες των επικοινωνιακών μηνυμάτων να αισθανθούν ωραία φανταζόμενοι το αποτέλεσμα των υποσχέσεων, σύντομα θα επαναφέρουν τον εαυτό τους στην τάξη. Η απόσταση μεταξύ των εύκολων λόγων και των δύσκολων πράξεων, δεν διαφεύγει της προσοχής τους. Οι πολιτικοί βέβαια, άνδρες και γυναίκες, βρίσκονται στον κόσμο τους και τρέφονται με την ελπίδα της εξαπάτησης του κοινού. Και εδώ, πολύ φοβούμαι ότι η διαφορά μεταξύ δεξιάς και αριστεράς όλων των επιμέρους λεπτών αποχρώσεων, είναι ανύπαρκτη. Θα υποστηρίξω ότι αυτό που κάνει τη διαφορά, δεν είναι σε πρώτη φάση αυτό που λέει κανείς, αλλά η δυνατότητα να αποδείξει ότι μπορεί να εφαρμόσει αυτό που λέει, μπορεί να δείξει τι σημαίνει η εφαρμογή του και επιπλέον, μπορεί να πείσει ότι αυτό που λέει βελτιώνει τις συνθήκες σύμφωνα με τις υπάρχουσες ανάγκες και μέσα σε λογικό χρονικό διάστημα – όχι στη Δευτέρα Παρουσία.
Δεν ξέρω εάν μπορεί κανείς εύκολα να πείσει κάποιον ή κάποια που έχει πωρωθεί είτε μετά από χρόνια στην πολιτική σκηνή, είτε μετά από σύντομη προσαρμογή και μίμηση των έμπειρων, να εκφραστεί σε πιο προσωπικό τόνο και με κάποια ειλικρίνεια. Η προσποίηση της ειλικρίνειας, αποτελεί βέβαια μέρος της πολιτικής σκηνοθεσίας. Δεν εννοώ, επομένως, αυτή τη δήθεν ειλικρίνεια. Εννοώ την έκφραση του ανθρώπου που μπορεί να λειτουργήσει συναισθηματικά και με βάση αυτή τη λειτουργία ενός υγιούς συναισθήματος, να επικοινωνήσει με τους γύρω του σεβόμενος την προσωπικότητά τους. Σε μια τέτοια στιγμή, εάν ερωτηθεί ένας ή μία πολιτικός για το τι μετράει πιο πολύ, η διακήρυξη ή η πράξη, νομίζω ότι η απάντηση θα είναι σαφής. Θα προτιμηθεί αυτό που φαίνεται άμεσα, ή αυτό που έχει άμεσες επιπτώσεις στο θυμικό των ακροατηρίων -και όχι αυτό που θα έχει πραγματικές επιπτώσεις στη ζωή και στις προοπτικές. Έχετε ακούσει κανέναν έλληνα πολιτικό να διαφημίζει τον εαυτό του για τις οργανωτικές του ικανότητες και για την αποτελεσματικότητά του ως προς την μετατροπή της πολιτικής βούλησης σε συγκεκριμένα οργανωτικά μέτρα, σε συντονισμό της εργασίας των αρμόδιων λειτουργών και σε διαδικασίες που θα δημιουργήσουν ποιότητα του αποτελέσματος, αντίστοιχη με τη δύναμη της εξαγγελίας; Δεν θα έλεγα ότι δεν το έχει κάνει κανείς, ποτέ. Σήμερα όμως, καλοκαίρι του 2010, θα χρειαζόμασταν τεράστια ενέργεια για να εντοπίσουμε αυτές τις εξαιρέσεις.
Αυτή η τάση της συντριπτικής πλειονότητας των πολιτικών να επιλέγουν την αναγωγή του συνόλου των διαστάσεων της πολιτικής στην πολιτική επικοινωνία και στην εξωτερική εικόνα που συσκοτίζει τις υποκείμενες διαδικασίες, έχει ένα συγκεκριμένο πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο, το οποίο σε τίποτα δεν διαφέρει, είτε ο λόγος εκφέρεται από την αριστερά, είτε από τη δεξιά, ή από οπουδήποτε κι αν προέρχεται. Το πολιτικό περιεχόμενο προέρχεται από αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «ασύμμετρη πληροφόρηση». Στην περίπτωση αυτή, η δημιουργία συνθηκών ασύμμετρης πληροφόρησης καταλήγει στην υποστήριξη μιας εξουσίας που δεν αισθάνεται ότι πρέπει να ανταποδώσει στους υποστηρικτές της αυτά που υποχρεούται, παρά μόνο εάν ανήκουν σε συγκεκριμένα πελατειακά δίκτυα. Η πολιτική επικοινωνία, προκειμένου να επιτευχθεί η υφαρπαγή της εκχώρησης της εξουσίας, δεν έχει σε καμιά απολύτως περίπτωση φιλολαϊκό χαρακτήρα. Και μάλιστα, γίνεται τόσο πιο αντιλαϊκή, όσο περισσότερο υπόσχεται πράγματα του μέλλοντος, προσπαθώντας συγχρόνως να πείσει για θυσίες του παρόντος.
Το κοινωνικό περιεχόμενο της ανεύθυνης διακήρυξης, έχει να κάνει με την αναπαραγωγή της ανισότητας που περιέχει κάθε διακηρυκτικός λόγος. Και αυτό, για έναν απλό λόγο: η διακήρυξη δεν περιέχει δεσμεύσεις ούτε για τα οργανωτικά μέτρα, ούτε για τις διαδικασίες οι οποίες θα επιφέρουν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η οργανωσιακή αναποτελεσματικότητα, είτε εκ του πονηρού (διακήρυξη χωρίς δέσμευση), είτε λόγω ανεπάρκειας που πολλές φορές οφείλεται σε έλλειψη οργανωτικής και διαδικαστικής φαντασίας, αλλά και εργατικότητας και επιμονής, συνεπάγεται αρνητική ανακατανομή, ανισότητα. Η διακήρυξη, όσο κι αν χρωματίζεται με τη φαντασία μας, είναι τελικά άχρωμη, ή μάλλον έχει χρώμα: το γκρίζο της καθαρής εξουσίας. Το κοινωνικό περιεχόμενο της πολιτικής, ποτέ δεν μπορεί να προέλθει από το «τί», αλλά μόνο από το «πώς». Αυτή η λεπτομέρεια, διαφεύγει από τους πολιτικούς. Θεωρούν άλλωστε την οποιαδήποτε αναφορά στην υλοποίηση, ως εξαιρετικά επικίνδυνη. Η πραγματικότητα όμως είναι τελείως διαφορετική – τουλάχιστον από τη σκοπιά των πολιτών. Η ουσία της πολιτικής, διαμορφώνεται από τους οργανωσιακούς και διαδικαστικούς όρους της υλοποίησής της. Αυτό που τελικά μετράει, αυτό που κρίνεται στη ζωή, αλλά και από την ιστορία, δεν είναι η κενή υπόσχεση, αλλά τα πολιτικά μέτρα και οι όροι υλοποίησής τους.
Εάν θεωρήσουμε ότι οι δεξιές πολιτικές είναι οι αντιλαϊκές, δηλαδή αυτές που υποστηρίζουν την επιβεβαίωση κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών ιεραρχιών, ενώ οι αριστερές είναι οι συμμετοχικές, αυτές που συνδυάζουν την ανάπτυξη και τη δημιουργία με τη φροντίδα για ισότητα και ελευθερία, τότε τα στερεότυπα κλονίζονται. Εάν μάλιστα προσθέσουμε το κριτήριο της οργανωσιακής επάρκειας, ως αποφασιστικής σημασίας, ώστε η πολιτική συμμετοχή να αποβαίνει αποτελεσματική με τη μορφή μέτρων με ορατό όφελος για το κοινό, τότε όλοι όσοι συρρικνώνουν την πολιτική στην πολιτική επικοινωνία, ή σε υποσχέσεις μελλοντικών παραδείσων, είναι δεξιοί – και μάλιστα δεξιοί χωρίς προσθήκες που ωραιοποιούν την αντικοινωνικότητα των πολιτικών τους προσανατολισμών. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να αναλογιστούμε μήπως, σύμφωνα με αυτά τα κριτήρια, πολλοί από τους πιο σκληρούς δεξιούς συγκαταλέγονται στην πραγματικότητα μεταξύ αυτών που αυτοχαρακτηρίζονται αριστεροί, ή ως ανήκοντες στις δημοκρατικές δυνάμεις, ενώ στην πραγματικότητα ενδιαφέρονται να καταλύσουν την Δημοκρατία.
Συχνά κατηγορούμε τους τεχνοκράτες ως δεξιούς. Όχι απολύτως άδικα. Οι τεχνοκρατική αντίληψη συνεπάγεται εξουσιαστικές λογικές που απορρέουν από τη διάθεση για βεβιασμένη μείωση της πολυπλοκότητας, για ιεραρχικό έλεγχο των διαδικασιών βάσει αφηρημένων υποδειγμάτων, ή για λειτουργικό εγκλεισμό που απομονώνει τα συστήματα από ενοχλητικές επιδράσεις του κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος. Είναι προφανές ότι η απομόνωση κάθε τεχνοκρατικού σχεδίου από το πολιτικό και το κοινωνικό του περιβάλλον, εμποδίζει την ευαισθησία σχετικά με θέματα συμμετοχής και ισότητας. Εάν όμως ο τεχνοκράτης διαθέτει την ευαισθησία που τον οδηγεί σε αναστοχασμό γύρω από αυτά τα ζητήματα, το κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο του ρόλου του αλλάζει. Ακόμη και οι επικοινωνιακές ατέλειες και το επικοινωνιακό κλείσιμο, που συνδέονται με το ρόλο του τεχνοκράτη, ο οποίος αποσκοπεί να δημιουργήσει μια αντιστοιχία μεταξύ λόγων και πράξεων, είναι πολύ πιο υπεύθυνη πολιτικά από την αναφορά σε λόγια πολιτικών που αδιαφορούν για την υλοποίηση των μέτρων που θα προσδώσουν ουσία στις υποσχέσεις. Υπό αυτή την έννοια, οι τεχνοκράτες που δεν θέτουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία των μηχανισμών άσκησης βίας προς όφελος των λίγων, αλλά ενδιαφέρονται για την υλοποίηση σχεδίων για τους πολλούς, προβάλλοντας την ιδέα ενός οργανωσιακού και διαδικαστικού ορθολογισμού, είναι εξαιρετικά πιο υπεύθυνοι πολιτικά και κοινωνικά.
Θα μπορούσαμε να φανταστούμε μια αριστερή – με τον ορισμό που δώσαμε εδώ, και όχι με τους συμβατικούς ορισμούς – τεχνοκρατία, η οποία μάλιστα θα προκαλούσε τους πολιτικούς. Θα ζητούσε να δώσουν εξηγήσεις σχετικά με το πώς θα πραγματοποιήσουν αυτά που λένε. Εάν δεν μπορέσουν να δώσουν λογικές απαντήσεις, θα ξέρουμε ότι προτίθενται να μας εξαπατήσουν. Και τότε, εάν δεν έχουμε τρελαθεί, δεν θα πρέπει να παρασυρόμαστε από την ενδεχόμενη αισθητική των συνθημάτων. Αυτή η, με μια νέα έννοια, αριστερή τεχνοκρατία, αποτελεί ένα ζητούμενο. Θα πρόκειται για μια τεχνοκρατία που θα εμπνέεται από την κοινωνική διάσταση του πολιτικού φιλελευθερισμού και από τη σύνδεση της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας με τις αρχές ενός κράτους δικαίου. Θα ενδιαφέρεται για την εγγραφή της οργανωσιακής και τεχνολογικής πράξης σε ένα κράτος δικαίου που θα στηρίζεται στο ότι η δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς ισότητα ευκαιριών, αλλά και χωρίς την προστασία αυτών που αδυνατούν να αξιοποιήσουν ευκαιρίες. Αυτή η κοινωνικά ευαίσθητη και πολιτικά έξυπνη τεχνοκρατία, θα μπορεί να αντλήσει τις δυνάμεις της από πολλές και διαφορετικές πλευρές της κοινωνίας, που δεν είναι αυταρχικές, κυνικές και κοινωνικά ανάλγητες.
Τι φρίκη για τους πολιτικούς που τρέφονται από τους ποδοσφαιρικούς διαχωρισμούς! Πώς θα μπορέσουν οι άμοιροι να δημιουργήσουν την πολιτική τους πελατεία, ή να δεσμεύσουν τους υποτελείς τους; Αυτό που χρειαζόμαστε, δεν είναι νέοι κομματικοί παράγοντες, αλλά νέα δίκτυα από κοινωνικά συνειδητοποιημένους και βαθιά δημοκρατικούς (οι κάθε εκδοχής σταλινικοί και λαϊκιστές κάθε απόχρωσης, εννοείται ότι δεν είναι δημοκράτες) τεχνοκράτες, οι οποίοι, ανεξάρτητα των επιμέρους κομματικών τους προτιμήσεων, χωρίς υποταγή και με αντίδραση στους κομματικούς, θα προσδίδουν κοινωνικό περιεχόμενο στην πολιτική μέσω της εξεύρεσης δρόμων εφαρμογής μέτρων. Εννοείται ότι αυτό έχει αξία μόνο στο βαθμό που αυτά τα μέτρα θα έχουν διατυπωθεί δημοκρατικά. Αυτό δε σημαίνει ότι ο τεχνοκράτης δεν θα πρέπει να εμφανίζεται πολιτικοποιημένος και να υψώνει τη φωνή του σε θέματα που δημιουργούν ζητήματα κοινωνικής συνείδησης. Αλλά η έκφραση αυτή, δεν είναι θεμιτό να εμφανίζεται ανεξάρτητα από την άμεση προβολή των ζητημάτων εφαρμογής των μέτρων πολιτικής με τρόπο κατανοητό για τους πολίτες, που θα κληθούν να υποστούν τις πράξεις των πολιτικών και της διοίκησης.
*Ο Αλέξανδρος-Ανδρέας Κύρτσης είναι Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ
Νίκος Χρυσόγελος,
Οι Πράσινοι στην Ευρώπη παίζουν πλέον σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, γιατί σε αυτούς συνέκλιναν πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, αλλά και ενεργοί πολίτες που -ανεξαρτήτως της πολιτικής καταγωγής τους- συνειδητοποίησαν ότι οι πολιτικές για την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον, πρέπει να είναι πράσινες. Ένα κομμάτι της αριστεράς πράγματι κατευθύνθηκε προς τους πράσινους, αλλά στους πράσινους συνέκλιναν και δυνάμεις από τον πολιτικό φιλελευθερισμό, πρωτοβουλίες πολιτών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την προστασία του περιβάλλοντος, την κριτική κατανάλωση, την κοινωνική αλληλεγγύη, καθώς και ενεργοί πολίτες που δεν είχαν σχέση με την παραδοσιακή πολιτική στις όποιες μορφές της. Οι Πράσινοι είναι σε ανοδική πορεία παγκοσμίως, όπως δείχνουν τα αποτελέσματα στις εκλογές στη Β. Ρηνανία, Βεστφαλία (πάνω από 12%), στην Ουγγαρία (πάνω από 7%), στην Ολλανδία (από 7, κέρδισαν στο κοινοβούλιο 10 έδρες) και στις προεδρικές εκλογές της Κολομβίας (ο υποψήφιος των Πρασίνων πήρε 21% και μπήκε στο δεύτερο γύρο για την εκλογή προέδρου της χώρας).
Η βαθιά κρίση που βιώνουμε ως χώρα, δημιουργεί συνθήκες για αλλαγή τόσο του πολιτικού Μένει να αποδειχθεί αν η οργή και η αγανάκτηση των πολιτών, θα στραφεί σε μια πράσινη, δημοκρατική, κοινωνικά υπεύθυνη πολιτική πρόταση. συστήματος, όσο και των πολιτικών συσχετισμών και της ίδιας της πολιτικής. Μένει να αποδειχθεί αν η οργή και η αγανάκτηση των πολιτών, θα στραφεί σε μια πράσινη, δημοκρατική, κοινωνικά υπεύθυνη πολιτική πρόταση.
Ελπίζουμε οι Πράσινοι να παίξουν σημαντικό ρόλο και στη χώρα μας τα επόμενα χρόνια για τις αλλαγές που απαιτούνται. Οι Οικολόγοι Πράσινοι δεν αρνήθηκαν ποτέ τον πολιτικό διάλογο με όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, σε προγραμματική βάση, πολύ περισσότερο με δυνάμεις με τις οποίες μπορεί να έχουν και κοινές δράσεις με στόχο τη διαμόρφωση κοινωνικών πλειοψηφιών σε επιμέρους θέματα.
Οι τοπικές και περιφερειακές εκλογές, είναι μια καλή βάση, ένα πεδίο στο οποίο μπορεί να διαπιστωθεί αν πράγματι υπάρχουν σήμερα ουσιαστικές δυνατότητες για ευρύτερες συνεργασίες και συγκλίσεις γύρω από ένα συνεκτικό Πράσινο Πρόγραμμα για τους Δήμους και τις Περιφέρειες.
*Ο Νίκος Χρυσόγελος είναι στέλεχος των Οικολόγων Πράσινων.
Παύλος Αθανασόπουλος, 02/07/2010
Η απίστευτη τρομοκρατική επίθεση κατά του Μιχάλη Χρυσοχοϊδη, μέσα στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, με θύμα τον υπασπιστή του Γιώργο Βασιλάκη, αποτελεί μια επικίνδυνη κλιμάκωση της φασιστικής βίας της τρομοκρατίας, αλλά και μια περαιτέρω επιδείνωση του κλίματος απόγνωσης και παραίτησης που έχει απλωθεί στη χώρα.
Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης αποτελεί αναμφισβήτητα έναν από τους πιο επιτυχημένους υπουργούς της Κυβέρνησης. Και έχει στο ενεργητικό του μεγάλες επιτυχίες κατά της τρομοκρατίας.
Η θρασύτατη επίθεση πρέπει να χαλυβδώσει το φρόνημα και να κάνει ακόμη πιο έντονο, αποφασιστικό και αποτελεσματικό τον αγώνα της κυβέρνησης, των πολιτικών δυνάμεων και της κοινωνίας κατά της τρομοκρατίας που απειλεί άμεσα την δημοκρατία αλλά και την ίδια την επιβίωση της χώρας.
Όμως η έξαρση της τρομοκρατίας ευνοείται από ένα γενικότερο κλίμα ανομίας που καλλιεργείται στην κοινωνία κυρίως από το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ και δευτερευόντως από τον ΣΥΡΙΖΑ και διάφορες ανεύθυνες συντεχνιακές συνδικαλιστικές ηγεσίες.
Η κυβέρνηση πρέπει να πάρει σκληρά και αποφασιστικά μέτρα κατά της ανομίας, γιατί αυτή απειλεί να τινάξει στον αέρα τις θυσίες του Ελληνικού λαού
Είναι μια στάση απόλυτης περιφρόνησης στο Σύνταγμα και στους νόμους, απόλυτης αδιαφορίας για την επιβίωση της χώρας, περιφρόνησης για τη δουλειά και το ψωμί χιλιάδων εργαζομένων στον τουρισμό και άλλους κλάδους, σαδιστικής ταλαιπωρίας των νησιωτών, των ταξιδιωτών αλλά και της υπόλοιπης κοινωνίας.
Η κυβέρνηση πρέπει να πάρει σκληρά και αποφασιστικά μέτρα κατά της ανομίας, γιατί αυτή απειλεί να τινάξει στον αέρα τις θυσίες του Ελληνικού λαού και να οδηγήσει σε αποτυχία το σταθεροποιητικό πρόγραμμα.
Αλλά και η στάση της Ν.Δ. του κ. Σαμαρά, με την πλήρη ανευθυνότητά της συμβάλλει στο γενικότερο κλίμα σύγχυσης στην χώρα.
Η πολεμική της κατά του μνημονίου με Ε.Ε. και Δ.Ν.Τ. δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση για τον δανεισμό της χώρας και την αποφυγή της πτώχευσής της και άρα αποτελεί φτηνό λαϊκισμό.
Ή μήπως ο κ. Σαμαράς επενδύει στην πτώχευση της χώρας για μικροπολιτικούς λόγους;
Όμως η χώρα είναι στο χείλος του γκρεμού και δεν μπορεί να αντέξει ούτε την φασιστική βία των τρομοκρατών, ούτε την ανέξοδη επαναστατική γυμναστική κάποιων, ούτε το μικροπολιτικό φθηνό λαϊκισμό άλλων.
Το μνημόνιο που υπέγραψε η χώρα μας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μνημόνιο που ψηφίσθηκε από την Βουλή, πρέπει να τηρηθεί απαρέγκλιτα.
Διαφορετικά η χώρα θα οδηγηθεί στη χρεωκοπία, στην έξοδο από την ευρωζώνη, την κοινωνική πτώχευση και εξαθλίωση.
Όμως το μνημόνιο δεν αποτελεί συνολικό σχέδιο για τη χώρα.
Είναι αναγκαίο να επεξεργασθούμε ένα τέτοιο σχέδιο που θα πείθει ότι οι θυσίες θα πιάσουν τόπο και δεν θα πάνε χαμένες, ότι τα μέτρα που ελήφθησαν θα οδηγήσουν στην έξοδο της χώρας από την κρίση, ότι θα κτυπηθούν οι σπατάλες, η φοροδιαφυγή, τα συντεχνιακά προνόμια, οι πελατειακές και ρουσφετολογικές ανορθολογικές ρυθμίσεις και όχι τα στοιχειώδη δικαιώματα των εργαζομένων.
Ένα σχέδιο που θα δίνει ώθηση στην ανάπτυξη, θα δημιουργεί νέες ευκαιρίες επενδύσεων, θα συνδυάζει την ανάπτυξη με την προστασία του περιβάλλοντος, θα προωθεί τον πολιτισμό σαν μια νέα πρόταση ζωής που θα μας βγάλει από το σημερινό αδιέξοδο καταναλωτικό μοντέλο.
Ένα σχέδιο που θα δίνει συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα για την άρση των κοινωνικών αδικιών και θα δημιουργεί ένα δίχτυ ασφαλείας για την αποφυγή της κοινωνικής εξαθλίωσης των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.
Οι κοινωνίες δεν ζουν μόνο με αμυντικούς φόβους καταστροφής.
Οι κοινωνίες για να γίνουν δημιουργικές χρειάζονται ένα όραμα για το μέλλον.
Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δίνει αυτή τη στιγμή μια μάχη για τη σωτηρία της χώρας και πρέπει να στηριχθεί αποφασιστικά.
Όμως και η ίδια πρέπει να βοηθήσει τον εαυτό της.
Πρέπει να σταματήσει να κινείται χωρίς εσωτερική συνοχή, χωρίς αυτοπεποίθηση, χωρίς σαφές σχέδιο, με διαπραγματευτικούς αυτοσχεδιασμούς και ακροβατικές επικοινωνιακές κινήσεις.
Ο πρωθυπουργός οφείλει να σχηματίσει μια νέα κυβέρνηση, υπό την προεδρία του και στηριγμένη στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ, που θα αποτελείται όμως από ότι καλύτερο διατίθεται ακόμα και πέρα από το ΠΑΣΟΚ. Και χρειάζεται επίσης αναμόχλευση του πολιτικού σκηνικού πριν αυτό οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή.
Σε μια τέτοια αναμόχλευση μπορούν να συμβάλλουν:
- - Η ενεργοποίηση, μορφοποίηση και ισχυροποίηση των δυνάμεων του κεντροαριστερού εκσυγχρονισμού μέσα και γύρω από το ΠΑΣΟΚ.
- - Η δημιουργία του νέου κόμματος της Ανανεωτικής Αριστεράς
- - Η φημολογούμενη και αναμενόμενη δημιουργία νέου κόμματος της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς.
- - Η ενεργότερη παρουσία και αποσαφήνιση των προγραμματικών θέσεων των οικολόγων - πρασίνων.
Ο Παύλος Αθανασόπουλος είναι δικηγόρος και στέλεχος του ΠΑΣΟΚ
|
Οικονομική Κρίση και Κεντροαριστερά
|