Για την θεσμοθέτηση του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών

Σίμος Ανδρονίδης 16 Ιαν 2024

Σε συνέντευξη του στον τηλεοπτικό σταθμό της ‘Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης’ (ΕΡΤ 1), ο πρωθυπουργός και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης, εξεδήλωσε, για άλλη μία φορά την πρόθεση του, να φέρει στη Βουλή των Ελλήνων, προς ψήφιση, το νομοσχέδιο που θεσμοθετεί τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.

 Ποιοι μπορεί να είναι όμως εκείνοι οι προσδιοριστικοί παράγοντες που συνέβαλλαν στο να λάβει ο πρωθυπουργός την απόφαση να προωθήσει προς ψήφιση το συγκεκριμένο νομοσχέδιο; Ας το δούμε αναλυτικότερα.[1]

Ο πρώτος προσδιοριστικός παράγοντας άπτεται της πρόθεσης του πρωθυπουργού αλλά και μελών της κυβέρνησης του, να ευθυγραμμίσουν ή αλλιώς, να εναρμονίσουν την ελληνική περίπτωση με τα ισχύοντα σε χώρες της Ευρώπης που αποτελούν μέλη του ‘σκληρού’ πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως αρκετές Ευρωπαϊκές (Δυτικές) φιλελεύθερες-αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες έχουν εδώ και χρόνια θεσμοθετήσει τον γάμο μεταξύ των ομόφυλων ζευγαριών, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να προκύψει ένα ‘κενό’  μεταξύ αυτών και της Ελληνικής Δημοκρατίας, κάτι που ώθησε τον πρωθυπουργό να αναλάβει πρωτοβουλίες ώστε να το ‘κλείσει’. Κινούμενοι σε ένα θεωρητικό επίπεδο, θα επισημάνουμε πως ο πρωθυπουργός και η Νέα Δημοκρατία, προωθούν μία τέτοια μεταρρύθμιση ακριβώς διότι καθίστανται θιασώτες του πολιτικού και πολιτισμικού εξευρωπαϊσμού της χώρας.

Διότι στοχεύουν στην συγκρότηση μίας «ευρωπαϊκής res publica»,[2] σύμφωνα με τον καθηγητή Δημήτρη Χρυσοχόου, η οποία δεν θα αποκλίνει καθόλου από τα θεσμικά ισχύοντα σε επίπεδο Δυτικής Ευρώπης και Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο δεύτερος προσδιοριστικός παράγοντας που συνέβαλλε στην προώθηση της μεταρρύθμισης εντός αυτής της συγκυρίας, ήσαν η επιδίωξη του πρωθυπουργού να επιβάλλει πλήρως κανόνες ‘ισοπολιτείας’ μεταξύ των Ελλήνων πολιτών ανεξαρτήτως σεξουαλικών προτιμήσεων.

 Η θεσμοθέτηση του γάμου δεν καλύπτει κάποιο ‘κενό,’ αλλά, αντιθέτως, εξομοιώνει θεσμικά τους ομοφυλόφιλους πολίτες με τους ετεροφυλόφιλους συμπολίτες τους, με αποτέλεσμα την διαμόρφωση συνθηκών ισορροπίας. Μίας «καθαυτό θεσμικής ισορροπίας»,[3] κατά την προσέγγιση του Craig.  

Επιθυμούμε όμως να εμβαθύνουμε περισσότερο, τονίζοντας πως, με αυτόν τον τρόπο, ο πρωθυπουργός προσθέτει ή αλλιώς, εμπλουτίζει το φιλελεύθερο-μεταρρυθμιστικό του προφίλ με ‘ψηφίδες’ ρεπουμπλικανισμού, στο εγκάρσιο σημείο όπου για τον τελευταίο, η «ελευθερία προκύπτει μέσω, και όχι πριν, της πολιτικής δράσης»,[4] σύμφωνα με τους Χρυσοχόου & Brugger.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο και παραφράζοντας ελαφρά τους δύο συγγραφείς, θα πούμε πως, για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και βουλευτές και υπουργούς της Νέας Δημοκρατίας (η δημιουργία, εισαγωγή προς ψήφιση, υπερψήφιση και εφαρμογή μίας μεταρρύθμισης συνιστά κατά βάση ‘συλλογικό εγχείρημα’ το οποίο όμως για να επιτύχει, χρειάζεται υποστηρικτές πρόθυμους να πράξουν το οτιδήποτε χρειαστεί ώστε η μεταρρύθμιση να εφαρμοστεί δίχως ουδεμία παρέκκλιση), η ισότητα προκύπτει, ‘μέσω, και όχι πριν, της πολιτικής δράσης’.

Ο τρίτος προσδιοριστικός παράγοντας που ώθησε τον πρωθυπουργό να επιχειρήσει κάτι τέτοιο παρά τις αντιδράσεις τις οποίες λαμβάνει υπόψιν αλλά δεν συνυπολογίζει πολιτικά,[5] είναι και το ό,τι με αυτόν τον τρόπο εκτιμά πως θα ενθαρρύνει πολλούς ομοφυλόφιλους πολίτες που δεν είναι ευρύτερα γνωστοί, να προχωρήσουν στο δικό του ‘coming out’, ήτοι να αποκαλύψουν τις προτιμήσεις τους, σύμφωνα με τον γλωσσικό όρο που έχει εισαγάγει στη δημόσια σφαίρα η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα.[6] Να αποκαλύψουν τις προτιμήσεις τους και τον δεσμό τους, θέτοντας τις βάσεις για την πραγματοποίηση του πολιτικού γάμου. Και στο σκεπτικό του πρωθυπουργού και της ηγετικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, η μεταρρύθμιση θα καταστεί επιτυχημένη μόνο εάν είναι πολλοί οι ομοφυλόφιλοι (ο γράφων δεν έχει κανένα πρόβλημα να εκφράσει τις ενστάσεις του για το δικαίωμα επί της τεκνοθεσίας), που θα παντρευτούν με πολιτικό γάμο.

Και, ο τέταρτος προσδιοριστικός παράγοντας, σχετίζεται με την πρόθεση του πρωθυπουργού να τονώσει το ήδη ισχυρό μεταρρυθμιστικό του προφίλ, δείχνοντας συνέπεια λόγων και πράξεων (όντως, το νομοθέτημα θα έρθει στην αρχή της δεύτερης κυβερνητικής θητείας) και ανοιχτό πνεύμα, στοχεύοντας να θεμελιώσει την πολιτική κυριαρχία του ιδίου και του κόμματος του επί του Κεντρώου χώρου.[7]

 

[1] Θεωρητικώ τω τρόπω, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και προσωπικά ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, οφείλουν να προσέξουν ιδιαιτέρως για μην πέσουν στην ‘παγίδα’ του νόμου του Gresham. Τι προβλέπει ο σχετικός νόμος; Όπως υποστηρίζει ο Γερμανός κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ, η «ουσία» του συγκεκριμένου νόμου «βρίσκεται στο ότι αποκαλύπτει ένα γενικότερο οργανωτικό φαινόμενο που μπορεί να εκφραστεί με την παραλλαγή του ότι σε όσα συλλογικά όργανα δεν διαθέτουν ρυθμιστικό μηχανισμό προσαρμογής της ουσιαστικής προς την ονομαστική αξία των λειτουργιών τους, η ‘’δευτερεύουσα ή τυπική λειτουργία υποσκελίζει την πρωτεύουσα ή ουσιαστική». Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα από την εγχώρια πολιτική πραγματικότητα. Έτσι λοιπόν, εν είδει υποθέσεως εργασίας, θα υποστηρίξουμε πως ένας εκ των πλέον βασικών λόγων για τους οποίους ο πολύ σημαντικός ‘Νόμος Διαμαντοπούλου’ οδηγήθηκε σε σταδιακό εκφυλισμό και δεν εφαρμόστηκε στην πράξη, ήσαν και το ό,τι αφενός δεν συγκροτήθηκε μία επιτροπή που θα επιφορτίζονταν με το καθήκον παρακολούθησης του εάν και σε ποιο βαθμό εφαρμόζεται η καινοτόμα μεταρρύθμιση που έφερε το όνομα της τότε υπουργού Παιδείας του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος, Άννας Διαμαντοπούλου (θα μπορούσαν να επιβληθούν κυρώσεις σε όποιο πανεπιστημιακό ίδρυμα δεν εφάρμοζε τις προβλέψεις της μεταρρύθμισης), με αποτέλεσμα να ‘αλλοιώνονται’ οι σημαντικότερες προβλέψεις του από όλους όσοι δεν επεδείκνυαν καμία πρόθεση να τις εφαρμόσουν στην πράξη. Και, αφετέρου δε, διότι η έμφαση που έδωσαν οι ουκ ολίγοι ‘πολέμιοι’ της μεταρρύθμισης στις δευτερεύουσες πτυχές του (κατάργηση του ασύλου/Σαφώς και δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντική η κατάργηση του ασύλου/Όμως, σε εκείνο το νομοσχέδιο υπήρχαν άλλες καινοτόμες προβλέψεις ή ρυθμίσεις, ώστε εν τοις πράγμασι η πρόβλεψη για την κατάργηση του ασύλου, θέμα που βρίσκονταν για πολλά έτη στο προσκήνιο,  να περνά σε ‘δεύτερο πλάνο’), και η δημιουργία και αναπαραγωγή στη δημόσια σφαίρα πολλών παρανοήσεων, είχαν ως απόρροια οι δευτερεύουσες πτυχές του να υποσκελίσουν τις «πρωτεύουσες ή ουσιαστικές», για να παραφράσουμε ελαφρά τον Βέμπερ. Και στο μεταρρυθμιστικό νομοσχέδιο που σπεύδει να ρυθμίσει το ‘καθεστώς συμβίωσης’ των ομόφυλων ζευγαριών, ελλοχεύει ένας τέτοιος κίνδυνος. Δηλαδή, η δευτερεύουσα πτυχή του, που σε αυτή την συγκυρία είναι η καθιέρωση της τεκνοθεσίας για τα ομόφυλα ζευγάρια, να υπερκεράσει την πρωταρχική και ουσιώδη, που ακριβώς είναι η θεσμοθέτηση του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών. Σε μία τέτοια περίπτωση, η σημαντικότητα της μεταρρύθμισης μπορεί να αμβλυνθεί. Και ήδη, οι συζητήσεις που διεξάγονται στη δημόσια σφαίρα, τείνουν να δίνουν περισσότερη έμφαση στο ζήτημα της τεκνοθεσίας και όχι σε αυτό του γάμου. Βλέπε σχετικά, Weber, Max., ‘Wirtschaft und Gesellschaft,’ Tubingen, J.C.B. Mohr, 1976. Βλέπε και, για το ίδιο θέμα, Κατσούλης, Ηλίας., ‘Το επικοινωνιακό σύστημα της επιστήμης. Αναγνώριση. Σύνδρομο του Ματθαίου. Νόμος του Gresham,’ Περιοδικό Επιστήμη και Κοινωνία. Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, Τεύχος 14, 2005, σελ. 22, Διαθέσιμη στο: Προβολή του Το επικοινωνιακο σύστημα της επιστήμης: αναγνώριση - σύνδρομο του Ματθαίου - νόμος του Gresham (ekt.gr) Ο Κώστας Σοφούλης είναι αυτός που έχει επιχειρήσει να προσεγγίσει τον νόμο 1268/1982 για την εκπαίδευση, με βάση τον νόμο του Gresham, καταφέρνοντας έτσι να εντοπίσει με ακρίβεια τις εγγενείς αδυναμίες του. Σοφούλης, Κώστας., ‘Για το σύγχρονο δημόσιο πανεπιστήμιο. Κριτική και ένα σχέδιο,’ Εκδόσεις Τυπωθήτω, Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα, 2000.

[2] Βλέπε σχετικά, Χρυσοχόου, Δημήτρης., ‘Για μια ευρωπαϊκή res publica,’ Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2005. Οφείλουμε βέβαια να σημειώσουμε πως οι βάσεις προκειμένου να φθάσουμε σε αυτό το σημείο τέθηκαν επί συγκυβέρνησης Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς-Ανεξαρτήτων Ελλήνων, όταν και θεσπίστηκε το σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο υποδειγμάτων δράσης έγκειται στο ό,τι ενώ στο πρώτο υπόδειγμα (συγκυβέρνηση ‘ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ’), η καθιέρωση ή ορθότερα, η θεσμοθέτηση του συμφώνου συμβίωσης εμβαπτίστηκε στα νάματα μίας κατά κύριο λόγο ‘δικαιωματικής’ ατζέντας, έχοντας εκκολαφθεί και αναπτυχθεί σε πολλαπλές ‘αρένες’ συζήτησης, διαπραγμάτευσης και λήψης αποφάσεων  (εσωτερικό ΣΥΡΙΖΑ, εσωτερικό κοινωνικών κινημάτων, υπουργεία, Κοινοβούλιο), στο δεύτερο υπόδειγμα, μοναδική ‘αρένα’ συζήτησης και διαπραγμάτευσης επί των πτυχών του νομοσχεδίου, έχει οριστεί εξ αρχής, και πολύ ορθά, το Κοινοβούλιο. Αυτή η στρατηγική δεν ‘εξουδετερώνει’ εν συνόλω τις ‘φωνές’ αντίδρασης και διαμαρτυρίας (δεν θα μιλήσουμε για την ύπαρξη φυγόκεντρων τάσεων), που έχουν ήδη αναπτυχθεί στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας. Μπορεί όμως και αμβλύνει δραστικά την πίεση που μπορούν να ασκήσουν σημαντικοί θεσμικοί φορείς όπως είναι η Εκκλησία που έχουν ρόλο ‘αρνησίκυρων δρώντων’, κατά την ανάλυση του Γιώργου Τσεμπελή, αποτρέποντας τους από το να οργανώσουν ‘εκστρατείες’ διαμαρτυρίας με την συμμετοχή μάλιστα των διαφωνούντων βουλευτών. Το θεσμικό ‘τείχος’ που έχει ορθώσει προσωπικά ο πρωθυπουργός, υπενθυμίζει τους διακριτούς ρόλους βουλευτών και ιεραρχών (και όχι μόνο ιεραρχών), Πολιτείας και Εκκλησίας. Σε περίπτωση όπου προέκυπταν επιπλέον ‘αρένες’ διαπραγμάτευσης, εκτιμούμε πως οι αντιδράσεις θα ήσαν πιο έντονες και οξυμένες. Όπως συνέβη και την περίοδο όπου συζητούνταν η ‘Συμφωνία των Πρεσπών,’ τότε που πάλι ο ΣΥΡΙΖΑ, με πρωτοβουλία του τότε πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, το έθεσε εντός πολλαπλών ‘αρένων’, πράγμα που συνετέλεσε στο να προκύψουν έντονες κοινωνικές (κινηματικές) και πολιτικές αντιδράσεις. Παρά τις αντιδράσεις αυτές όμως, στο τέλος η ‘Συμφωνία’ υπερψηφίστηκε.

[3] Βλέπε σχετικά, Craig, P.P., ‘Democracy and rule-making within the EC: An Empirical and Normative Assessment,’ European Law Journal, 3, 2, 1997. Με την θεσμοθέτηση και εφαρμογή του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών, οι ομοφυλόφιλοι μπορούν να νιώσουν την ίδια ‘χαρά’ που νιώθουν οι ετεροφυλόφιλοι όταν ετοιμάζονται να παντρευτούν. Τον ίδιο ενθουσιασμό την στιγμή της τέλεσης του πολιτικού και όχι θρησκευτικού, γάμου. Να αποκτήσουν status ‘συζύγων’ που μπορούν να ‘μοιραστούν τα πάντα μεταξύ τους’. Να γιορτάσουν με φίλους και με συγγενείς το ξεκίνημα μίας ‘νέας ζωής’.

[4] Βrugger, B., ‘Republican theory in political thought: Virtuous or virtual?,’ London, Macmillan, 1999. Και, Χρυσοχόου, Δημήτρης., ‘‘Για μια ευρωπαϊκή res publica…ό.π., σελ. 104. Ένα ενδιαφέρον ερώτημα είναι το ακόλουθο: Μπορούμε να κάνουμε λόγο για έναν «φιλελεύθερο ρεπουμπλικανισμό», για να δανεισθούμε την ορολογία του Pettit; Δεν θα διστάσουμε να απαντήσουμε θετικά. Η ρεπουμπλικανική θεώρηση που τίθεται στο επίκεντρο (πολύ λίγοι την διακρίνουν), προτάσσει την ‘αναγκαιότητα’ της μεγαλύτερης ή της περισσότερης ελευθερίας, νοούμενης εδώ ως «μη-κυριαρχίας», ήτοι ως εξασφάλιση ότι όλοι οι πολίτες και θα έχουν πρόσβαση στα ίδια αγαθά και δεν θα μπορεί ο ένας να επιβληθεί του άλλου. Να όμως πως η θεωρητική εμβάθυνση μίας φέρει ενώπιον μίας δεύτερης επισήμανσης, σχετικής με τον ρεπουμπλικανισμό. Και ποια είναι αυτή; Ο πρωθυπουργός και το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας δρουν με βάση τον θεμέλιο λίγο του «ρεπουμπλικανικού πατριωτισμού» (Viroli), που είναι η αρχή ‘Caritas Republicae’: ‘Αγάπα την Δημοκρατία’. Και η αρχή αυτή τέθηκε στο επίκεντρο και κατά την διάρκεια της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης στον Έβρο τον Φεβρουάριο του 2020. Για την Ρεπουμπλικανική προσέγγιση του Pettit, βλέπε και, ‘Η Ευρωπαϊκή Ιδιότητα του Πολίτη μεταξύ πολιτικότητας και υπεκφυγής: Μια Νέο-Ρεπουμπλικανική Προσέγγιση,’ Πανεπιστήμιο Κρήτης, Mimeo, 2000. Και, Viroli, M., ‘Republican patriotism,’ στο: McKinnon, C., & Hampsher-Monk, I., (επιμ.), ‘The Demands of Citizenship,’ London, Continuum, 2000. Από αυτή την βασική αρχή του «ρεπουμπλικανικού πατριωτισμού» αποκλίνει δραστικά, εδώ και χρόνια, ο πρώην πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ.

[5] Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Εννοούμε πως ο πρωθυπουργός δεν επιτρέπει να τον επηρεάσουν αυτές οι απόψεις και οι αντιλήψεις όσον αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνει και θα λάβει στο μέλλον. Οφείλουμε όμως να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, λέγοντας από την μία πλευρά πως ο πρωθυπουργός δεν επηρεάστηκε καθόλου ως προς την διαμόρφωση της στάσης του για αυτό το ζήτημα από τον κακής ποιότητας ακτιβισμό της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, που θυμίζει, με τα διάφορα ‘parade,’  ‘καρναβάλι των μεταμφιεσμένων,’ για να στραφούμε και στον Μιχαήλ Μπαχτίν. Και, από την άλλη πλευρά, δεν επηρεάστηκε καθόλου από τις πολύ συχνές δημόσιες δηλώσεις αυτο-προσδιορισμού επώνυμων προσώπων (ηθοποιών, τραγουδιστών, που προβάλλουν τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις), οι οποίοι δια της πλαγίας, επιθυμούσαν να καταστήσουν τμήμα της κυβερνητικής πολιτικής την δική τους ατζέντα. Εν ευρεία εννοία, θα ισχυρισθούμε πως  μία ώριμη, ισχυρή φιλελεύθερη δημοκρατία όπως είναι η ελληνική, έχει την δυνατότητα να αφουγκράζεται τις υπάρχουσες τάσεις που επικρατούν σε επίπεδο κοινωνίας, να αντιμετωπίζει στρεβλώσεις (γιατί θεσμική ‘στρέβλωση’ και όχι ‘παθογένεια’ ήσαν η μη-θεσμοθέτηση του γάμου μεταξύ των ομόφυλων ζευγαριών), και να επιλύει προβλήματα.

[6] Και εδώ προκύπτει μία ενδιαφέρουσα γλωσσική αναντιστοιχία: Τον γλωσσικό όρο ‘coming out,’ τον χρησιμοποιούν πολύ περισσότερο οι δημοσιογράφοι, συγκριτικά με πολίτες και πολιτικούς (και όχι μόνο εθνικολαϊκιστικών ‘δεξιών’  κομμάτων) οι οποίες δεν επιθυμούν να εξοικειωθούν με τον συγκεκριμένο όρο. Οπότε, ακόμη και αν χρησιμοποιείται, δεν έχει εδραιωθεί, κάτι που σημαίνει πως όσο εύκολα εισήλθε στη δημόσια σφαίρα, τόσο εύκολα μπορεί και να ‘χαθεί’. Ή να ‘εξαφανιστεί’. Πολλοί ομοφυλόφιλοι επιδιώκουν σφόδρα να δουν την «αξιοπρέπεια τους να αναγνωρίζεται», όχι από τους δικούς τους, αλλά από τους «άλλους ανθρώπους», κατά τον Φράνσις Φουκουγιάμα. Τους διακρίνει δηλαδή το στοιχείο της «ενόρμησης». Αυτήν την επιθυμία ή την επιδίωξη τους, αναγνωρίζει πρώτος απ’ όλους τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς, ο πρωθυπουργός. Όμως, το βασικό ζητούμενο δεν είναι να απέχουν οι διαφωνούντες βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας την ημέρα της ψηφοφορίας στο Κοινοβούλιο. Αλλά να σπεύσουν να καταψηφίσουν ανοιχτά και τολμηρά (κάποια εκ των επιχειρημάτων που διατυπώνονται κατά του γάμου είναι πολύ ισχυρά) γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να προκύψει μία εις βάθος επιστημονική συζήτηση για τέτοια ακανθώδη και ‘φορτισμένα’ πολιτικοϊδεολογικά θέματα (να που οι σεξουαλικές προτιμήσεις ενός εκάστου, παράγουν ιδεολογία). Βλέπε και, Φουκουγιάμα, Φράνσις., ‘Trust. The social virtues and the creation of prosperity,’ New York, The Free Press, 1007.

[7] Ο Κυριάκος Μητσοτάκης (κάτι παρόμοιο μπορεί να ειπωθεί και για τον Νίκο Ανδρουλάκη)  είναι αυτός που διακρίνει μία «θετική αιτιώδης σχέση μεταξύ θεσμών και αποτελεσμάτων», όπως εύστοχα γράφει ο Γιώργος Τσεμπελής. Βλέπε και, Τσεμπελής, Γιώργος., ‘Εμφωλευμένα παίγνια. Η ορθολογική επιλογή στη συγκριτική πολιτική,’ Μετάφραση: Νάνος, Παναγιώτης. Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2004.