Παύλος Μπακογιάννης: Ένας βαθιά δημοκράτης πολιτικός και οραματιστής- Δολοφονήθηκε από την 17Ν

27 Σεπ 2023

Ο Παύλος Μπακογιάννης, Πολιτικός επιστήμονας, δημοσιογράφος, βουλευτής, υπέρμαχος της δημοκρατίας, άνθρωπος με πολιτική αξιοπρέπεια, ήπιων τόνων, συναινετικός, μαέστρος του διαλόγου και οραματιστής.

Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1935 στο χωριό Βελωτά της Ευρυτανίας. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του παπα - Κώστα και της Ειρήνης Μπακογιάννη. Γυμνάσιο πήγε στο Θέρμο Τριχωνίδας, για ένα χρόνο στο Καρπενήσι (1950) και το τελείωσε στην Πάτρα στο Β' Γυμνάσιο Πατρών. Σπούδασε Πολιτικές και Κοινωνικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία, παίρνοντας πτυχίο Πολιτικής Οικονομίας και Πολιτικών Επιστημών των Πανεπιστημίων Μονάχου, Τύμπιγκεν και Κωνσταντίας (Konstanz), στο Πανεπιστήμιο της οποίας ανακηρύχθηκε κατόπιν Διδάκτωρ των Κοινωνικών Επιστημών. Δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 και για 10 περίπου χρόνια διηύθυνε το ελληνόφωνο πρόγραμμα της ραδιοφωνίας της Βαυαρίας.

Ήταν διευθυντής του ελληνικού προγράμματος της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, όταν έγινε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Από τη θέση αυτή αντιτάχθηκε στο δικτατορικό καθεστώς και έκανε εκπομπές με σχόλια και ειδήσεις που αναμεταδίδονταν και από την Deutsche Welle και πολύ γρήγορα έγιναν σημείο αναφοράς του αντιδικτατορικού αγώνα.

Στο Μόναχο γνώρισε τη Ντόρα Μητσοτάκη, κόρη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η οποία σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης και την οποία και παντρεύτηκε το 1974. Μαζί της απέκτησε δύο παιδιά, την Αλεξία και τον Κώστα.

Λόγω της αντιδικτατορικής του δράσης την περίοδο της δικτατορίας, στερήθηκε της ελληνικής υπηκοότητας και του παραχωρήθηκε πολιτικό άσυλο στη Δυτική Γερμανία. Σύμφωνα με μαρτυρία της Ντόρας Μπακογιάννη, το 1970 τοποθετήθηκε βόμβα στο σπίτι του στο Μόναχο και όπως του είχε πει η γερμανική αστυνομία υπεύθυνες ήταν οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες της εποχής.

Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, το 1974 επέστρεψε στην Ελλάδα. Εργάσθηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» και το 1982 ανέλαβε εκδότης - διευθυντής του εβδομαδιαίου περιοδικού «ΕΝΑ» ως το Φεβρουάριο του 1985. Από το Νοέμβριο του 1985 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1989 διετέλεσε πολιτικός σύμβουλος του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Κώστα Μητσοτάκη. Τον Ιούνιο του 1989 εκλέχθηκε βουλευτής της μονοεδρικής περιφέρειας Ευρυτανίας. Ακολούθησε η Κυβέρνηση Τζαννετάκη, στο σχηματισμό της οποίας έλαβε ενεργό ρόλο, ως διαπραγματευτής μεταξύ του κόμματός του και του Συνασπισμού.

Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ανάπτυξη της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ευρυτανίας. Το πρώτο του μάλιστα βιβλίο είχε τίτλο: "Η Ευρυτανία και οι οικονομικές της δυνατότητες" (Αθήνα, 1960). Κατήρτησε ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξης της περιοχής, το οποίο υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως πολιτικός θεωρούνταν ήπιος και συναινετικός. Θεωρούσε επιβεβλημένη την υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών, την επούλωση των πληγών του Εμφυλίου και του Διχασμού και την Εθνική Συμφιλίωση. Στα πλαίσια αυτής του της πεποίθησης εργάστηκε για την επιτυχία του πρωτοποριακού, για την εποχή, εγχειρήματος συγκυβέρνησης Αριστεράς και Δεξιάς. Για τους ίδιους λόγους ήταν εισηγητής, εκ μέρους της Ν.Δ., του νομοσχεδίου για την απάλειψη των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου που υπερψηφίστηκε και έγινε Νόμος το καλοκαίρι του 1989.

Δολοφονία

Η τρομοκρατική οργάνωση 17 Νοέμβρη δολοφόνησε τον Μπακογιάννη το πρωί της Τρίτης 26ης Σεπτεμβρίου 1989 στην είσοδο της πολυκατοικίας της οδού Ομήρου 35 στην Αθήνα, όπου στεγαζόταν το γραφείο του. Οι δράστες τον περίμεναν στις σκάλες που οδηγούσαν στο υπόγειο. Όταν εμφανίστηκε τον πυροβόλησαν πέντε φορές και τράπηκαν σε φυγή με το κλεμμένο αυτοκίνητο που το παράτησαν στην οδό Λέοντα Σγουρού 11. Ο σοφέρ άκουσε τους πυροβολισμούς, είδε τον Μπακογιάννη αιμόφυρτο στο πάτωμα και τον μετέφερε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός όπου και κατέληξε. 

Η δολοφονική επίθεση εναντίον του απ' την 17 Νοέμβρη ξένισε ακόμα και υποστηρικτές της. Από όλους τους φιλο-χουντικούς πολιτικούς που κυβέρνησαν, που έκλεψαν, που κορόιδεψαν, η οργάνωση βρήκε να τιμωρήσει κάποιον νεοεκλεγέντα βουλευτή και μάλιστα μετριοπαθή;

Στις 17 Δεκεμβρίου του 2003, ο πρόεδρος του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, Μιχάλης Μαργαρίτης, ανακοίνωσε τις ποινές για τους 15 ενόχους της 17Ν

Για τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη: Ισόβια κάθειρξη στους Δημήτρη Κουφοντίνα, Ηρακλή Κωστάρη και Αλέξανδρο Γιωτόπουλο και από 15 χρόνια κάθειρξη στον Σάββα Ξηρό και στον Βασίλη Τζωρτζάτο.

26 χρόνια μετά η Αστυνομία  είχε την ομολογία του Βασίλη Τζωρτζάτου, ο οποίος είπε στην προανακριτική του κατάθεση ότι πήρε μέρος στη λήψη απόφασης της δολοφονίας.

Βάσει της κατάθεσής του, με τη δολοφονία εμπλέκονται ακόμη οι Αλέκος Γιωτόπουλος, Δημήτρης Κουφοντίνας, Σάββας Ξηρός και Ηρακλής Κωστάρης: «... Σε συνάντηση που είχαμε στα μέσα Αυγούστου 1989 εγώ, ο "Λάμπρος" (σ.σ.: Γιωτόπουλος), ο "Λουκάς" (σ.σ.: Κουφοντίνας) και ο "Μιχάλης" (σ.σ.: Σ. Ξηρός) με πρόταση του "Λουκά" και του "Λάμπρου" αποφασίσαμε την εκτέλεση του βουλευτή Μπακογιάννη. [...] Την εκτέλεση έκαναν ο "Λουκάς", ο "Μιχάλης" και ο "Χάρης" (σ.σ.: Κωστάρης), χωρίς να ξέρω ποιος πυροβόλησε. Μετά την εκτέλεση και οι τρεις ήρθαν πεζή στο αυτοκίνητο όπου ήμουν εγώ».

Στη δική του κατάθεση ο Χριστόδουλος Ξηρός τονίζει: «Στη δολοφονία του Μπακογιάννη εγώ δεν συμμετείχα, πλην όμως, απ' όσα άκουσα στην οργάνωση, την ομάδα αποτελούσαν ο "Σταμάτης", ο αδελφός μου ο Σάββας, ο "Λουκάς", ο "Χάρης" και ο "Λάμπρος"».

Την ημέρα που δολοφονήθηκε συνέπεσε να εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση η χρηματοδότηση του προγράμματος για την Ευρυτανία, που ο ίδιος είχε καταρτίσει.

Ο Μπακογιάννης κηδεύτηκε στο Καρπενήσι στις 29 Σεπτεμβρίου παρουσία πολύ κόσμου, που φώναζαν συνθήματα κατά της τρομοκρατίας. Στο Καρπενήσι οι αρχές της πόλης τον τίμησαν δημιουργώντας το ομώνυμο πάρκο, όπου έχει στηθεί ο ανδριάντας του, και δίνοντας το όνομά του σε κεντρικό δρόμο της πόλης.