Σάκης Καράγιωργας

17 Αυγ 2023

Ο Σάκης Καράγιωργας γεννήθηκε στον Πύργο της Ηλείας στις 17 Απριλίου 1930 και πέθανε στην Αθήνα στις 17 Αυγούστου 1985 σε ηλικία πενήντα πέντε χρονών. Νωρίς έχασε τον πατέρα του μέσα στις κακουχίες των κατοχικών φυλακών και αναγκάζεται, σχεδόν δωδεκάχρονος, να βγει στην καθημερινή βιοπάλη της οικογένειας του. Μεγαλώνει κοντά στις θλιβερές εμπειρίες της κατοχής και των εκτελέσεων Ελλήνων πατριωτών, στο μεγαλείο της Εθνικής μας Αντίστασης, στην τραγωδία του εμφύλιου πολέμου.

Παραταύτα τα καταφέρνει δουλεύοντας και σπουδάζοντας, να τελειώσει τις εγκύκλιες σπουδές στην ιδιαίτερή του πατρίδα και τις πανεπιστημιακές του σπουδές στην Αθήνα. Το 1953 αποφοίτησε από την Ανώτατη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς και το 1954 από την Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών. Μετά την περάτωση των σπουδών του εργάζεται (1954-1955) στη Διεύθυνση Προγράμματος του Υπουργείου Συντονισμού. Το 1956 προσλαμβάνεται στη, νεοσύστατη τότε, Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδας και καθιερώνεται ως στέλεχος της χάρη στην επιστημονική του κατάρτιση, την οξυδέρκειά του και την εργατικότητά του. Σε δύο χρόνια, ο 28χρονος οικονομολόγος κερδίζει υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών και αρχίζει μεταπτυχιακές σπουδές στην London School of Economics (1959-1962). Ειδικεύεται στη Δημόσια Οικονομική και ανακηρύσσεται διδάκτορας (Ph.D) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου με τη διδακτορική του διατριβή που έχει ως θέμα τη φορολογία των ξένων επενδύσεων (Taxation Of Foreign Investment). Στο έργο αυτό ο Καράγιωργας διερευνούσε το πρόβλημα της φορολογίας των ξένων ιδιωτικών επενδύσεων, το οποίο κατά την περίοδο της δεκαετίας του 1950 αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία για τη θεωρία της Δημόσιας Οικονομικής και είχε αρχίσει να απασχολεί διεθνώς τους ειδικούς μελετητές. Στο πλαίσιο αυτό η διδακτορική διατριβή του Έλληνα οικονομολόγου κατατάσσεται ανάμεσα στις πρώτες συστηματικές προσπάθειες για θεωρητική και εμπειρική διερεύνηση θεμάτων διεθνούς φορολογίας.

Παράλληλα με τις μεταπτυχιακές του σπουδές, από το τέλος της δεκαετίας 1950-1960, ο Καράγιωργας συνεργάζονταν στενά με τον καθηγητή Απ. Λάζαρη. Αποτέλεσμα της συνεργασίας αυτής ήταν η κατάστρωση ενός υποδείγματος νομισματικής ανάλυσης το οποίο επιτρέπει την παρακολούθηση των διακλαδικών επιδράσεων που προκαλούνται από τις μεταβολές της ενεργούς ζήτησης. Το υπόδειγμα αυτό ήταν ειδικά προσαρμοσμένο για να διευκολύνει την άσκηση νομισματικής αντιπληθωριστικής πολιτικής στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες.

Τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξαν οι ερευνητές δημοσιεύτηκαν από το Γραφείο Ερευνών της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς το 1960 με τον τίτλο «Ev υπόδειγμα Νομισματικής Αναλύσεως». Άλλες δημοσιεύσεις της περιόδου εκείνης περιλαμβάνουν τα άρθρα του Καράγιωργα στις «Σπουδές», όπως π.χ. «Συστήματα Γενικής Οικονομικής Ισορροπίας και Διακλαδική Ανάλυση» (1959), «Φορολογική Πολιτική και Οικονομική Ανάπτυξη. Η ελληνική περίπτωση» (1964) και «Οικονομική Ανάλυση του Προβλήματος της Διπλής Φορολογίας» (1963).

Μετά το 1962, ο Καράγιωργας, περατώνοντας τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Αγγλία, επιστρέφει στην Ελλάδα και αναπτύσσει πολύπλευρη επιστημονική, διδακτική, κοινωνική και πολιτική δράση. Επανέρχεται στη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος και παράλληλα (1964-1967), συνεργάζεται ως ειδικός επιστημονικός συνεργάτης με το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), όπου ασχολείται με τη μελέτη του φορολογικού συστήματος της χώρας μας. Επεξεργάζεται επίσης και εισηγείται προτάσεις για αναμόρφωση και εκσυγχρονισμό του φορολογικού συστήματος της Ελλάδας, με στόχο τη διαμόρφωση κατάλληλου φορολογικού πλαισίου ικανού να συμβάλει αποφασιστικά στην προώθηση των διαδικασιών οικονομικής ανάπτυξης.

ΙΙ

Την πολύπλευρη κοινωνική, ακαδημαϊκή και πολιτική δράση του Καράγιωργα τη συνοδεύει πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό έργο, το οποίο επικεντρώνεται στην προβληματική οικονομικής παρέμβασης του Κράτους στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες, καθώς και σε θέματα σταθεροποίησης των διακυμάνσεων της ελληνικής οικονομίας. Για τον προσδιορισμό των επιπτώσεων της σταθεροποιητικής πολιτικής καταστρώνει οικονομετρικά υποδείγματα για τη μέτρηση της αυτόματης σταθεροποιητικής επίδρασης των βασικών δημοσιονομικών μεταβλητών, όπως ο προοδευτικός φόρος εισοδήματος, οι φόροι κατανάλωσης και οι μεταβιβαστικές πληρωμές. Τα αποτελέσματα της ερευνητικής του εκείνης ενασχόλησης παρουσιάζονται στη μελέτη του. «Η Προοδευτικότητα του Ελληνικού Φόρου Εισοδήματος και η Σταθεροποιητική Αυτού Επίδρασις», η οποία δημοσιεύεται στις εκδόσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, το 1963.

Την ίδια χρονιά ο Σάκης Καράγιωργας διορίζεται επιμελητής στην Ανώτατη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς (Α.Β.Σ.Π.) και αρχίζει μια διδακτική πορεία, μέσα από την οποία θα καθιερωθεί ως κορυφαίος πανεπιστημιακός δάσκαλος. Στην Α.Σ.Β.Π. διδάσκει Εφαρμοσμένη Οικονομική. Σε δύο χρόνια (1965) αναγορεύεται υφηγητής της Ανώτατης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών. Και ένα χρόνο αργότερα καθηγητής της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών, στην έδρα της Δημόσιας Οικονομικής. Στην Πάντειο θα διδάξει το ακαδημαϊκό έτος 1966-1967. Τον ίδιο χρόνο δημοσιεύεται στις εκδόσεις του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) το έργο του «Εισηγήσεις επί της Μεταρρυθμίσεως του Ελληνικού Φορολογικού Συστήματος», που συνέταξε ο Σ. Καράγιωργας, σε συνεργασία με τον καθηγητή G. Break. Στα 1967 επίσης εκδίδεται από τον Οίκο Παπαζήση το πρώτο διδακτικό του βιβλίο: «Παραδόσεις Δημοσιονομικής Πολιτικής». Το έργο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες των τελειοφοίτων σπουδαστών της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών, αποτέλεσε, για την εποχή του, πρότυπο διδακτικό εγχειρίδιο στο χώρο της Δημόσιας Οικονομικής, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην παρουσίαση της κεϋνσιανής θεωρίας και πολιτικής της οικονομικής σταθεροποίησης. Ακολουθεί, σε σύντομο χρονικό διάστημα, το δίτομο διδακτικό σύγγραμμα «Παραδόσεις Δημόσιας Οικονομικής» (εκδόσεις Παπαζήση), Το σύγγραμμα εκείνο είχε σχεδιασθεί για να καλύψει τις ανάγκες των φοιτητών του δευτέρου έτους της Παντείου Α.Σ.Π.Ε. και φέρνει για πρώτη φορά τον Έλληνα φοιτητή σε επαφή με τη νεοκλασική θεωρία της Δημόσιας Οικονομικής, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τη σύνθεση της ευρωπαϊκής -παράδοσης, των Ιταλών και Σκανδιναβών θεωρητικών της Δημόσιας Οικονομικής με την κεϋνσιανή θεωρία. Παράλληλα, ο Καράγιωργας, συνειδητοποιώντας τη φτώχεια και την καθυστέρηση της ελληνικής βιβλιογραφίας σε θέματα οικονομικής επιστήμης, μεταφράζει βασικά ξένα συγγράμματα. Κάνει αρχή με το βιβλίο του S. KUZNETS «Σύγχρονος Οικονομική Ανάπτυξη», (εκδόσεις Παπαζήση). Το μεταφραστικό του έργο θα το συνεχίσει στα χρόνια της φυλακής, όπου, με τη συνεργασία του Θ. Παπαμάργαρη, μεταφράζονται τα ογκώδη εγχειρίδια του R. Lipsey «Εισαγωγή εις την Θετικήν Οικονομικήν», και του Ρ. Samuelson «Οικονομική» (εκδόσεις Παπαζήση). Στις φυλακές Κορυδαλλού εξάλλου, ο Καράγιωργας, θα καταπιαστεί πάλι με τις θεωρητικές διαστάσεις της διεθνούς φορολογίας για να συντάξει το άρθρο «Taxation of Foreign Firms» («Φορολογία ξένων επιχειρήσεων»), που θα δημοσιευθεί αργότερα (το 1975) στο περιοδικό Pub1ic Finance Quarterly».

Καθώς αναφέρθηκε ήδη, από τις αρχές της δεκαετίας 1960-1970, ο καθηγητής Καράγιωργας μετέχει ενεργά στις προσπάθειες ανάπτυξης της οικονομικής επιστήμης στη χώρα μας. Το Γενάρη του 1965 γίνεται μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του περιοδικού «Νέα Οικονομία», όπου και δημοσιεύει σειρά από σημαντικά άρθρα. Μετέχει επίσης στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ελληνικής Εταιρίας Προγραμματισμού. Το 1963-1964 ορίζεται Γενικός Γραμματέας της Οικονομικής εξ Υπουργών Επιτροπής στην Κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου. Και λίγο αργότερα, συνιδρύει μαζί με άλλους προοδευτικούς επιστήμονες και διανοουμένους τον πολιτικό όμιλο «Αλέξανδρος Παπαναστασίου». Ανάμεσα στους στόχους του Ομίλου εκείνους του οποίου ο Καράγιωργας ήταν αντιπρόεδρος, περιλαμβάνονταν η μελέτη των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας, οι συντονισμένες προσπάθειες και πρωτοβουλίες για διαμόρφωση εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, ικανής να εκφράσει τα αιτήματα και τους πόθους του ελληνικού λαού και η επισήμανση και στοιχειοθέτηση των αναγκαίων θεσμικών, διοικητικών, οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων για τον εκσυγχρονισμό της χώρας.

ΙΙΙ

Το στρατιωτικό πραξικόπημα του Απριλίου του 1967 θα αποτελέσει ριζική τομή στην πολιτική και προσωπική ζωή, καθώς και στην επιστημονική δραστηριότητα του Σάκη Καράγιωργα. Για τον αγωνιστή όμως και τον επιστήμονα δεν θα υπάρξουν αμηχανίες, διλήμματα ή ταλαντεύσεις. Την ίδια κιόλας ημέρα του πραξικοπήματος, ο Καράγιωργας και άλλοι πατριώτες – μέλη ως επί το πλείστον του Ομίλου «Αλέξανδρος Παπαναστασίου» – ιδρύουν την αντιδικτατορική Οργάνωση «Δημοκρατική Άμυνα» και αναλαμβάνουν ενεργό αντιστασιακή δράση. Ο Καράγιωργας έρχεται σε επαφή με προοδευτικούς φοιτητές, τους εμψυχώνει, οργανώνει αντιστασιακούς πυρήνες, τυπώνει προκηρύξεις, πραγματοποιεί διασυνδέσεις με άλλες αντιστασιακές οργανώσεις σε μια προσπάθεια να συντονιστεί η αντιδικτατορική πάλη. Η δραστηριότητά του εκείνη περιλαμβάνει και ενέργειες δυναμικού χαρακτήρα.

Το καλοκαίρι του 1969 (14 Ιουλίου) τραυματίζεται βαριά από πρόωρη έκρηξη αυτοσχέδιου εκρηκτικού μηχανισμού, καθώς τον προετοίμαζε για τοποθέτηση. Η έκρηξη οδήγησε στον ακρωτηριασμό του δεξιού του χεριού, σε τραύματα στο κεφάλι και το τύμπανο του δεξιού του αυτιού. Η γυναίκα του Νίκη τον μεταφέρει αιμόφυρτο στο νοσοκομείο. Εκεί όμως τον συλλαμβάνουν αμέσως οι πράκτορες της χουντικής ασφάλειας και παρά τις συστάσεις των γιατρών ανακρίνεται απάνθρωπα και υφίσταται σκληρούς βασανισμούς. Η ανάκριση και τα βασανιστήρια και η αυστηρή απομόνωση σε διάφορα κρατητήρια της Ασφάλειας Προαστίων κράτησαν πάνω από 5 μήνες. Τίποτε όμως απ’ όλα εκείνα δεν έκαμψαν τον Καράγιωργα. Αντιδρά στην απομόνωση και μαθαίνει να γράφει με το αριστερό του χέρι.

Η απομόνωσή του κράτησε ως το τέλος του 1969. Παραμονές Χριστουγέννων μεταφέρθηκε στις φυλακές Αβέρωφ, όπου είχαν ήδη μεταφερθεί και άλλοι αντιστασιακοί. Οι σύντροφοί του διηγούνται πως ήταν σωματικό ράκος, αλλά διατηρούσε ακμαίο το ηθικό του. Ίσως και τη θύμηση πως η Σύγκλητος της Παντείου Α.Σ.Π.Ε. του 1969 είχε αποφασίσει να του αφαιρεθεί ο τίτλος του καθηγητή της και να εκδιωχθεί από τη Σχολή…

Τον Απρίλη του 1970 ο Σάκης Καράγιωργας, μαζί με άλλους 34 αντιστασιακούς, δικάστηκε από το Έκτακτον Στρατοδικείο της Αθήνας. Ήταν η πολύκροτη δίκη της «Δημοκρατικής Άμυνας». Και για πρώτη φορά στη δίκη εκείνη καταγγέλθηκαν δημόσια τα βασανιστήρια στα οποία είχαν υποβληθεί οι συλληφθέντες αντιστασιακοί. Οι περιγραφές των βασανιστηρίων – μεταξύ των οποίων και του Καράγιωργα – οι οποίες δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και ξένο Τύπο, συγκλόνισαν το πανελλήνιο και την παγκόσμια κοινή γνώμη: αποκάλυψαν τις μεθόδους με τις οποίες παρέμενε στην εξουσία η δικτατορία και έγιναν αφορμή να ενταθεί και να εξαπλωθεί η διεθνής κατακραυγή ενάντια στη δικτατορία.

Ο Επίτροπος του Στρατοδικείου ζήτησε, μόνο για τον Καράγιωργα, την ποινή του θανάτου. Και τη ζήτησε με επιμονή. Το στρατοδικείο όμως, αντιμέτωπο με την πανελλήνια κατακραυγή, την ανεπιφύλακτη συμπαράσταση της διεθνούς κοινής γνώμης, της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας και της παρέμβασης του δημοκρατικού πολιτικού χώρου της Ευρώπης, δεν τόλμησε να επιβάλλει στον Καράγιωργα, τη θανατική ποινή. Τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη και 18 χρόνια φυλάκιση με βάση το Νόμο 509 για «ανατροπή του καθεστώτος».

Η απολογία του Καράγιωργα στο στρατοδικείο ήταν αντάξια της προσωπικότητάς του και της όλης του δράσης και ανδρείας. Συμπύκνωσε τις βασικές Ιδέες που καθοδήγησαν τη ζωή του, την πολιτική και επιστημονική του πορεία. Και τόνισε πως το ελεύθερο πολίτευμα είναι προϋπόθεση για την αποτελεσματική και δίκαιη λειτουργία των σύγχρονων κοινωνιών. Η κοινωνική συμβίωση, τόνισε, προϋποθέτει συνθήκες που να επιτρέπουν τη διαμόρφωση ακηδεμόνευτης γνώμης και ορθής κρίσης. Συνθήκες δηλαδή που να ικανοποιούν το αίτημα της λήψης κοινωνικών αποφάσεων μέσα από διαδικασίες συμμετοχικές και δημοκρατικές. Για την προοπτική του συνειδητοποιημένου επιστήμονα, κατέληξε ο Καράγιωργας, είναι καθοριστικό: να πληροφορεί και να διαφωτίζει, να καθοδηγεί με την πράξη και με τη στάση του.

Μετά την καταδίκη του ο Καράγιωργας κρατήθηκε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ, Καλαμιού (Ιτζεδίν), Αλικαρνασσού και Κορυδαλλού. Στις φυλακές αυτές, θα παραμείνει ως τον Αύγουστο του 1973. Απελευθερώθηκε με τη χορήγηση αμνηστίας, μαζί με την πλειονότητα των αντιστασιακών κρατουμένων. Μετά την πτώση της δικτατορίας, είχε επανέλθει στην Τράπεζα, για ν’ αποχωρήσει όμως οικειοθελώς με το βαθμό του διευθυντή. Από τότε αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο διδακτικό και στο ερευνητικό έργο του.

IV

Τα χρόνια της φυλάκισής του υπήρξαν πολύ δύσκολα. Ο σοβαρός τραυματισμός του, σε συνδυασμό με τις χείριστες συνθήκες κράτησης και διαβίωσης, τις πολλές μεταγωγές από φυλακή σε φυλακή, τις συχνές εισόδους και εξόδους στα νοσοκομεία, την πλημμελή νοσοκομειακή και φαρμακευτική περίθαλψη και τις επανειλημμένες απεργίες πείνας, επιδείνωσαν ακόμη περισσότερο την επισφαλή υγεία του, προκάλεσαν μονιμότερες βλάβες, υπέσκαψαν την εξασθενημένη αντοχή του οργανισμού του και αποδείχτηκαν μοιραίες για τη ζωή του.

Παρά ταύτα, καθώς το είπαμε και πιο πάνω, ο Σάκης Καράγιωργας, ακόμα και κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του συνέχισε την επιστημονική του δράση, πρωτότυπη και μεταφραστική. Κάνει έρευνα σχετική με τις εισοδηματικές ανισότητες στην Ελλάδα και την αποτελεσματικότητα της αναδιανεμητικής πολιτικής του κράτους. Περίληψη των αποτελεσμάτων εκείνης της έρευνας δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «The Economic Journal», το 1973 με τίτλο «The Distributions of Tax Burden by Income Groups in Greece» (Η κατανομή του φορολογικού βάρους κατά εισοδηματικά κλιμάκια στην Ελλάδα). Για την ολοκλήρωση της μελέτης αυτής ο Καράγιωργας αντιμετώπισε μεγάλα εμπόδια, που επιτείνονταν από το γεγονός πως η έρευνα γινόταν μέσα στη φυλακή. Ιδιαίτερα σημαντική στάθηκε η έλλειψη επίσημων στατιστικών στοιχείων διανομής του εισοδήματος κατά εισοδηματικά κλιμάκια. Τη σημαντική τούτη έλλειψη την ξεπέρασε ο Καράγιωργας επινοώντας μέθοδο έμμεσου υπολογισμού της κατανομής του εισοδήματος. Η μέθοδός του αυτή βασιζόταν στην αναγωγή, με τη βοήθεια οικονομετρικών υπολογισμών των κλιμακίων δαπανών των οικογενειακών προϋπολογισμών σε κλιμάκια εισοδήματος. Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η έρευνα εκείνης που αναφέρεται στην περίοδο της δεκαετίας του 1960, δείχνουν πως οι εισοδηματικές ανισότητες στην Ελλάδα είναι έντονες και αρκετά μεγαλύτερες από εκείνες που επικρατούν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Ακόμα σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι για πρώτη φορά ήρθαν στην επιφάνεια στοιχεία αναφερόμενα στην αναδιανεμητική επίδραση της φορολογικής πολιτικής του κράτους. Διαπιστώθηκε π.χ. ότι, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει κατά κανόνα στις αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες, το ελληνικό φορολογικό σύστημα, αντί να απαμβλύνει την ανισοδιανομή του εισοδήματος, τη διευρύνει.

Η έρευνα αυτή όπως σημειώθηκε ήδη, είχε αρχίσει κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του. Συνεχίστηκε όμως και μετά την αποφυλάκισή του. Το 1977 π.χ. έκαμε σχετική ανακοίνωση στο International Congress in Public Policy and Fiscal Policy, που έγινε στην Αθήνα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια συνοπτική έκθεση των βασικών αποτελεσμάτων της έρευνας. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πολίτης», με τίτλο «Η φορολογική εκμετάλλευση στην Ελλάδα». Στη δημοσίευση εκείνη, που αναφέρεται στη δεκαετία 1970-1980, δίνεται έμφαση σε μια μαρξιστικά προσανατολισμένη μεθοδολογία, γεγονός που καταγράφει τις θεωρητικές αναζητήσεις του Σ. Καράγιωργα την εποχή αυτή. Σχετική έρευνα του Καράγιωργα, που αναφέρεται στις εξελίξεις της πρώτης πενταετίας του 1980 και έγινε με τη συνεργασία του Θ. Πάκου, δημοσιεύεται στον ανά χείρας τόμο. Συναφές επίσης άρθρο των Καράγιωργα Πάκου, που διερευνά γενικότερες πτυχές κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων στην Ελλάδα δημοσιεύτηκε το 1985 μετά το θάνατο του Καράγιωργα στο περιοδικό «Les Temps Modernes», «Les Inegalites Economiques et Sociales Actuelles» («Οι σύγχρονες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες»). Το άρθρο εκείνο αναδημοσιεύτηκε σε ελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις «Εξάντας» (πρβλ. «Η Ελλάδα σε εξέλιξη», Αθήνα 1986).

Το ενδιαφέρον του Σ. Καράγιωργα για τις εισοδηματικές ανισότητες και τα φαινόμενα κοινωνικής αποστέρησης και φτώχειας στη χώρας μας παραμένει έντονο ως το τέλος της ζωής του. Τα τελευταία δύο χρόνια πριν από το θάνατό του, στα πλαίσια των ερευνητικών προγραμμάτων του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), αναλαμβάνει τη διεξαγωγή μεγάλης δειγματοληπτικής έρευνας με στόχο τη συγκέντρωση αξιόπιστων πρωτογενών στοιχείων κατανομής του εισοδήματος κατά εισοδηματικά κλιμάκια, κοινωνικές κατηγορίες και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Παράλληλα, και πάλι σε συνεργασία με το ΕΚΚΕ, αναλαμβάνει, σχεδιάζει και αρχίζει να υλοποιεί μια εμπειρική μελέτη, με στόχο τη μέτρηση της έκτασης και της έντασης του φαινόμενου της «φτώχειας» στην Ελλάδα. Από τις έρευνες όμως αυτές, καμιά δεν ολοκληρώθηκε όσο ζούσε ο Καράγιωργας.

V

Η πτώση της δικτατορίας και η αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών αποτελούν για τον Καράγιωργα την απαρχή μιας ιδιαίτερα πολύπλευρης και γόνιμης κοινωνικής δράσης. Επανέρχεται στην Πάντειο Σχολή, στην έδρα της Δημόσιας Οικονομικής, όπου αναλαμβάνει καίριες πρωτοβουλίες για τη στελέχωση της Σχολής, τον εκσυγχρονισμό των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και την εξειδίκευσή της κατά επιστημονικές περιοχές.

Παράλληλα, οι εμπειρίες του από την αντίσταση και τη φυλακή και οι κοινωνικοί και επιστημονικοί του προσανατολισμοί μεταφράζονται άμεσα στην πρώτη μεταδικτατορική περίοδο σε πολιτικές επιλογές. Συμμετέχει στις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός πολιτικού φορέα ικανού να συλλάβει και να εκφράσει τα αιτήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της οικονομικής ανάπτυξης και της πολιτικής δημοκρατίας. Στα χρόνια της φυλακής, μαζί με τους περισσότερους συγκρατούμενούς του της «Δημοκρατικής Άμυνας», συνειδητοποίησε την αναγκαιότητα πολιτικής ενεργοποίησης για τη δημιουργία ενός πολιτικού σχηματισμού εμπνευσμένου από τα σοσιαλιστικά ιδεώδη και οργανωμένου στη βάση συμμετοχικών και δημοκρατικών διαδικασιών, οι θέσεις εκείνες περιλήφθηκαν στη Διακήρυξη της «Δημοκρατικής Άμυνας» τον Αύγουστο του 1974 και η ουσιαστική σύμπτωσή τους με τις θέσεις της Διακήρυξης της 3ης Σεπτεμβρίου, καθώς και η επιθυμία για αποφυγή πολυδιάσπασης του σοσιαλιστικού χώρου, αποτέλεσαν τα βασικά επιχειρήματα για προσχώρηση της «Δημοκρατικής Άμυνας» στις διαδικασίες ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ. Η στάση του Σ. Καράγιωργα για τη λήψη της απόφασης εκείνης υπήρξε καθοριστική: η «Άμυνα» συνιδρύει μαζί με το ΠΑΚ και με άλλες αντιστασιακές οργανώσεις το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Και ο Καράγιωργας, γίνεται μέλος της Προσωρινής Κεντρικής Επιτροπής και του Εκτελεστικού Γραφείου. Αρνείται όμως επίμονα να κατέλθει στις εκλογές του 1974 ως υποψήφιος βουλευτής.

Ωστόσο, πολύ γρήγορα ανέκυψαν μέσα στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. θεμελιακές διαφωνίες αναφορικά με τον ιδεολογικό προσανατολισμό, τη στρατηγική και τακτική, την οργανωτική μορφή, τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και την εσωκομματική δημοκρατία. Ο Σ. Καράγιωργας έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία στα θέματα της τήρησης δημοκρατικών διαδικασιών και της αποφυγής αρχηγικών οργανωτικών δομών. Έτσι, το καλοκαίρι του 1975 διαγράφεται από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Μαζί του διαγράφονται και πολλά άλλα μέλη του Κινήματος, που προέρχονται κυρίως από αντιστασιακές οργανώσεις, από τη «Δημοκρατική Άμυνα», το ΠΑΚ και το φοιτητικό κίνημα. Η απομάκρυνσή του από το ΠΑ,ΣΟ.Κ δεν ανακόπτει την πολιτική δράση του Σάκη Καράγιωργα. Η δράση αυτή συνεχίζεται και βρίσκει έκφραση στον τρόπο ζωής του και στις αναλύσεις του της πολιτικής πορείας του τόπου. Παραμένει κομματικά αδέσμευτος αλλά συμμετέχει πάντοτε με ζέση στις προσπάθειες ενιαίας έκφρασης της Ελληνικής Αριστεράς. Φιλικοί, συναισθηματικοί, αλλά και ιδεολογικοί λόγοι τον κρατούν κοντά στη «Σοσιαλιστική Πορεία». Στις εκλογές του 1977 αγωνίζεται μέσα από τις γραμμές της «Συμμαχίας».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αρθρογραφία του Καράγιωργα της περιόδου αυτής: ασκεί κριτική στις διάφορες μορφές μονόπλευρης επιβολής λιτότητας στους εργαζόμενους, η οποία υιοθετείται από τις κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας. Αμέσως μετά τις εκλογές του 1981, που έφεραν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, δημοσιεύεται συνέντευξη του Καράγιωργα, στην εφημερίδα «Αυγή», όπου αναλύονται και οι προοπτικές της νέας κυβέρνησης.

Υποστηρίζεται δηλ. η άποψη πως το ΠΑΣΟΚ θα λειτουργήσει τελικά ως εναλλακτική λύση για τη σταθεροποίηση του αστικού οικονομικο-πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα. Από τις αρχές ήδη του 1983, ο Καράγιωργας δίνει θεωρητική έκφραση στην πολιτική του εκείνη εκτίμηση, όταν, στο Διεθνές Συνέδριο για τη θεωρία του κράτους (Πάντειος, Άνοιξη 1983), υποστηρίζει την άποψη ότι, παρά τις δεδηλωμένες «σοσιαλιστικές» πολιτικές (κοινωνικοποιήσεις, συμμετοχικές διαδικασίες, τοπική αυτοδιοίκηση κ.λπ.), η κυβέρνηση εφαρμόζει έναν «ήπιο» μονεταρισμό. Δύο χρόνια αργότερα, και λίγο πριν από το θάνατό του («Αυγή» η 1η Μαΐου 1985), ολοκληρώνει τη θεωρητική αυτή προσέγγιση καταδεικνύοντας αφ’ ενός τα μονεταριστικά στοιχεία στις διάφορες διαστάσεις της κυβερνητικής πολιτικής και αφ’ ετέρου τονίζοντας το ρόλο των ιδεολογικών μηχανισμών σε πολιτικές διαχείρισης της οικονομικής κρίσης. Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του ο Καράγιωργας αναπτύσσει έντονη πολιτική δραστηριότητα. Αναλαμβάνει ποικίλες πρωτοβουλίες και συμμετέχει σε κινήσεις στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς με προοπτική να συγκροτηθεί ένας πολιτικός φορέας, που να μπορεί να εκφράσει πειστικά και ρεαλιστικά το αίτημα της κοινωνικής αλλαγής και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μέσα από διαδικασίες λαϊκής συμμετοχής και δημοκρατίας. Χαρακτηριστική για την πολιτική του εκείνη τοποθέτηση ήταν η συμμετοχή του στην κίνηση των 18, που εκφράστηκε μετά το θάνατο του Καράγιωργα, στην ίδρυση του κόμματος «Ελληνική Αριστερά».

Σημαντική υπήρξε και η συμμετοχή του Καράγιωργα στις μεταδικτατορικές συγκρούσεις ανάμεσα στις συντηρητικές και στις προοδευτικές δυνάμεις, με επίκεντρο την αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου οργάνωσης και λειτουργίας της. Στον τομέα αυτό οι αγώνες και οι συγκρούσεις, ανεξάρτητα από την έκβασή τους, υπήρξαν καταλυτικές. O Καράγιωργας αγωνίστηκε για την αναβάθμιση και τον εκδημοκρατισμό της Ανώτατης Παιδείας της χώρας, την εμπέδωση διαδικασιών αξιοκρατικής στελέχωσής της και τη σύνδεσή της με την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας. Ο Καράγιωργας, πίστευε πως η παιδεία θα μπορούσε να αποτελέσει δυναμικό στοιχείο της κοινωνικής αλλαγής. Οι μεταρρυθμιστικές του προσπάθειες επικεντρώνονταν στην κατάργηση του θεσμού της έδρας, στυλοβάτη του παραδοσιακού συστήματος, στη δημιουργία τμημάτων και τομέων κατά γνωστικά αντικείμενα, στη δημιουργία συνθηκών διαλογικής παραγωγής και μετάδοσης της γνώσης, στην ουσιαστική ένταξη της έρευνας στα ΑΕΙ. Ιδιαίτερα αγωνίστηκε για την αναβάθμιση των κοινωνικών επιστημών στην Ελλάδα. Ήταν ένας αγώνας που συνδέθηκε με την προοπτική για ίδρυση Πανεπιστημίου Κοινωνικών Επιστημών, του «Αττικού Πανεπιστημίου», και για την αναδιοργάνωση σε σύγχρονες βάσεις της Παντείου

Εξάλλου, ο Καράγιωργας συνέδεε ιδιαίτερα την αναβάθμιση του διδακτικού έργου στα Α.Ε.Ι. με την κατάργηση του διδακτικού μονόλογου, τη θεσμοθέτηση συλλογικών μορφών οργάνωσης και λειτουργίας των τμημάτων, την αξιοποίηση όλων των επιστημονικών δυνάμεων μέσα στα Α.Ε.Ι. και την κριτική αντιπαράθεση διαφορετικών επιστημονικών και θεωρητικών προσεγγίσεων. Διαπίστωνε επίσης την επείγουσα αναγκαιότητα για ποιοτική αναβάθμιση των σπουδών και πρότεινε να δημιουργηθούν ευέλικτα και σύγχρονα προγράμματα, προσαρμοσμένα στην εξειδίκευση και εξέλιξη της επιστήμης. Στα πλαίσια αυτά, μαζί με άλλους πανεπιστημιακούς, αγωνίστηκε για την κατάργηση του ενός και μοναδικού συγγράμματος και την αντικατάστασή του από ένα σύστημα συγχρόνων βιβλιοθηκών και οικονομικών παροχών προς τους σπουδαστές, ώστε να προμηθεύονται τα απαραίτητα επιστημονικά βοηθήματα και να χρησιμοποιούν δημιουργικά βιβλιογραφίες.

Η δραστηριοποίηση εκείνη του Καράγιωργα προς μια ουσιαστική μεταρρύθμιση της Ανώτατης Παιδείας συνέπεσε με συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες και συγκεκριμένα μέτρα της πολιτείας στο χώρο αυτό, τόσο επί Κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας, όσο και επί Κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ο Καράγιωργας συμμετέχει πρόθυμα, μετά το 1974, σε όλες σχεδόν τις επιτροπές που συγκροτήθηκαν σε εθνικό επίπεδο με σκοπό τη μεταρρύθμιση της Ανώτατης Παιδείας. Ως πρύτανης της Παντείου Α.Σ.Π.Ε. στην περίοδο 1981-1982, προσπάθησε να προσανατολίσει την Επιτροπή Πρυτάνεων στη διαμόρφωση μιας συνολικής αντίληψης για το Πανεπιστήμιο, ξεπερνώντας κομματικές σκοπιμότητες και επιμέρους συμφέροντα. Καθοριστική ήταν η συμβολή του στη σύνταξη του πρώτου νομοσχεδίου – πλαισίου για την Ανώτατη Εκπαίδευση, το οποίο προτάθηκε από την Επιτροπή Πρυτάνεων το 1981. Ως προς τον Νόμο Πλαίσιο, που τελικά θεσμοθετήθηκε από την Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (Ν. 1268/82), ο Σ. Καράγιωργας θεώρησε πως δεν ολοκλήρωσε την πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση και πως σε πολλά του σημεία την δυσχέρανε (π.χ. υπέρμετρος συγκεντρωτισμός, χαριστικές μεταβατικές διατάξεις, de facto δυσχέρανση εισόδου στο Πανεπιστήμιο νέων επιστημόνων, υπερβολικά ιεραρχημένη και γραφειοκρατική δομή).

Ειδική, τέλος, αναφορά πρέπει να γίνει στις πολύχρονες προσπάθειες του Καράγιωργα για τη δημιουργία ενός σύγχρονου Πανεπιστημίου Κοινωνικών Επιστημών, με αρχικό πυρήνα την Πάντειο Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών (βλ. παραπάνω).

Η Ιστορία της μεταρρύθμισης της Παντείου, σε κάθε της φάση, είναι και ιστορία του Σάκη Καράγιωργα. Αμέσως μετά την επάνοδό του στην Πάντειο το 1974, καταστρώνει σχέδια για το χωρισμό της Σχολής σε σύγχρονα, εξειδικευμένα τμήματα και επεξεργάζεται προγράμματα σπουδών για τα υπό ίδρυση τμήματα της Δημόσιας Διοίκησης, της Πολιτικής Επιστήμης και, της Κοινωνιολογίας. Οι πρωτοβουλίες του εκείνες θα αντιμετωπισθούν με αμηχανία από τους συναδέλφους του, και θα υποστηριχθούν μόνο χλιαρά από τους φοιτητές, οι οποίοι δεν θεωρούσαν ότι ο χωρισμός σε τμήματα ήταν άμεσης προτεραιότητας. Η επιμονή ωστόσο του Καράγιωργα οδήγησε στην υιοθέτηση των μεταρρυθμιστικών προτάσεων από τη Συνέλευση της Σχολής (1976), αλλά συνάντησε την άρνηση της Κυβέρνησης. Ο χωρισμός της Παντείου σε τμήματα πραγματοποιήθηκε οχτώ χρόνια αργότερα με την εφαρμογή του Νόμου Πλαισίου 1268/82. Ο τρόπος όμως με τον οποίο έγινε αυτή η αναδιάρθρωση δεν συνιστά πλήρη υλοποίηση των προτάσεων Καράγιωργα. Και τούτο, διότι η σύνθεση του διδακτικού προσωπικού, το οποίο κληρονόμησε η νέα Πάντειος από το παρελθόν δεν προσφερόταν για τη στελέχωση σύγχρονων τμημάτων Κοινωνικών Επιστημών. Ακόμα, γιατί οι μεταβατικές διατάξεις του νόμου, οι εσωτερικές ισορροπίες της Παντείου και η Πολιτική του Υπουργείου Παιδείας περιόρισαν σημαντικά την είσοδο νέων επιστημόνων, που θα μπορούσαν να καλύψουν τα κενά του υπάρχοντος διδακτικού προσωπικού.

Αξίζει να επισημανθεί εδώ και η σημασία που έδινε ο Καράγιωργας στην ίδρυση ενός σύγχρονου Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης στην Πάντειο. Η επιμονή του στηριζόταν σε μια σφαιρική αντίληψη για το σημαντικό ρόλο που έπρεπε να διαδραματίσει η Ανώτατη Εκπαίδευση στον εκσυγχρονισμό και τον εκδημοκρατισμό της Δημόσιας Διοίκησης στην Ελλάδα. Θεωρούσε πως σ’ αυτήν την κατεύθυνση συμπληρωματικό ρόλο θα μπορούσαν να διαδραματίσουν και οι εκσυγχρονιστικές πρωτοβουλίες στο εσωτερικό της Δημόσιας Διοίκησης. Με το πνεύμα αυτό υποστήριξε, επί υπουργίας Απόστολου Λάζαρη, την ίδρυση της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και δέχτηκε να συμμετάσχει στο πρώτο της Εκπαιδευτικό Συμβούλιο, παρά τις αντιδράσεις που συνάντησε ο νέος αυτός θεσμός στους ακαδημαϊκούς κύκλους της Παντείου.

VI

Το βιογραφικό όμως τούτο σημείωμα δεν θα έπρεπε να κλείσει δίχως κάποιες συμπληρωματικές αναφορές στο διδακτικό και επιστημονικό έργο του αείμνηστου Σάκη Καράγιωργα. Είναι, στ’ αλήθεια, ένα έργο του οποίου η αποτίμηση απαιτεί ειδική πραγματεία, η οποία σύντομα πρέπει να επιχειρηθεί.

Ο Καράγιωργας έδινε, πραγματικά, μεγάλη σημασία στη λειτουργία του πανεπιστημιακού ως Δασκάλου. Γενιές ολόκληρες φοιτητών και σπουδαστών είχαν την καλή τύχη να παρακολουθήσουν παραδόσεις ή σεμινάριά του και να αποκομίσουν την ανεπανάληπτη εμπειρία μιας αυθεντικής μετάδοσης. Ο διδακτικός του λόγος ήταν απλός, σαφής, ανεπιτήδευτος, ταυτόχρονα όμως και επιστημονικά απαιτητικός. Χαρακτηριζόταν από εκείνον τον τύπο αφαίρεσης που επιτρέπει να αποκαλυφθεί μέσα από την πολλαπλότητα των κοινωνικών δεδομένων ο συγκρουσιακός τους χαρακτήρας. Ο Καθηγητής Καράγιωργας ήταν ένας από τους πρωτοπόρους στην κατάργηση του διδακτικού μονόλογου και στην καταπολέμηση της προσήλωσης του φοιτητή στην «αλήθεια» του μοναδικού συγγράμματος. Επιδίωκε την επιλογή διαλογικών και σεμιναριακών τρόπων μάθησης σε όλα τα επίπεδα της πανεπιστημιακής παιδείας. Έτσι, είχε τη δυνατότητα να εμβαθύνει και να ελέγχει τη γνώση που μετέδιδε, να σταθμίζει την αποτελεσματικότητα της μεθόδου διδασκαλίας στη βάση των διαπιστώσεων αυτών, να τροποποιεί, να προσαρμόζει και να βελτιώνει τη διδασκαλία του.

Το ώριμο επιστημονικό και ερευνητικό έργο του Σάκη Καράγιωργα υπερβαίνει, βέβαια, τα όρια της συμβατικής οικονομικής επιστήμης και θεμελιώνεται στο ευρύτερο πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Ξεπερνάει επομένως τον αστικό ριζοσπαστισμό, που χαρακτήριζε τις προδιδακτορικές του προσφορές και προσανατολίζεται σε μαρξιστικές αναλυτικές προσεγγίσεις. Μέσα από μια πορεία, θεωρητικής αναζήτησης και πολιτικής πρακτικής και εμπειρίας, υπερακοντίζει τον στενό οικονομισμό των ερμηνευτικών αυτών σχημάτων και οδεύει συστηματικά προς μια συνθετική και ταυτόχρονα κριτική θεωρία του καπιταλιστικού κράτους. Η ερευνητική προσπάθειά του επικεντρώνεται στη διερεύνηση της κρατικής συγκρότησης της αστικής κοινωνίας, στην ανάλυση των σχέσεων κράτους και κοινωνικής διάρθρωσης. Πρόκειται δηλαδή για ανάλυση του ρόλου που παίζουν οι οικονομικές λειτουργίες του σύγχρονου κράτους στη συσσώρευση κεφαλαίου και γενικότερα στη διατήρηση και αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχηματισμών.

Οι θεωρητικές αυτές αναζητήσεις μορφοποιούνται στη συγγραφή της πραγματείας περί «Δημόσιας Οικονομικής» («Ο οικονομικός ρόλος του Κράτους», εκδ. Παπαζήση 1977, «Οι οικονομικές λειτουργίες του Κράτους», εκδ. Παπαζήση 1980 και «Οι Δημοσιονομικοί Θεσμοί» εκδ. Παπαζήση 1981). Η πραγματεία αυτή, πρωτοποριακή σε σύλληψη και περιεχόμενο, αποτέλεσε και θα εξακολουθεί, για πολλά χρόνια ακόμα, να αποτελεί στη χώρα μας ορόσημο για την πανεπιστημιακή διδασκαλία και έρευνα σε θέματα που αφορούν στις οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις των λειτουργιών του σύγχρονου αστικού κράτους.

Στόχος του κλασικού αυτού συγγράμματος είναι να καταδείξει τον συγκρουσιακό χαρακτήρα της σύγχρονης κοινωνίας, να αντικρούσει τις απλουστευτικές θεωρίες περί κοινωνικής και πολιτικής αρμονίας, καθώς και θεωρίες περί ουδετερότητας του Κράτους. Η κριτική που ασκείται στα νεοκλασικά θεωρήματα και στον κεϋνσιανισμό, οδηγεί το συγγραφέα της στη διερεύνηση των κοινωνικών ανισοτήτων και στην επισήμανση του τρόπου με τον οποίο οι ανισότητες αυτές εκφράζονται σε συγκεκριμένες κρατικές λειτουργίες και πολιτικές.

Έτσι, το έργο τούτο του Καθηγητή Καράγιωργα, από εξειδικευμένες αναλύσεις δημοσιοικονομικού χαρακτήρα, προωθείται σε μια κριτική θεωρία της κοινωνικής δικαιοσύνης και του κοινωνικού συμφέροντος, μια Ιδέα στην οποία ο Καράγιωργας αφιέρωσε όλη του τη ζωή.