Υπάρχουν περιθώρια δημογραφικής ανάκαμψης;

Χρίστος Αλεξόπουλος 12 Μαρ 2023

Τα δημογραφικά στοιχεία, που προέκυψαν από την απογραφή του 2021 και οι διαπιστώσεις της έρευνας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας «Στάση των Ελλήνων μεταναστών της οικονομικής κρίσης απέναντι στην Ελλάδα» σε συνδυασμό με την άνοδο του προσδόκιμου ζωής και τον τρόπο βίωσης της πραγματικότητας από τους ανθρώπους στα μαζοποιημένα μεγάλα αστικά κέντρα, αποτέλεσαν θέμα στο δημόσιο διάλογο πολύ μικρής διάρκειας και εμβέλειας ως συνήθως, διότι οι παρενέργειες τέτοιας μορφής προβλημάτων και η αντιμετώπιση τους προϋποθέτουν μακροπρόθεσμη πολιτική διαχείριση της κοινωνικής δυναμικής.

Στο πολιτικό επίπεδο όμως ακόμη δεν καταγράφονται οι αναγκαίες ζωτικής σημασίας προσεγγίσεις για την πορεία προς το μέλλον, ούτε κατατίθενται επαρκώς μακροπρόθεσμοι σχεδιασμοί για την αντιμετώπιση των πολυδιάστατων επιπτώσεων σε πολλούς τομείς κοινωνικής δραστηριοποίησης, από τον οικονομικό και τον εργασιακό μέχρι την κοινωνική ασφάλιση και τον τομέα της υγείας.

Σύμφωνα με την έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, με επικεφαλή την αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Ρεβέκκα Παιδή, 2 στους 3 Έλληνες μετανάστες, οι οποίοι αναγκάσθηκαν να φύγουν λόγω της οικονομικής κρίσης κατά την διάρκεια της 10ετίας του 2010, δεν θέλουν να επιστρέψουν στη χώρα, διότι είναι απογοητευμένοι από αυτήν, ενώ παράλληλα είναι ικανοποιημένοι από το τωρινό τους βιοτικό επίπεδο.

Η έρευνα έγινε σε δείγμα 500 ατόμων ηλικίας έως 50 ετών, οι οποίοι ζουν στην Βρετανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, στην Γερμανία, στην Σουηδία, στην Ολλανδία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Όταν ζούσαν στην Ελλάδα οι 8 στους 10 (78%) δυσκολεύονταν πολύ ή τα έβγαζαν πέρα οριακά. Σήμερα οι 9 στους 10 (87%) δηλώνουν, ότι είναι άνετα οικονομικά με σημαντική άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου. Όμως ακόμη δεν έχουν ενσωματωθεί κοινωνικά.

Η φυγή των νέων, κυρίως την 10ετία του 2010 και η υπογεννητικότητα σε συνδυασμό και με την άνοδο του προσδόκιμου ζωής έχουν οδηγήσει σε όξυνση του δημογραφικού προβλήματος και την ταχύτατη γήρανση του πληθυσμού.

Εκτιμάται από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ότι «θα είχαν τελεστεί περίπου 23.600 πρώτοι γάμοι επιπλέον και θα είχαν γεννηθεί 54.500 περισσότερα παιδιά, εάν δεν είχαν εξαναγκασθεί σε μετανάστευση όλοι αυτοί οι νέοι άνθρωποι κατά την διάρκεια της περιόδου 2010 – 2020» (Γιώργος Κοντογιάννης, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας).

Η δημογραφική δυναμική, που δρομολογεί η σύγχρονη πραγματικότητα στην Ελλάδα, δεν αφήνει περιθώρια για αισιοδοξία. Πολύ χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία από την απογραφή του 2021. Ο πληθυσμός μειώνεται αδιάκοπα από το 2012 και μετά (κατά 440.000 άτομα μέχρι το 2021). Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών εκτιμά, ότι ο πληθυσμός της χώρας θα είναι 9.173.000 το 2050.

Οι παρενέργειες αυτής της δημογραφικής πορείας στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης θα είναι καταστροφικές, εάν δεν γίνουν ριζικές αλλαγές στην ακολουθούμενη πολιτική τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο και δεν ληφθούν μέτρα, τα οποία από το ένα μέρος «φρενάρουν» την φυγή των Ελλήνων και από το άλλο μέρος αξιοποιούν τους μετακινούμενους πληθυσμούς, ενώ παράλληλα γίνονται και οι αναγκαίες αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης ιδιαιτέρως στα μαζοποιημένα μεγάλα αστικά κέντρα.

Η αποκέντρωση θα προλάβει ακόμη χειρότερες εξελίξεις και κοινωνικές αναταράξεις, που θα γίνουν, εάν δεν αντιμετωπισθούν και οι παρενέργειες της κλιματικής αλλαγής, όπως είναι η ερημοποίηση, η συρρίκνωση της αγροτικής παραγωγής και οι περιφερειακές ανισότητες. Αυτό σημαίνει, ότι θα υπάρξουν ακόμη πιο δυσάρεστες επιπτώσεις στις δημογραφικές συνθήκες και στις κοινωνικές ισορροπίες, εάν δεν αντιμετωπισθεί και η κλιματική αλλαγή.

Πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη επαρκών περιθωρίων για την πραγματοποίηση των αναγκαίων αλλαγών με στόχο την δημογραφική ανάκαμψη;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι δύσκολη, αν λάβουμε υπόψη ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής πραγματικότητας τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο καθώς και τις συνθήκες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία δεν υπάρχει ευρωπαϊκός σχεδιασμός, ο οποίος αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως ενιαίο κοινωνικό μόρφωμα, αν και υπάρχει αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση των κρατών-μελών, στο πλαίσιο των οποίων αναπαράγονται οι ανισότητες μεταξύ των κοινωνιών.

Συγκεκριμένα υπάρχουν μεγάλες διαφορές και αποστάσεις σε ό,τι αφορά το βιοτικό επίπεδο. Το 2021 ο μέσος ετήσιος προσαρμοσμένος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα ήταν 15.897 ευρώ, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 33.500 ευρώ.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat με βάση το ύψος των αποδοχών η Ελλάδα κατατάσσεται 22η ανάμεσα στις 26 χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μετά από αυτήν ακολουθούν η Πολωνία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία και η Βουλγαρία. Στην πρώτη θέση είναι το Λουξεμβούργο και ακολουθούν η Δανία, η Ιρλανδία, το Βέλγιο, η Αυστρία, η Σουηδία, η Γερμανία, η Φινλανδία και η Γαλλία στις επόμενες 8 θέσεις με ύψος αποδοχών πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (33.500 ευρώ).

Η σύγκλιση μεταξύ τους δεν είναι ακόμη ορατή. Αντίθετα στις σχέσεις μεταξύ τους κυριαρχεί ο προσανατολισμός στο λεγόμενο εθνικό συμφέρον και όχι στο ευρωπαϊκό. Οπότε είναι ερμηνεύσιμη η στάση των Ελλήνων, που μετανάστευσαν στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και ο προσανατολισμός τους στην παραμονή στις χώρες υποδοχής.

Εξάλλου το πολιτικό σύστημα τόσο στο επίπεδο της διακυβέρνησης όσο και στην αντιπολίτευση δεν υλοποιεί ή καταθέτει αξιόπιστο πολιτικό σχεδιασμό για την αντιμετώπιση των συνεχώς διευρυνόμενων κοινωνικών ανισοτήτων. Πολύ χαρακτηριστικά και αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία, που προκύπτουν από μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ, την οποία έκανε η καθηγήτρια του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ Γεωργία Καπλάνογλου.

Σύμφωνα με την μελέτη για την μεταβολή του φορολογικού βάρους των νοικοκυριών από το 2008 έως το 2019 ο κύριος χαμένος της οικονομικής κρίσης ήταν η μεσαία τάξη. Επίσης τον Ιούνιο του 2022, όταν κατεγράφη ο υψηλότερος πληθωρισμός, το φτωχότερο 10% των νοικοκυριών θα έπρεπε να αυξήσει τις συνολικές του δαπάνες κατά 15,5% για να διατηρήσει σταθερή την κατανάλωση τροφίμων και ενέργειας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών είναι μόνο 6,4%.

Τα περιθώρια για την δημογραφική ανάκαμψη συρρικνώνονται ακόμη περισσότερο, αν ληφθεί υπόψη ο υψηλός δείκτης διαφθοράς στην Ελλάδα και η λειτουργία του ως δομικού στοιχείου στα διάφορα κοινωνικά συστήματα. Στις 31.1.2023 η Μη Κυβερνητική Οργάνωση Transparency International (Διεθνής Διαφάνεια) δημοσιοποίησε την έκθεση Corruption Perceptioms Index 2022 (Δείκτης Αντίληψης για την Διαφθορά), στην οποία παρουσιάζεται η παγκόσμια κατάταξη των χωρών ως προς την διαφθορά.

Η Δανία, η Φινλανδία, η Νορβηγία και η Σουηδία είναι οι χώρες με την λιγότερη διαφθορά στον δημόσιο τομέα. Ως περισσότερο διεφθαρμένες καταγράφονται η Ουγγαρία, η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Η Ελλάδα είναι κοντά στην Ρουμανία. Στο ίδιο επίπεδο τοποθετείται και η Κύπρος.

Είναι δε λυπηρό και αδιέξοδο ταυτοχρόνως, ότι και η διαφθορά αποτελεί θέμα στην πολιτική αντιπαράθεση και στον δημόσιο διάλογο γενικότερα με ηθικολογική οπτική και στόχο την υποβάθμιση των αντιπάλων, χωρίς να κατατίθεται ολοκληρωμένο και με χρονοδιάγραμμα σχέδιο απαλλαγής της χώρας από αυτήν. Η ευθύνη για αυτές τις συνθήκες άπτεται και των πολιτών, οι οποίοι αποδέχονται την διαφθορά για να επιβιώνουν με την μεσολάβηση των πολιτικών (π.χ. όποιος έχει «μέσον» προχωρεί στον δημόσιο τομέα ή αναλαμβάνει δημόσια έργα κ.λ.π.).

Με αυτά τα δεδομένα οι ροές νέων ανθρώπων με προσόντα σε άλλες χώρες θα συνεχισθούν, αν και για την απόκτηση αυτών των προσόντων επιβαρύνεται οικονομικά η ελληνική κοινωνία, η οποία χρηματοδοτεί το εκπαιδευτικό σύστημα. Η δημογραφική ανάκαμψη δεν φαίνεται στον ορίζοντα, εάν επιδιωχθεί με εθνική οπτική. Και αυτό δεν είναι κατανοητό ούτε και εύκολα αποδεκτό στο κοινωνικό πεδίο, διότι διαταράσσεται η κοινωνική συνοχή, ενώ πριμοδοτείται ο εθνικισμός.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό, ότι οι Έλληνες, που μετανάστευσαν, έχουν καλό βιοτικό επίπεδο, δεν έχουν όμως ενσωματωθεί στις τοπικές κοινωνίες. Το ίδιο ισχύει και για τους μετανάστες στην Ελλάδα. Το πολιτικό σύστημα σε υπερεθνικό επίπεδο ακόμη δεν έχει επεξεργασθεί πολιτικές κοινωνικής ενσωμάτωσης, αν και κυριαρχεί η παγκοσμιοποίηση, ενώ η κινητικότητα σε πλανητικό επίπεδο ακολουθεί ανοδική πορεία.

Η ροή του χρόνου όμως είναι ταχύτατη και απαιτεί πιο γρήγορη αντιμετώπιση των ανισορροπιών της σύγχρονης πραγματικότητας τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο. Εάν μάλιστα συνυπολογισθεί και η κλιματική αλλαγή και οι επιπτώσεις της (άνοδος στάθμης της θάλασσας, ερημοποίηση, πλημμύρες και οι προεκτάσεις τους στην οικονομία και ειδικότερα στην αγροτική παραγωγή), οι οποίες θα οδηγήσουν σε μεγάλη άνοδο της μαζικής μετακίνησης πληθυσμών, τότε τίθεται το ερώτημα, εάν η δημογραφική ανάκαμψη είναι πιο λειτουργικό να πάρει διαστάσεις δημογραφικής διεύρυνσης.