Πως ανασταίνονται οι Δημοκρατίες

Γιώργος Σιακαντάρης 21 Νοε 2022

Ο Τραμπ παρά την ήττα των ανθρώπων του στις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία ανήγγειλε την υποψηφιότητά του για Πρόεδρος των ΗΠΑ. Τον Νοέμβριο του 2020 κυριαρχούσε το ερώτημα γιατί αντέχει ο τραμπισμός. Εβδομήντα τρία εκατομμύρια Αμερικανών είχαν ψηφίσει τον Τραμπ για Πρόεδρο των ΗΠΑ, έξι εκατομμύρια περισσότεροι από το 2016. Πριν τις πρόσφατες ενδιάμεσες εκλογές κάποιοι, παρασυρμένοι κι από κάποιες δημοσκοπήσεις σκοπιμότητας (ναι, υπάρχουν και τέτοιες, δεν έχει παντού άδικο ο ΣΥΡΙΖΑ) και από το μίσος τους κατά του Μπάιντεν που τολμά να ζητά τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, μιλούσαν για «κόκκινο κύμα» (το χρώμα του ρεπουμπλικανικού κόμματος), τώρα κάποιοι βιάζονται να μιλήσουν για «τραμπικό ξεφούσκωμα». Πάντως σε πείσμα δημοσκοπήσεων και ρηχών αναλύσεων που θέλουν τους πολίτες ν’ αδιαφορούν για τα ζητήματα ταυτότητας και των ατομικών δικαιωμάτων, οι γυναίκες και κυρίως οι νεολαίοι λόγω του ζητήματος των αμβλώσεων ψήφισαν μαζικά κατά των υποψηφίων του τραμπισμού.

Οι φωνές που το 2017 προοικονομούσαν το τέλος της Λεπέν και της υπόλοιπης ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, οι φωνές που έβλεπαν το τέλος των ελεύθερων εκλογών στις ΗΠΑ (Γιουβάλ Νώε Χαράρι), αλλά και οι φωνές που προαναγγέλλουν το τέλος του τραμπισμού βρίσκονται όλες εκτός τόπου και χρόνου. Ο λαϊκισμός είναι σύμπτωμα που καλύπτει ανεπαρκώς τα κενά της αντιπροσώπευσης. Η σύλληψή του ως αιτία της κρίσης των Δημοκρατιών αφοπλίζει την κριτική σκέψη. Σ’ αυτή την ερμηνεία η άνοδος του λαϊκισμού φαντάζει σαν ιδιοτροπία των πολιτών που ξαφνικά αποφάσισαν ότι δεν αγαπούν τη Δημοκρατία γιατί είναι ανορθολογιστές. Ο ανορθολογισμός όμως είναι στοιχείο του λαϊκισμού κι όχι αιτία του. Αν όμως δεν κατανοείς γιατί ανήλθε ο τραμπισμός, δεν θα δεις και το πως αυτός θα ηττηθεί. Ο αντιλαϊκισμός των ελίτ (όχι όλων φυσικά) εκλύει άρωμα υποκρισίας και γι’ αυτό επιστρέφει σαν μπούμερανγκ. Οι Δημοκρατίες κινδυνεύουν λιγότερο από τους «εχθρούς» τους και περισσότερο από την αλαζονεία των «φίλων» τους. Κινδυνεύουν απ’ όλους αυτούς που αντιμετωπίζουν το φαινόμενο ως αντίδραση «ανόητων» και βλέπουν παντού σταλινικούς και ναζί.

Η άνοδος του λαϊκισμού οφείλεται περισσότερο στην απληστία της συσπειρωμένης γύρω από τον νεοφιλελευθερισμό παγκόσμιας ελίτ και λιγότερο στους φόβους των φτωχών. Οι προτάσεις Μπάιντεν–Γέλεν για την οικονομία απειλούν τα θεμέλια της περίφημης «Συναίνεσης της Ουάσιγκτον». Εξ ου και η εκστρατεία απαξίωσης του Μπάιντεν (είναι γέρος, χάνει τα λόγια του, σκοντάφτει) από εκπροσώπους της νεοαντίδρασης. Εδώ απειλούνται οι φορολογικοί παράδεισοι, η επίπεδη φορολογία, οι φοροαπαλλαγές υψηλότατων εισοδημάτων, κερδών και κληρονομιών, η παραμονή μόνο της εργασίας σε «διατίμηση σ’ εποχές μάλιστα επανόδου του πληθωρισμού», η αποδυνάμωση των Κοινοβουλίων και των νομοθετικών θεσμών, η «τεχνοκρατικοποίηση» της πολιτικής, η λιγότερη διακυβέρνηση και όχι απλά το λιγότερο κράτος, οι ιδέες του κοινωνικού αυτοματισμού και της δήθεν «κυριαρχίας των μειοψηφιών». Η ύπαρξη όλων αυτών και όχι ο ανορθολογισμός είναι η αιτία που ο κόσμος ψηφίζει Τραμπ και Μελόνι. Η πνευματική ακηδία οδηγεί στην επίκληση του λαϊκισμού, όπως  και του νεοφιλελευθερισμού για άλλους, σαν κλειδί πασπαρτού για όλες τις καταστάσεις. Η Δημοκρατία κινδυνεύει από τον λαϊκισμό, ισχυρίζονται πολλοί. Όμως τα κοινωνικά στρώματα της «αμερικανικής σκουριάς» και των ευρωπαϊκών περιθωριοποιημένων προαστίων δεν θέλουν να καταργήσουν τη Δημοκρατία. Τούς είναι αδιάφορη όταν αυτή αδιαφορεί γι’ αυτά και είναι έτοιμα να τη στηρίξουν όταν αυτή δίνει δείγματα πως νοιάζεται γι’ αυτά. Δεν είναι a priori ούτε εχθροί ούτε φίλοι της. Οι αποφλοιωμένες κοινωνικά και αφ’ υψηλού εκκλήσεις για υπεράσπιση της Δημοκρατίας έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα, όταν δεν κατανοούν πως οι μεταρρυθμίσεις γίνονται δεκτές, μόνο όταν μειώνουν τις ανισότητες. Η αλαζονική υπεράσπιση των Δημοκρατιών (μόνο οι «άξιοι» ανταμείβονται) δυναμώνει την αμφισβήτηση των στα μάτια των ανθρώπων της ανεργίας, της ανασφάλειας, της φτώχειας, του κοινωνικού αποκλεισμού αλλά και των μεσοστρωμάτων που βλέπουν να μειώνεται το βιοτικό τους επίπεδο και να κυριαρχεί η καθοδική κοινωνική κινητικότητα στους ίδιους και τα παιδιά τους. Την ίδια ώρα ο μεγάλος πλούτος «παραθερίζει» σε παραδείσια νησιά. Η υποτίμηση της κοινωνικής διάστασης των Δημοκρατιών τις ταυτίζει στα μάτια των «χαμένων» με τα δεινά τους. H Δημοκρατία κινδυνεύει να μείνει χωρίς φίλους, όταν, όπως γράφει ο Tony Judt, ξεχνά πως το «να πετάς ανθρώπους στο δρόμο σε περιόδους οικονομικής κάμψης είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό από την υποθετική απώλεια της αποδοτικότητας, που προκύπτει από τη διατήρηση «μη αναγκαίων» θέσεων εργασίας» (Τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, μτφ: Κώστας Κουρεμένος, σ. 87). Για να ηττηθούν ο τραμπισμός και ο ευρωπαϊκός λαϊκισμός χρειάζεται να ηττηθεί ο δημοσιονομικός δογματισμός των ελίτ. Τίποτα δεν αποδεικνύει πως το κράτος της προοδευτικής φορολογίας, της παροχής δημόσιων υπηρεσιών και αγαθών, της στήριξης της εργασίας είναι περισσότερο δαπανηρό από τα «επιτελικά» κράτη των παγιδευμένων τηλεφώνων, των καμερών κλειστού κυκλώματος σε περιφραγμένα πλούσια προάστια, των ιδιωτικών στρατών και αστυνομίας, των αναχρηματοδοτήσεων των ιδιωτικών τραπεζών, των ανέλεγκτων εξοπλισμών. Ο Αντώνης Γ. Καραμπατζός σ’ ένα εξαιρετικό άρθρο του (ΤΟ ΒΗΜΑ-13-11-2022) μάς θύμισε το πρωτοποριακό βιβλίο των Levitsky/Ziblatt «Πως πεθαίνουν οι Δημοκρατίες» (Μεταίχμιο, μτφ: Ανδρέας Παππάς). Καιρός να μάθουμε και πως ανασταίνονται.

Πηγή: www.tovima.gr