Οι προκλήσεις του 2023 στη διεθνή σκακιέρα

Θόδωρος Τσίκας 05 Ιαν 2023

Το 2022 υπήρξε το έτος-καμπή, κατά το οποίο έληξε η περίοδος περίπου 30 χρόνων ομαλότητας, σταθερότητας και ειρηνικής συνύπαρξης στην Ευρώπη, μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Η επιστροφή του πολέμου, των γεωπολιτικών φαντασιώσεων και της σκληρής πολιτικής επηρεάζει όλον τον πλανήτη. Οι συνέπειες αλλάζουν ραγδαία τον κόσμο μας και θα τον καθορίσουν για τα επόμενα 20-30 χρόνια.

Αν αναρωτηθούμε για τις προκλήσεις της νέας χρονιάς, θα ξεχώριζα τρεις:

1. Σίγουρα η λήξη της παράνομης, απρόκλητης και βάναυσης ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία είναι αυτή την στιγμή το υπ′ αριθμόν ένα ζήτημα. Πρόκειται για έναν περιφερειακό πόλεμο, με παγκόσμιες όμως διαστάσεις και συνέπειες, που ξαναγυρίζει την Ευρώπη στην εποχή του Μεσοπολέμου.

Ο πόλεμος θα διαρκέσει αρκετά, ίσως και πολύ ακόμα. Όσο συνεχίζεται η ρωσική εισβολή, τόσο θα διαρκεί και η ουκρανική άμυνα. Μπορεί να πει σήμερα ο Πούτιν, ότι επιτεύχθηκαν οι στόχοι του και σταματά; Εξαιρετικά αμφίβολο.

Τώρα γίνονται οι τελευταίες μεγάλες προσπάθειες κι επιχειρήσεις, και από τις δύο πλευρές, ώστε να πετύχουν ό,τι μπορούν πριν έρθει ο βαρύς χειμώνας. Κατά την περίοδο του σκληρού χειμώνα, θα υπάρξει αναγκαστικά μια ύφεση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, καθώς η καταπόνηση του προσωπικού θα είναι απαγορευτική, αλλά κι οι επιχειρησιακές δυνατότητες των τεθωρακισμένων πάνω στο χιόνι και στον πάγο μειώνονται κατά πολύ. Οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν με βομβαρδισμούς κυρίως, που μπορούν να πραγματοποιούνται από μακρινές αποστάσεις.

Οι επιστρατευμένοι της ρωσικής πλευράς για να μπορούν να αξιοποιηθούν, χρειάζονται εκπαίδευση τουλάχιστον 4 μηνών. Επομένως όλα αυτά μας οδηγούν στην ερχόμενη άνοιξη, για να δούμε τη νέα φάση του πολέμου.

Η διασφάλιση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας, μαζί με ισχυρές διεθνείς εγγυήσεις ότι δεν θα υποστεί κάτι ανάλογο στο μέλλον, αποτελούν sine qua non προϋποθέσεις για να διατηρηθεί μια διεθνής τάξη στην Ευρώπη και τον κόσμο, όπως την αποφασίσαμε όλοι μαζί μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

2. Υπό το φως της κατάστασης στην Ουκρανία, αναδύεται ο ευρύτερος ευρωπαϊκός σχεδιασμός και μέσα σε αυτόν η προοπτική και η μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρέπει να δούμε ότι αναμορφώνεται ο ρόλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Ο ρόλος αυτός αποκτά νέες διαστάσεις. Η διεύρυνση τους δεν είναι μια διαδικασία, όπως οι προηγούμενες διευρύνσεις τους.

Η διεύρυνση των δύο αυτών οργανισμών είναι πλέον άμεσα συνδεδεμένη με την ασφάλεια των υπό ένταξη χωρών, αλλά και με την ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου συνολικά.

Η ΕΕ θα πρέπει να επικεντρωθεί πολύ περισσότερο σε θέματα ασφάλειας και γεωπολιτικής από ό,τι στο παρελθόν. Η ΕΕ θα αντιμετωπίσει κι άλλες γεωπολιτικές προκλήσεις, όπως ήδη φαίνεται από τις αιτήσεις για ένταξη της Ουκρανίας, της Γεωργίας και της Μολδαβίας.

Η ΕΕ του μέλλοντος θα χρειαστεί μια πιο ευέλικτη δομή, με μια σχεδόν «συνομοσπονδιακή» μορφή που θα περιβάλλει έναν ομοσπονδιακό «πυρήνα».

Η απάντηση είναι μία: εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και πάνω απ’ όλα διεύρυνσή της με τις ενδιαφερόμενες υποψήφιες χώρες.

Και από την άποψη αυτή έχει ενδιαφέρον ότι ωριμάζει τώρα η ιδέα, η διεύρυνση της Ένωσης (με τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων από τη μία πλευρά, και την Ουκρανία, τη Μολδαβία και τη Γεωργία από την άλλη, που επίσης πρόσφατα υπέβαλαν αιτήσεις ένταξης), να γίνει σε δύο στάδια – πρώτα και άμεσα μια μερική ένταξη και στη συνέχεια η πλήρης προσχώρησή τους.

Ως εκ τούτου, η Ένωση θα πρέπει να κατασκευάσει ένα καθεστώς μερικής ένταξης για τις χώρες αυτές, το οποίο θα είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη σύνδεση, αλλά λιγότερο από την πλήρη ένταξη. Χωρίς να είναι υποκατάστατο της τελικής, θεσμικής προσχώρησης, αλλά ένα βήμα προς τον στόχο αυτόν.

Και τούτο καθώς η πλήρης ένταξη δεν πρόκειται να υλοποιηθεί προτού περάσουν αρκετά χρόνια. Οι χώρες όμως των Δυτικών Βαλκανίων, κυρίως η Βόρεια Μακεδονία και η Αλβανία, δεν πρέπει να θεωρήσουν ότι παρακάμπτονται.

Η μερική ένταξη θα προβλέπει τη βαθμιαία συμμετοχή των κρατών στην ενιαία εσωτερική αγορά και άλλες κοινές πολιτικές και χρηματοδοτήσεις, καθώς και επιλεκτική συμμετοχή στα όργανα της ΕΕ (κυρίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο).

Η μερική ένταξη «θα αγκυροβολήσει» στέρεα τις χώρες αυτές στην Ένωση, συμβάλλοντας έτσι στην ευρύτερη σταθερότητα και ασφάλεια, αλλά και στην καταπολέμηση της απογοήτευσης που αισθάνονται οι χώρες αυτές από την τελμάτωση της διευρυνσιακής διαδικασίας.

Ένα ερώτημα που τίθεται είναι, εάν το καθεστώς μερικής ένταξης θα πρέπει να εφαρμοστεί και για την Τουρκία, η οποία τυπικά τουλάχιστον είναι υποψήφια για πλήρη ένταξη.

Η απάντηση είναι ότι, ναι, θα πρέπει να εφαρμοστεί, υπό τις αυτονόητες προϋποθέσεις κυρίως της δημοκρατικής αιρεσιμότητας.

Στο μέτρο που η Τουρκία προχωρά στην εφαρμογή δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων με σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, σε ανάλογο μέτρο θα γίνεται και η ενσωμάτωσή της στις πολιτικές και στα όργανα της Ένωσης.

Και στη βάση αυτή Αθήνα και Λευκωσία θα πρέπει να υποστηρίξουν τη συμμετοχή της Τουρκίας, εάν και όταν τεθεί το ζήτημα.

Ειδικά η Λευκωσία οφείλει να κατανοήσει ότι η λύση του κυπριακού προβλήματος στη λογική της Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα μεταξύ ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής Κοινότητας, όπως προβλέπουν οι αποφάσεις του ΟΗΕ, θα μπορέσει να επανέλθει αξιόπιστα στο τραπέζι, μόνο εάν επανέλθει και η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ένωση.

Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr/

Αυτή η προοπτική θα διευκολύνει εξαιρετικά και την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, είτε μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων, είτε με από κοινού προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

3. Από κει και πέρα, η μεγαλύτερη πρόκληση διεθνώς προέρχεται από την Κίνα. Το ευρύτερο θέμα είναι η επιθετική προσπάθεια της Κίνας να ελέγξει μονομερώς την περιοχή του Ειρηνικού και Ινδικού Ωκεανού, αλλάζοντας αυθαίρετα και με τη βία το status quo στην θαλάσσια περιοχή της Ανατολικής και Νότιας Ασίας.

Καταλαμβάνει μικρά νησιά που ανήκουν σε γειτονικές χώρες και κατασκευάζει τεχνητές νησίδες πάνω στις οποίες εγκαθιστά στρατιωτικές δυνάμεις. Όλα αυτά συνοδεύονται από εκρηκτική αύξηση των στρατιωτικών εξοπλισμών της.

Το πρόβλημα έχει οξυνθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς το απολυταρχικό, ολοκληρωτικό καθεστώς της Κίνας έχει αρχίσει μια εμπρηστική εθνικιστική ρητορική, αλλά και επεκτατική πρακτική έναντι όχι μόνο της Ταϊβάν, αλλά και όλων των γειτονικών χωρών (Ιαπωνίας, Νότιας Κορέας, Φιλιππίνων κλπ).

Έχει μάλιστα απομακρυνθεί από την δέσμευση της να μην επιδιώξει βίαιη προσάρτηση της Ταϊβάν. Διατυπώνει εδώ και λίγα χρόνια πολεμικές απειλές και πραγματοποιεί στρατιωτικές υπερπτήσεις πάνω από τον εναέριο χώρο ανάμεσα τους (πολύ πριν την επίσκεψη Πελόζι).

Υπάρχουν δύο ”κόκκινες γραμμές”: αυτή της Λαϊκής Κίνας που δεν θα δεχθεί τυχόν ανακήρυξη ανεξαρτησίας από την Ταϊβάν, και αυτή των ΗΠΑ που δεν θα δεχθούν και θα αποτρέψουν στρατιωτικά τυχόν κινεζική πολεμική επιχείρηση εναντίον της Ταϊβάν.

Όσο οι δύο ”κόκκινες γραμμές” αυτές τηρούνται, μάλλον δεν θα έχουμε πολεμική ανάφλεξη. Τυχόν παραβίαση τους θα οδηγούσε σε μείζονα παγκόσμια κρίση απευθείας μεταξύ δύο πυρηνικών δυνάμεων, των ΗΠΑ και της Κίνας.

***