Η αντιμετώπιση της πανδημίας: απολογισμός με συν και πλην

Γιάννης Δατσέρης 27 Φεβ 2021

Εχουμε ένα πρόσφατο ιστορικό γεγονός, που είναι καταγραμμένο έντονα στη μνήμη μας, ακόμη και στους νεώτερους. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004. Συμφωνώ με την επικρατούσα άποψη για την αποτίμησή τους. Έπρεπε να διεκδικήσουμε τη διοργάνωση, γιατί συνέβαλε στην αυτοπεποίθηση της χώρας. Κόστισαν παραπάνω... Ήταν επιτυχημένοι. Θεωρήθηκαν άθλος για τα μεγέθη μιας μικρής χώρας. Συνέγειραν τον λαό, υπήρξε πατριωτική ανάταση, οι νέοι συναντήθηκαν με τον εθελοντισμό. Η επικοινωνία ξέφυγε προς την επίδειξη. Κυρίως, βρέθηκαν διοικητικοί μέθοδοι σχεδιασμού - προγραμματισμού - υλοποίησης του πλέον σύνθετου έργου του ελληνικού κράτους. Αλλά, δεν υπήρξε μετα-αγωνιστικός σχεδιασμός. Υποδομές και εμπειρία έμειναν ανεκμετάλλευτες.


Η αντιμετώπιση της πανδημίας Covid-19 είναι το επόμενο, ακόμη μεγαλύτερο σύνθετο έργο της χώρας. Με δραματικές επιβαρύνσεις. Τότε υπήρχαν νιότη και χαρά. Τώρα θάνατος και θλίψη. Τότε ήταν όλα ανοικτά, σήμερα περιοριζόμαστε στους τέσσερις τοίχους. Τότε υπήρχαν καταληκτικές ημερομηνίες, τώρα σχετικότητα χρόνου. Τότε κορυφωνόταν μια περίοδος οικονομικής αειφορίας, τώρα η δημοσιο-υγειονομική κρίση έπεται μιας δεκάχρονης δημοσιο-οικονομικής κρίσης, μιας κατ? ουσία κρατικής χρεωκοπίας, που επέφερε μεταξύ των άλλων δεινών και αποδιοργάνωση του κοινωνικού κράτους.


Για να αποτιμηθεί η απόδοση της ελληνικής πολιτείας τον πρώτο χρόνο της πανδημίας πρέπει να τεθεί πήχης. Σε ποιο ύψος; Σε εκείνο που ορίζει η διαπίστωση-δόγμα «Αυτή είναι η Ελλάδα!»; Ή αντίστοιχα με μια πιο αναπτυγμένη χώρα με παραπλήσια διοικητική δομή; Π.χ. Γαλλία, είτε με μια αντίστοιχη πληθυσμιακά χώρα με παράδοση ισχυρού και αποτελεσματικού κράτους; Π.χ. Ισραήλ.

Αν πιστεύουμε ότι είμαστε ή θέλουμε να είμαστε μια χώρα του πρώτου κόσμου, τότε ο πήχης μας πρέπει να τίθεται κάπου μεταξύ Γαλλίας και Ισραήλ.


Επί ένα έτος σε ό,τι αφορά, αμιγώς, την αντιμετώπιση της δημοσιο-υγειονομικής κρίσης ανταποκρινόμαστε λίγο ή πολύ όπως κάθε δυτική χώρα. Σε σημαντικούς δείκτες όπως ο συνολικός αριθμός των κρουσμάτων, ο ρυθμός εμβολιασμού, ιδίως ο αριθμός των θανάτων είμαστε πολύ καλύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οσον αφορά αυτό το σκέλος της κρίσης η κοινωνία είναι πολύ ή λίγο ικανοποιημένη.


Πώς επιτεύχθηκε αυτό; Κατά τη γνώμη μου, ο κεντρικός πυρήνας της κυβέρνησης μετέτρεψε ή κατόρθωσε να πείσει ότι μετέτρεψε την ανάγκη σε φιλοτιμία. Τον Φεβρουάριο του 2020, η Ελλάδα στα νοσοκομεία: Διέθετε λιγότερες από 600 κλίνες ΜΕΘ και αυτές υποστελεχωμένες, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο διπλάσιο. Υπήρχαν κραυγαλέες ελλείψεις νοσηλευτικού προσωπικού. Οι προσλήψεις γιατρών με κανονικές κρίσεις ήταν ανέφικτες. Τα οργανογράμματά τους δεν προέβλεπαν στελέχωση με ειδικούς επιστήμονες (πληροφορικής, τεχνικούς, οικονομολόγους κ.λπ.). Οι επενδύσεις σε υποδομές και εξοπλισμούς ήταν ελάχιστες, στην υψηλή τεχνολογία σχεδόν ανύπαρκτες. Το φθινόπωρο του 2019 ο Πρωθυπουργός με ανακούφιση αποδεχόταν δωρεά λίγων εκατομμυρίων για αγορά κλινοσκεπασμάτων. Το ΕΣΥ αποτύγχανε για μιαν ακόμη φορά να αναπτύξει πρωτοβάθμια (εξωνοσοκομειακή) φροντίδα και περίθαλψη. Δεν δημιουργήθηκαν ποτέ περιφερειακές υπηρεσίες στον ΕΟΔΥ.


Γι? αυτό, λοιπόν, τα μέτρα δημόσιας υγείας έπρεπε να είναι μέγιστης αυστηρότητας με επιβολή οριζόντιων περιορισμών και οι αποφάσεις να λαμβάνονται έγκαιρα. Ενώ δημιουργήθηκαν κεντρικές και συγκεντρωτικές ομάδες διαχείρισης κρίσης και υλοποίησης έργου.

Τα μοντέλο αυτό απέδωσε πλήρως την περίοδο Μαρτίου - Ιουνίου 2020. Μετά άρχισαν να αναδεικνύονται αντιφάσεις που δεν οφείλονται μόνον στο προϋπάρχον υπόβαθρο, αλλά και σε ελλείμματα άσκησης μακροπρόθεσμης πολιτικής υγείας και σε λάθη διαχείρισης κρίσης.


Η υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του τουρισμού που άφησε περισσότερο απ? ό,τι έπρεπε χαλαρά τα σύνορα το καλοκαίρι, η καθυστερημένη εκπαίδευση του πληθυσμού στη μάσκα, η δογματική επιμονή ότι δεν θα υπάρξει δεύτερο απαγορευτικό, το λάθος της εκτίμησης των συνθηκών στη Θεσσαλονίκη, η αμφιταλάντευση για το άνοιγμα της αγοράς στις γιορτές, η καλλιέργεια υπεραισιοδοξίας για τα εμβόλια, αντισταθμίστηκαν. Οι λύσεις ήρθαν από τις ψηφιακές εφαρμογές, τα κινητά συνεργεία, την απόδοση των υπηρεσιών ιχνηλάτησης, την ενεργοποίηση ειδικών και ερευνητικών κέντρων. Τα αρχικά λάθη στον σχεδιασμό των εμβολιαστικών κέντρων αποκαθίστανται με την ένταξη των νοσοκομείων και των μεγα-κέντρων. Η ορθή επικοινωνιακή χρήση του επιστημονικού λόγου επί μακρό διάστημα ενίσχυσε την προσπάθεια και βελτίωσε τη σχέση ιατρικής και κοινού. Δωρεές ιδρυμάτων, εταιρειών, θεσμών και ιδιωτών κάλυψαν την ελλιπή χρηματοδότηση.


Λόγω της έκτασης των προβλημάτων σε όλο το φάσμα της λειτουργίας οικονομίας και κοινωνίας και της έντασης της πανδημίας, η πολιτική υγείας έγινε μονοδιάστατη, τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον Covid-19.

Θα ήθελα να βλέπουμε σε κάθε κρίση και την ευκαιρία της βελτίωσης, να πάνε τα πράγματα εμπρός. Ομως όσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερο μου φαίνεται πως «όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλο τα ίδια μένουν». Τα βολεύουμε, αλλά δεν καλυτερεύουμε και αυτήν τη φορά.


Οι ασθενείς με Covid-19 που παρέμειναν και θεραπεύτηκαν στο σπίτι, ένιωσαν τη βασική έλλειψη των υπηρεσιών υγείας. Ο μέσος Ελληνας δεν έχει την κρίσιμη στιγμή τον προσωπικό γιατρό του! Μοναδικό αποκούμπι είναι τα νοσοκομεία του ΕΣΥ! Στην κατάσταση που βρίσκονται.

Η ιδιωτική πρωτοβάθμια περίθαλψη, η πλέον ακριβή και πολυτελής παγκοσμίως, αυτή που διαθέτει μέχρι και μαγνητικούς τομογράφους σε κάθε γειτονιά δεν ανταπεξήλθε. Δεν διέθεσε φροντίδα ή περίθαλψη στο σπίτι. Οσο για τη δημόσια, απλά δεν υπάρχει. Τελευταία φορά το 2018, ένας ακόμη νόμος για την πρωτοβάθμια φροντίδα, σήκωσε παραπετάσματα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αντί να ανοίγει διαύλους συνεργασίας και να θεσπίζει ποιοτικά κριτήρια και ελέγχους λειτουργίας.


Τα ψηφιακά μέσα βοήθησαν σημαντικά. Ως πρωτόγνωρα, κέρδισαν την πρώτη εντύπωση. Δεν υπερβαίνουν όμως τις, προ δεκαετίας, δυνατότητες ενός καλού ιδιωτικού τηλεφωνικού κέντρου ή μιας αεροπορικής εταιρείας. Λίγο δίπλα αν πάμε θα διαπιστώσουμε πως κάθε ισραηλινός πολίτης και οι περισσότεροι Τούρκοι έχουν μια ψηφιακή εφαρμογή στα κινητά τους με πλήρη ηλεκτρονικό ιατρικό φάκελο και δυνατότητα επικοινωνίας με όλες τις υγειονομικές μονάδες.

Παρατάθηκαν ή προστέθηκαν στρεβλώσεις στο δοκιμαζόμενο ΕΣΥ. Το ενδιαφέρον της πολιτικής περιορίστηκε στο ερώτημα ποιος έκανε τις περισσότερες προσλήψεις και όχι στους κλάδους και την ειδίκευση του προσωπικού που χρειαζόμαστε.

Αυξήθηκαν οι κλίνες ΜΕΘ, αλλά εντάχθηκαν εκεί που θεωρήθηκε ότι το δυναμικό θα τις υποστηρίξει. Μετά λίγους μήνες θα έχουμε «μέγα» εντατικές αμφίβολης απόδοσης που θα επιτείνουν την ανισορροπία μεταξύ των μονάδων του συστήματος.


Δημιουργήθηκαν σημαντικές παράπλευρες απώλειες. Ο προληπτικός έλεγχος του καρκίνου και των καρδιαγγειακών νοσημάτων έχει μειωθεί δραστικά. Το ίδιο και η συστηματικότητα της παρακολούθησης όλων των χρόνιων παθήσεων. Αρκετές φορές καθοριστικές ιατρικές πράξεις, όπως χειρουργεία, αναβάλλονται πέραν του ανεκτού.

Η έναρξη των εμβολιασμών και η παγκόσμια ύφεση του δεύτερου κύματος δημιουργούν μια συγκρατημένη αισιοδοξία. Ας ελπίσουμε στο καλό σενάριο. Αλλά ακόμη και η επάνοδος της περίθαλψης, μετά την πανδημία, στον προηγούμενο βηματισμό της θα είναι δύσκολη. Θα υπάρξουν νέες ανάγκες και θα χρειάζονται περισσότεροι πόροι. Μετά την υγειονομική κρίση θα μιλήσουν η οικονομία, η κοινωνική συμπεριφορά και η μαζική ψυχολογία. Πρέπει να απαντήσει το πολιτικό σύστημα με μια νηφάλια μεταρρυθμιστική πολιτική υγείας υψηλών προσδοκιών

 

Πηγή: www.tanea.gr