Πόσο μακριά είναι η Βαρκελώνη;

Φάνης Ουγγρίνης 06 Οκτ 2017

Αναλογιστείτε ένα ενδιαφέρον δίλημμα. Είστε λέει ο πρωθυπουργός μίας απολύτως δημοκρατικής χώρας, όπου οι πολίτες απολαμβάνουν πλήρη ελευθερία πολιτικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής έκφρασης. Έρχεστε αντιμέτωποι με ένα αποσχιστικό δημοψήφισμα, το οποίο έχει ξεκάθαρα χαρακτηριστεί αντισυνταγματικό, και άρα παράνομο. Την άποψη περί παρανομίας ενστερνίζονται όλοι οι εταίροι και σύμμαχοι της χώρας σου, όπως και τρίτες ισχυρές δυνάμεις (εκτός από κάποιες που γενικά κινούνται… περίεργα).

Έχετε ενώπιον σας δύο επιλογές. Η πρώτη είναι να επιτρέψετε το δημοψήφισμα να διεξαχθεί και απλά να αγνοήσετε (αλά Τσίπρα) ένα ενδεχομένως επικίνδυνο για την κρατική ακεραιότητα αποτέλεσμα. Η δεύτερη είναι να εμποδίσετε την πραγματοποίηση της ψηφοφορίας, χρησιμοποιώντας τα διαθέσιμα έννομα μέσα. Αν ακολουθήσετε την πρώτη επιλογή είστε ασφαλείς από αρνητική δημοσιότητα, όμως θα βρεθείτε υποχρεωμένοι να διαχειριστείτε ένα τετελεσμένο, που για πολλούς θα διαθέτει ηθική νομιμοποίηση. Αν πάλι ακολουθήσετε τη δεύτερη επιλογή, τότε κάποιοι θα σας χαρακτηρίσουν φασίστα (πιθανώς θα το έλεγαν έτσι κι αλλιώς), όμως δεν θα σημειωθεί κάποια καταγραφή λαϊκής ετυμηγορίας, η οποία θα υπονομεύσει έτι περαιτέρω την ενότητα όλου του κράτους γενικά, αλλά και της κοινωνίας της υπό προσπάθεια απόσχισης περιοχής ειδικά.

Για μένα, η ψυχρή λογική προκρίνει τη δεύτερη επιλογή, αυτή δηλαδή που ακολούθησε ο Ραχόι, ματαιώνοντας μια διαδικασία της οποίας δεν ήταν εγγυημένη ούτε καν η εγκυρότητα (υπήρξαν άλλωστε πολλές καταγγελίες για παράτυπες διαδικασίες και διπλοψηφίες, το δε ανακοινωθέν θετικό 90% δε μοιάζει και πολύ τίμιο). Ο ισπανός πρωθυπουργός έδρασε με υπευθυνότητα έναντι του συνόλου του λαού του, χωρίς φυσικά η αποφασιστική δράση του να σημαίνει αυτόματα και το τέλος αυτής της πολυετούς προσπάθειας των Καταλανων εθνικιστών. Επιπρόσθετα, η παρένβαση του στέμματος συγκίνησε μεν την υπόλοιπη χώρα, είναι όμως αμφίβολο αν θα συμβάλλει εποικοδομητικά. Οι τάσεις της κοινωνίας είναι συχνά αδύνατο να αναχαιτιστούν, αλλιώς δεν θα υπήρχαν ιστορικές ροές. Μιά ριζοσπαστικοποίηση των νεώτερων θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη, ειδικά σε περίπτωση ενεργοποίησης του αυστηρότατου άρθρου 155 του Ισπανικού συντάγματος.

Πάντως συμφωνώ πως η Μαδρίτη χειρίστηκε το θέμα μάλλον άγαρμπα, καθώς δεν κατάφερε να αποτρέψει την ψηφοφορία στο σύνολό της, παρά την τεράστια αστυνομική επιχείρηση, ενώ επίσης αμέλησε να ενημερώσει την διεθνή κοινή γνώμη, η οποία είδε επιφανειακά ένα σκληρό κράτος να καταπιέζει τους πολίτες του. Πριν όμως κρίνετε ευνοικά όσα είδαμε στην Βαρκελώνη, σκεφτείτε ειλικρινά ποιά αντιμετώπιση θα υποστηρίζατε αν υλοποιούνταν όμοιες πρωτοβουλίες στη Θράκη, στη Μακεδονία και στην Κρήτη. Αναφέρομαι ειδικά στους δηλώνοντες ότι όσα συμβαίνουν στην Καταλονία δεν μας αφορούν, διότι εμείς είμαστε ομοιογενείς ενώ αυτοί είχαν ηγεμόνες στον Μεσαίωνα κι αλλά τέτοια.

Από τον Δεκέμβριο του 2008 επιδεικνύουμε μια έντονη διάθεση να… πλακωθούμε μεταξύ μας, διάθεση που μετά την νίκη των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι υπό καταστολή, εξακολουθεί όμως να σιγοβράζει. Ως γνωστό, η φτώχεια φέρνει γκρίνια, κι είναι ακαδημαϊκά παραδεκτό ότι τα οικονομικά κίνητρα είναι συχνά υπεύθυνα για ακραίες ενέργειες (στην υπόθεση της Καταλονίας βαρύνει καθοριστικά και αυτή η παράμετρος). Το παρελθόν έχει να επιδείξει πάμπολλες εξεγέρσεις και επαναστάσεις για λόγους διόλου «εθνικούς» ή θρησκευτικούς μα απολύτως πεζούς, όπως για άδικη φορολογία και για κακή δημόσια διοίκηση. Το ότι κάποια πολιτικά κινήματα πέτυχαν να επιβληθούν στο σύνολο επικρατειών δε σημαίνει πως τούτο είναι ένας κανόνας γραμμένος στην πέτρα. Η Κίνα και η Ταϊβάν αποτελούν παράδειγμα αποκοπής εθνικού εδάφους λόγω πολιτειακής μεταβολής.
Εφόσον λοιπόν ανακατευτούν ο τοπικισμός με πολιτικά κίνητρα και με ολίγη έξωθεν παρότρυνση, τότε πολλά κακά μπορούν να συμβούν. Για την δε ακριτική Θράκη κάθε συζήτηση είναι περιττή, ο κίνδυνος είναι ολοφάνερος. Το ότι εμείς θεωρούμε-βάσει διακρατικών συνθηκών-ότι η εκεί μειονότητα είναι αμιγώς θρησκευτική δυστυχώς δεν σημαίνει πως και το σύνολο της μειονότητας έχει την ίδια άποψη. Ας μην ξεχνάμε πως φροντίζει συστηματικά γι αυτό το Προξενείο. Ούτε φυσικά θα επηρεάσει τα μελλούμενα το ότι η Ελλάδα δεν είναι ομοσπονδία και δεν συμπεριλαμβάνει αυτόνομες περιοχές. Σίγουρα πάντως δεν απασχόλησαν τέτοιες λεπτομέρειες τους οπλαρχηγούς του ’21.

Η απόκτηση ελευθερίας είναι σχεδόν πάντα μια περίπλοκη υπόθεση, εξαρτώμενη από εξωγενείς παράγοντες, όπως πολύ καλά γνωρίζουν οι Κούρδοι. Αυτή η παραδοχή ενισχύεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου δεν τίθενται ζητήματα καταπίεσης και βαναυσότητας (το ζήτημα ύπαρξης μιας διακοσμητικής μοναρχίας μάλλον προσχηματικό μοιάζει), οπότε η όλη προσπάθεια «απελευθέρωσης» τοποθετείται στην γκρίζα περιοχή μεταξύ δικαίου και αδίκου, μεταξύ σωφροσύνης και επιπολαιότητας. Ας μη ξεχνάμε ακόμη πως απο τέτοια γεγονότα υπάρχουν κερδισμένοι αλλά και χαμένοι, συχνά αθώοι, αυτοί που θέλουν απλά την ησυχία τους σε περιβάλλον σταθερό.

Ο άνθρωπος οργάνωσε ομάδα που μετεξελίχθηκε σε κράτος με εδαφική επικράτεια θέλοντας να είναι ασφαλής υπό μια ευρεία έννοια, ώστε έτσι να ασχοληθεί απερίσπαστος με την ατομική του πρόοδο. Το κράτος αυτό διατηρεί και το μονοπώλιο στην χρήση νόμιμης βίας, λαϊκά νομιμοποιημένο εφόσον τηρείται η δημοκρατική αρχή της αναλογικότητας. Στα πλαίσια αυτού ακριβώς του μονοπωλίου ο πρόεδρος Κέννεντυ διέταξε την εθνοφρουρα να επιβάλλει την ανάμιξη των μαθητών στα σχολεία του Άρκανσας. Απ’ όσο θυμάμαι αυτός ο κανόνας ισχύει ακόμη. Όταν λοιπόν οι γείτονές σου παραμένουν εθνικιστές με αναθεωρητικές διαθέσεις, τότε ο φιλελευθερισμός σου οφείλει να λειτουργεί μέσα στα όρια του ρεαλισμού, ώστε να μην καταστεί αυτοκαταστροφικός. Αν έφτασε η ώρα να τελειώσουν τα έθνη-κράτη, το ιδανικό είναι να τελειώσουν όλα μαζί. Είναι όμως πολύ απίθανο…