Επιχειρήματα κατά των Δημοψηφισμάτων (και όχι μόνο των δυσάρεστων)*

Cas Mudde 17 Ιουλ 2016

Ένα κείμενο του Cas Mudde, όπου υποστηρίζει τη θέση ότι τα δημοψηφίσματα είναι εγγενώς αντίθετα με την ουσία των φιλελεύθερων δυτικών δημοκρατιών.

Η αντίθεση του Mudde δεν είναι συγκυριακή και επικεντρωμένη σε κάποια δημοψηφίσματα, όπως το πρόσφατο Brexit. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ίδια η διαδικασία ενός δημοψηφίσματος οδηγεί στη χρήση  απλουστευτικών εργαλείων «που απομονώνουν τα ζητήματα από το γενικό τους πλαίσιο και περιορίζουν τις επιλογές απλώς σε «ναι» ή «όχι» (τις περισσότερες φορές), και δεν μπορούν εξ ορισμού να επιλύσουν τέτοια πολύπλοκα προβλήματα».

Ουσιαστικά ο συγγραφέας θεμελιώνει την άποψη ότι το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ δεν είναι οι απαντήσεις στα προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών. Ο μανιχαϊσμός που υποκρύπτουν, συσκοτίζει την πραγματικότητα και δημιουργεί το εύφορο έδαφος για τη λαϊκιστική ρητορεία.

Επειδή στην Ελλάδα το κυβερνών κόμμα ζει στον αστερισμό των δημοψηφισμάτων και των αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών, τέτοια κείμενα είναι πολύτιμοι οδηγοί αυτογνωσίας.

Πέτρος Παπασαραντόπουλος

 

Η απόφαση για την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ (Brexit) κατέλαβε την Ευρώπη, και πολύ λιγότερο τον υπόλοιπο κόσμο, εξ απήνης. Πρώτα από όλα, οδήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο σε οικονομική και πολιτική κρίση, εκ των οποίων η πρώτη θα είναι αναμφίβολα λιγότερο σοβαρή και μακροχρόνια από τη δεύτερη. Όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα βρίσκονται αντιμέτωπα με μια διχαστική πρόκληση σε επίπεδο ηγεσίας, που δεν αφορά απλώς στο ποιος θα είναι ο νέος αρχηγός του κόμματος, αλλά επίσης στο τι θα αντιπροσωπεύει το νέο κόμμα. Οι Συντηρητικοί (Tories), οι Εργατικοί (Labour) και το UKIP είναι (το λιγότερο) δύο κόμματα σε ένα, που διατηρούν τη συνοχή τους λόγω εκλογικού συστήματος, θεσμικών προνομίων και παράδοσης.

Όμως το Brexit έχει επηρεάσει την πολιτική αντιπαράθεση σε ολόκληρη την Ευρώπη, κι όχι μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ευρύτερα, και κυρίως σχετικά με τον ρόλο των δημοψηφισμάτων. Αυτή είναι μια πολύ παλιά αντιπαράθεση, που επανέρχεται κάθε τόσο στο προσκήνιο. Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, τα δημοψηφίσματα, και άλλες μορφές «άμεσης δημοκρατίας», είναι τα αγαπημένα των ακαδημαϊκών και των πολιτικών. Πολλοί τα θεώρησαν μια καλή απάντηση στον λαϊκισμό, πιστεύοντας ότι οι ψηφοφόροι των λαϊκιστικών κομμάτων ήθελαν να έχουν περισσότερο «λόγο στο πολιτικό σύστημα». Παρόλο που αυτό αληθεύει, οι περισσότεροι δεν θέλουν να έχουν περισσότερες ευκαιρίες να ακουστεί η φωνή τους, θέλουν να εκφράσουν την άποψή τους. Με άλλα λόγια, θέλουν καλύτερους αντιπροσώπους, δηλαδή πολιτικούς που συμμερίζονται τις απόψεις τους και που μετατρέπουν τα ζητήματα που τους απασχολούν και τις αξίες τους σε πολιτικές.

Παρόλο που τα κύρια παραδείγματα άμεσων δημοκρατιών, η Καλιφόρνια και η Ελβετία, έχουν βιώσει πολλά επίμαχα αποτελέσματα, ολοένα και περισσότερες χώρες και κόμματα έχουν πρόσφατα υποστηρίξει την εισαγωγή κάποιας μορφής δημοψηφίσματος, αν και συχνά με την επιβολή πολλών περιορισμών που γενικά υπονομεύουν την όλη προσπάθεια. Το δημοφιλές ολλανδικό δημοψήφισμα για τη συνθήκη σύνδεσης μεταξύ ΕΕ και Ουκρανίας και το δημοψήφισμα της Μεγάλης Βρετανίας για την παραμονή της στην ΕΕ είναι καλά παραδείγματα τέτοιων βιαστικών και ευκαιριακών αποφάσεων για την υποστήριξη της διεξαγωγής δημοψηφίσματος. Αυτό που είναι πιο σημαντικό είναι ότι και τα δύο είναι απλώς συμβουλευτικά και δεν είναι νομικά δεσμευτικά, κατά συνέπεια αφήνουν και πάλι την εξουσία που υποτίθεται ότι περιορίζουν με την εισαγωγή του δημοψηφίσματος στα χέρια των ίδιων πολιτικών.

Είμαι κατά της χρήσης των δημοψηφισμάτων για διάφορους λόγους, που θα παρουσιάσω παρακάτω. Για να είμαι σαφής, τα πρόσφατα δημοψηφίσματα σε Βρετανία και Ολλανδία δεν παίζουν ρόλο στην  απόφασή μου – ούτε επίσης και το άλλο δραματικό παράδειγμα του πρόσφατου δημοψηφίσματος στην Ελλάδα πέρσι (Greferendum). Πρώτα από όλα, δεν πιστεύω ότι το Brexit είναι το τέλος του κόσμου για την ΕΕ ή για το ΗΒ. Και ακόμα και αν κατέληγε να είναι μια «κακή απόφαση», όσο αυτό μπορεί να οριστεί αντικειμενικά, και έχω την πεποίθηση ότι μπορεί να είναι ή θα είναι μια κακή απόφαση, είναι απολύτως δημοκρατικό να παίρνουμε κακές αποφάσεις. Δεύτερον, πιστεύω ότι αν έπρεπε να χρησιμοποιούνται τα δημοψηφίσματα, θα ήταν ακριβώς για ερωτήματα όπως η συμμετοχή στην ΕΕ, ερωτήματα που αφορούν εξ ορισμού όλα ή τίποτα. Εξάλλου, δεν μπορείς να βρίσκεται κατά το ήμισυ στην ΕΕ, ακόμα και αν πολλοί πολιτικοί που υποστήριξαν την αποχώρηση (Leave) τώρα φαίνεται να ερευνούν αυτήν την επιλογή.

Πρώτα θα απορρίψω ένα από τα πιο δημοφιλή επιχειρήματα κατά των δημοψηφισμάτων: ζητήματα όπως η συμμετοχή στην ΕΕ είναι πολύ περίπλοκα για να αποφασίσουν οι απλοί πολίτες. Αυτή δεν είναι απλώς μια ακραία ελιτιστική άποψη –που θεωρεί ότι υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια με βάση τα οποία θα πρέπει να αποφασίζουν οι άνθρωποι και ότι κάποιοι άνθρωποι μπορούν να λάβουν αυτές τις αποφάσεις αντικειμενικά– είναι επίσης ένα θεμελιωδώς μη δημοκρατικό επιχείρημα. Αν οι άνθρωποι είναι στην πραγματικότητα ανίκανοι να αποφασίσουν για τη συμμετοχή στην ΕΕ σε ένα δημοψήφισμα, τότε ασφαλώς είναι ανίκανοι να επιλέξουν μεταξύ διαφορετικών κομμάτων σε εθνικές εκλογές, στις οποίες η συμμετοχή στην ΕΕ είναι απλώς ένα από τα πολλά πολύπλοκα ζητήματα. Επομένως, αν πραγματικά πιστεύετε ότι κάποια σημαντικά πολιτικά ζητήματα είναι πολύ πολύπλοκα για «τον λαό» ώστε να αποφασίσει γι’ αυτά, δεν πρέπει να είστε υπέρ της δημοκρατίας.

Το πρώτο μου επιχείρημα κατά των δημοψηφισμάτων είναι ότι συνήθως απομονώνουν τα ζητήματα από το γενικό πλαίσιο, κι επομένως δημιουργούν ένα νομοθετικό συνονθύλευμα, το οποίο καθιστά αδύνατη τη χάραξη συνεκτικής πολιτικής. Η πολιτεία της Καλιφόρνια είναι ένα καλό παράδειγμα, όπου οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν ένα δημοψήφισμα για να θέσουν χρηματοδοτικούς περιορισμούς στην πολιτειακή κυβέρνηση, κάτι που αργότερα εμπόδισε την εφαρμογή πολιτικών υπέρ των οποίων (εν μέρει οι ίδιοι) ψήφισαν σε άλλα δημοψηφίσματα. Πρέπει, όμως, να πούμε ότι τα δημοψηφίσματα σε βασικά ερωτήματα όπως η συμμετοχή στην ΕΕ δεν θα είχαν δημιουργήσει τέτοιο πρόβλημα, τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό.

Το δεύτερο επιχείρημά μου κατά των δημοψηφισμάτων είναι ότι παίρνουν την ευθύνη από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους. Με απλά λόγια, σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία εκλέγουμε ανθρώπους να κάνουν το πολιτικό μας έργο. Και θα πρέπει να το κάνουν. Το δημοψήφισμα για την ΕΕ είναι ένα τέλειο παράδειγμα αυτού του μηχανισμού παράκαμψης της ευθύνης, όπως ήταν το Greferendum. Και τα δύο δημοψηφίσματα ήταν άμεσο αποτέλεσμα μιας εσωτερικής πολιτικής δυναμικής, και ο αρχηγός του κόμματος τα διευθέτησε καθιστώντας τα εθνικό ζήτημα αντί για εσωκομματικό ζήτημα. Κατά συνέπεια, η ευθύνη διαχέεται στο κομματικό σύστημα και είναι δύσκολο να θεωρηθούν συγκεκριμένα κόμματα υπεύθυνα.

Το τρίτο μου επιχείρημα είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, εμού συμπεριλαμβανομένου (παρόλο που είμαι πολιτικός επιστήμονας) δεν θέλουν να ασχολούνται συνεχώς με ψηφοφορίες. Ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Russell Dalton υπολόγισε ότι μεταξύ 1999 και 2004 ένας κάτοικος της Οξφόρδης, στην Αγγλία, έπρεπε να ψηφίσει σε τέσσερις εκλογές, ενώ ένας κάτοικος στο Ίρβιν στην Καλιφόρνια έπρεπε να ψηφίσει σε σαράντα ψηφοφορίες μόνο το 2004. Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να επιλέγουν κατά διαστήματα έναν εκπρόσωπο που νομοθετεί γι’ αυτούς και σύμφωνα με τις διακηρυσσόμενες πολιτικές τους.

Τι γίνεται όμως όταν το πολιτικό σύστημα δεν λειτουργεί; Αυτό θα ήταν το επιχείρημα πολλών υποστηρικτών του Brexit, οι οποίοι επισημαίνουν τη διαφορά στην υποστήριξη υπέρ της συμμετοχής στην ΕΕ στον πληθυσμό και στο κοινοβούλιο. Η έλλειψη ανταποκρισιμότητας είναι σημαντικό πρόβλημα, αλλά αν δεν περιορίζεται σε μερικά σαφώς προσδιορίσιμα και διακριτά ζητήματα, όπως η άμβλωση ή η συμμετοχή στην ΕΕ, το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί με δημοψηφίσματα. Πρέπει να αντιμετωπιστεί στη ρίζα του, που είναι τα κόμματα και οι εκπρόσωποί τους.

Παρόλο που πολλοί Αμερικανοί ή Βρετανοί θα υποστηρίξουν ότι αυτό δεν μπορεί να αλλάξει επειδή το εκλογικό σύστημα προστατεύει το δικομματικό σύστημα, αυτό δεν ισχύει απαραίτητα. Πρώτον, παρά τον Νόμο του Duverger, η σχέση μεταξύ εκλογικών συστημάτων και κομματικών συστημάτων είναι αδύναμη, όπως έδειξε η εμπειρία της κυβέρνησης συνεργασίας το 2010. Δεύτερον, πολλές χώρες με αναλογικά συστήματα αντιπροσώπευσης έχουν επίσης υψηλά επίπεδα πολιτικής δυσαρέσκειας.

Δύο από τους βασικούς λόγους για τα τρέχοντα υψηλά επίπεδα πολιτικής δυσαρέσκειας είναι οι ανέφικτες, υψηλές προσδοκίες πολλών ψηφοφόρων, που τροφοδοτούνται από τα μέσα ενημέρωσης και τους πολιτικούς (και όχι μόνο τους λαϊκιστές), και ο ολοένα και πιο σύνθετος πολιτικός κόσμος στον οποίο ζούμε. Σήμερα, τουλάχιστον στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η πολιτική είναι για πολλούς ένας τρισδιάστατος χώρος, στον οποίο το να βρεθεί η απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ των απόψεών σου και εκείνων ενός πολιτικού κόμματος είναι πολύ δύσκολο. Κατά συνέπεια, ο κατακερματισμός του κομματικού συστήματος είναι αναπόφευκτος, κάτι που και πάλι δημιουργεί πιο αδύναμους συνασπισμούς και πολιτικές.

Εγγενώς απλουστευτικά εργαλεία όπως τα δημοψηφίσματα, που απομονώνουν τα ζητήματα από το γενικό τους πλαίσιο και περιορίζουν τις επιλογές απλώς σε «ναι» ή «όχι» (τις περισσότερες φορές), δεν μπορούν εξ ορισμού να επιλύσουν τέτοια πολύπλοκα προβλήματα.


* Το πρωτότυπο κείμενο στα αγγλικά δημοσιεύτηκε στις 10 Ιουλίου 2016 στο The Huffington Post, http://www.huffingtonpost.com/entry/the-case-against-referendums-not-just-the-uncomfortable_us_57822a52e4b05b4c02fccf7b