Ουδέν καλόν…

Κώστας Μποτόπουλος 05 Ιουλ 2012

Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι της συμφωνίας της τελευταίας Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης, αλλά και των αισιόδοξων αναλύσεων για τις επιπτώσεις της (βλ. και το σχετικό δικό μου άρθρο, στα Νέα, 2 Ιουλίου 2012) και ήρθε η προσγείωση στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη, στην οποία, ανάμεσα στη βούληση και την εκτέλεση, τις αποφάσεις και την υλοποίησή τους, παρεμβαίνουν κάθε είδους προβλέψιμα και απρόβλεπτα εμπόδια. Αυτό δεν μειώνει την ιστορική σημασία της Συνόδου. Υπενθυμίζει μόνο, μία ακόμη φορά, πως το παιχνίδι αρκετά απέχει από το να έχει οριστικά κερδηθεί.

Λίγες μέρες μόνο μετά τη συμφωνία, δύο από τα σημαντικότερα στοιχεία της τίθενται ήδη υπό αμφισβήτηση. Η δημιουργία ενός πραγματικά νέου και πραγματικά ενοποιημένου συστήματος εποπτείας των τραπεζών, καθώς και ο κεντρικός, σε αυτό το σύστημα, ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αμφισβητούνται από επίσημους γερμανικούς κύκλους: τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης (της ίδιας αυτής κυβέρνησης που προσυπέγραψε το νέο μηχανισμό), την ένωση των γερμανικών εισηγμένων εταιριών (που ενεργεί ως ερμηνευτής των κοινοτικών αποφάσεων, σπεύδοντας να κρίνει ότι «η τραπεζική εποπτεία δεν είναι συμβατή με το ρόλο της ΕΚΤ»), αρκετών βουλευτών της κυβερνώσας πλειοψηφίας (βουλευτών, και ιδίως της πλειοψηφίας, που αποκτούν όλο και μεγαλύτερο βάρος με τη διαρκή μεταφορά αρμοδιοτήτων στο Κοινοβούλιο από τις αλλεπάλληλες αποφάσεις του γερμανικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου). Από την άλλη, επισήμως ήδη η φινλανδική κυβέρνηση με έγγραφο που κατατέθηκε σε επιτροπή του Κοινοβουλίου, και κατά πληροφορίες και η ολλανδική με αντίστοιχο διάβημα, προαναγγέλλουν διάθεση μπλοκαρίσματος της απόφασης περί αγοράς ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, από το μόνιμο μηχανισμό στήριξης (ESM). Αν σκεφτεί κανείς ότι οι αποφάσεις της Συνόδου, για να αρχίσουν να εφαρμόζονται, πρέπει να εγκριθούν από όλα τα Κοινοβούλια των χωρών της Ευρωζώνης, αντιλαμβάνεται τι δυνητικά σημαίνουν όλες οι παραπάνω «αντιρρήσεις».

Στην τελευταία Σύνοδο, τα κράτη μέλη υποτίθεται ότι αντιλήφθηκαν – και γι’ αυτό χαιρετίστηκαν οι αποφάσεις τους, παρά τη σημαντική καθυστέρησή τους- ότι η κρίση όχι μόνο είναι πανευρωπαϊκή, όχι μόνο είναι πολυπλόκαμη, όχι μόνο είναι συστημική, αλλά και ότι βρίσκεται σε οριακό σημείο που απαιτεί οριακές αποφάσεις, δηλαδή άλματα προς τα εμπρός. Έγινε λόγος για «σπάσιμο του φαύλου κύκλου» και για μια «νέα αλληλεγγύη», κουβέντες που περικλείουν όχι μόνο φεντεραλιστικό ακτιβισμό, αλλά και έντονη αυτοκριτική. Η θέση εκποδών των αποφάσεων, θα συνεπαγόταν και υπαναχώρηση από τη διαπίστωση του απολύτως επείγοντος και της βούλησης να αντιμετωπιστεί μέσω βαθύτερης πολιτικής ενοποίησης –κάτι που, υπό τις παρούσες συνθήκες, θα ισοδυναμούσε με αυτοχειρία της Ευρώπης. Γιατί, χειρότερο από το να μην κάνεις το άλμα όταν χρειάζεται, είναι να το αναγγέλλεις και να το παίρνεις πίσω.

Η αποδειγμένη, παρά τις δολιχοδρομήσεις της, πίστη της γερμανίδας Καγκελαρίου στην ευρωπαϊκή ιδέα (και όμως…), η διαπραγματευτική ικανότητα και το αυξημένο κοινό βάρος της Ιταλίας, της Ισπανίας και ιδίως της Γαλλίας του Φρανσουά Ολάντ (που δεν παίρνει μόνο, αλλά και δίνει: ήδη ανακοίνωσε ότι μετά τις αποφάσεις της Συνόδου, θα υπερψηφίσει το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, που τόσο ατελές είχε βρει προεκλογικά) και, ίσως καταλυτικότερα, η απέξω πίεση για πειστική δράση (από τις ΗΠΑ, το G-20, την Κίνα, τη Βραζιλία, που έχουν όλες προβλήματα), αφήνουν κάποιες ελπίδες ότι θα υπερισχύσει το θετικό στοιχείο του μόνιμου χαμαιλεοντισμού της Ευρώπης: αλλάζουμε και ξαναλλάζουμε αλλά στο τέλος κάνουμε, ενστικτωδώς, το σωστό. Όπου σωστό, πλέον, απλώς η επιβίωση.