Brussels, we have a problem!

Αθηνά Δρέττα Παναγιώτης Μανωλάκος 07 Φεβ 2019

liberal.gr

Το 2019 δεν είναι εκλογικό έτος μόνο για την Ελλάδα, είναι και για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον Μάιο πρόκειται να διεξαχθούν οι Ευρωεκλογές. Μπορεί σε εμάς να έχουν ένα σχεδόν δευτερεύον χαρακτήρα καθώς επισκιάζονται από τις εθνικές εκλογές η αλήθεια όμως είναι πως πρόκειται να καθορίσουν την πορεία που θα έχει η Ένωση για πολλά χρόνια.

Οι προκλήσεις που θα κληθούν να απαντήσουν τα μέλη του επόμενου Ευρωκοινοβουλίου αλλά και η ηγεσία της Επιτροπής -που θα εξαρτηθεί από τα αποτελέσματα αυτά- είναι πολλές, τόσο εντός της Ένωσης όσο και εξωτερικά.

Εξωτερικά, η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με το κενό ισχύος και της διάρρηξης των ισορροπιών που προκαλείται από την σταδιακή οπισθοχώρηση των ΗΠΑ. Πολλές φορές μάλιστα ο πρόεδρος τους , δεν έχει διστάσει να αναφερθεί στην Ευρώπη ως ανταγωνιστή παρά ως σύμμαχο. Από την άλλη πλευρά η Ρωσία αναδεικνύεται σε έναν απρόβλεπτο παίκτη που δεν θα διστάσει να παρέμβει σε εκλογικές διαδικασίες, ούτε να χρησιμοποιήσει την ισχύ της για την αλλαγή των υφιστάμενων συνόρων και ισορροπιών (όπως μας έδειξαν τα γεγονότα στην Ουκρανία και την Συρία). Οι εξωτερικές προκλήσεις όμως δεν σταματούν εδώ, ο ανταγωνισμός με την Κίνα εντείνεται, η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει να συνεισφέρει με αποτελεσματικό τρόπο στην σταθεροποίηση της Αφρικής (κάτι που θα συνέβαλλε στον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών) ενώ και τα ερωτήματα που θέτει η αλματώδης τεχνολογική πρόοδος απαιτούν συναινέσεις που υπερβαίνουν τα παραδοσιακά Εθνικά όρια (οφείλουμε να ομολογήσουμε πως σε αυτό η ΕΕ έχει υπάρξει ιδιαίτερα επιτυχημένη).

Εσωτερικά επίσης υπάρχουν πολλές προκλήσεις για την Ευρώπη, η διαχείριση του Brexit είναι ένα από αυτά. Για πρώτη φορά η Ευρωπαϊκή Ένωση μικραίνει και παρόλο που το Ηνωμένο Βασίλειο υπήρξε -κατά περιόδους τουλάχιστον- ένας δύσκολος εταίρος, που με τις συνεχείς εξαιρέσεις που ζητούσε δυσκόλευε την πορεία της ενοποίησης, δεν έπαυε να είναι μια ισχυρή δύναμη σε στρατιωτικό, οικονομικό αλλά και πολιτικό επίπεδο, όντας μια από τις δύο χώρες της Ε.Ε. που ήταν και μόνιμα μέλη στο συμβούλιο ασφαλείας.

Η ίδια η προσέλευση στις κάλπες είναι μια δεύτερη πρόκληση. Παρότι όπως φαίνεται και από τις έρευνες του Ευρωβαρόμετρου η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ΕΕ βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από το 2010, η αύξηση αυτή της εμπιστοσύνης δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό πολιτών που αισθάνονται πως «η φωνή τους δεν μετράει» (οι γνώμες σε αυτό το ερώτημα εμφανίζονται σχεδόν μοιρασμένες). Αυτή μάλιστα η εντύπωση μπορεί να αυξηθεί από τις διαδικασίες επιλογής υποψηφίων για την Επιτροπή που επέλεξαν οι Ευρωπαϊκές πολιτικές οικογένειες. Χωρίς να μπαίνουμε σε ουσιαστική κρίση των υποψηφίων μπορούμε να πούμε πως η ίδια η διαδικασία επιλογής τους (που στην πραγματικότητα δεν προήλθε από δημόσιο διάλογο για το σχέδιο για την Ευρώπη του κάθε ενός που επιθυμούσε να είναι υποψήφιος) δεν συνεισέφερε το παραμικρό στην κινητοποίηση των πολίτες γύρω από ιδέες, στόχους και ένα όραμα που θα θύμιζε κάτι από την παλιά γοητεία που δημιουργούσε η Ένωση.

Μοιάζουν οι παραδοσιακές πολιτικές οικογένειες της Ευρώπης να μην κατανοούν πως αν συνεχίσουν να πολιτεύονται με τον ίδιο τρόπο η ενίσχυση των λαϊκίστικων μορφωμάτων (δεξιών και αριστερών καταβολών) μπορεί να οδηγήσει σε ένα Ευρωκοινοβούλιο όπου η πλειοψηφία δεν θα μπορεί να συγκροτηθεί -πλέον- από το EPP και το PES, τα κόμματα δηλαδή που διαχρονικά υπήρξαν η κινητήριος δύναμη της Ευρωπαϊκής ενοποίησης (πίνακας 1).

epp-1

Και τα δύο αυτά κόμματα θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει πως βρίσκονται σε κρίση ή έστω σε υποχώρηση. Αν τα δούμε πιο αναλυτικά θα διαπιστώσουμε πως στην Ιταλία η Λέγκα του Βορρά οδεύει στο να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος ακολουθούμενη από τους συγκυβερνήτες τους στο Κίνημα των Πέντε Αστέρων. Η κεντροαριστερά πιθανότατα θα περιοριστεί σε ποσοστά κάτω ή κοντά στο 20%. Στην Γαλλία οι παραδοσιακοί σχηματισμοί της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς «αλώθηκαν» από την δυναμική του Μακρόν που όμως εμφανίζεται αποδυναμωμένος. Ποιον στα αλήθεια θα εξέπληττε μια πρωτιά της Λεπέν; Στην Γερμανία το CDU-CSU απέχει αρκετά από τα ποσοστά του 2014 ενώ οι σοσιαλιστές του SPD βυθίζονται, δυναμική φαίνεται να έχουν οι Πράσινοι και το ξενοφοβικό – ακροδεξιό AfD. Στην δε -σημαντική πληθυσμιακά- Πολωνία το κυβερνών κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη του Κατσίνσκι εκτιμάται ότι θα αποσπάσει περίπου το 40% προσθέτοντας περίπου 25 Ευρωβουλευτές στην χορεία των Ευρωσκεπτικιστών, ενώ στην Ισπανία οι λαϊκιστές των Podemos και το ακροδεξιό Vox κινούνται κοντά στο 24% και στο 10% αντίστοιχα (πίνακας 2).

epp-2

Φαίνεται πως τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα που στις αρχές του 21ου αιώνα συγκέντρωναν περίπου το 6,5% (ως UEN και EDD τότε) τα διαδέχονται (ή κερδίζουν υποστήριξη ως) ακραία και λαϊκιστικά κόμματα που μπορεί σε αυτές τις εκλογές να πλησιάσουν ή και να υπερβούν το 20%.

Γίνεται φανερό ότι η τακτική «business as usual» δεν μπορεί να συνεχιστεί.. Οφείλει, η Ευρώπη, να μην είναι μόνο ένα οικονομικό project αλλά να θυμηθεί ότι τα σπουδαιότερα επιτεύγματά της ήταν πολιτικά. Ήταν η μεγαλύτερη περίοδος ειρήνης που υπήρξε ποτέ στην Ευρώπη, ήταν η μετάβαση των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ στην δημοκρατία (με όλα τα προβλήματα που ακόμα υπάρχουν).

Η Ευρώπη οφείλει να ξαναανακαλύψει τον εαυτό της εστιάζοντας σε τρεις αμοιβαία ενισχυόμενες περιοχές. Της κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, που θα ενδυναμώσουν την στρατιωτική και πολιτική αυτοπεποίθηση έτσι ώστε η Ευρώπη « να βγει από την σκιά των ΗΠΑ», της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής ασύλου, που επιπλέον απαιτεί ισχυρή προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ευρώπης και την πολιτική «ελεύθερου εμπορίου», απέναντι στις διαπραγματεύσεις για το Brexit, καθώς και στις διαπραγματεύσεις με τον Τραμπ.

“Απέναντι στην πρόκληση του λαϊκισμού, η Ευρώπη δεν έχει άλλο δρόμο παρά να πρέπει να αναλάβει νέα ρίσκα, να υπερβεί τα ταμπού της και να ξεπεράσει τις συνήθειες της” όπως έχει επισημάνει και ο πρόεδρος Μακρόν.