Περί συνεπιμέλειας

Ντόρα Τσικαρδάνη 26 Φεβ 2021

Τριάντα οκτώ συναπτά έτη μετά την εισαγωγή των διατάξεων του 1329/1983 και την μεγάλη μεταρρύθμιση που αυτές επέφεραν στο οικογενειακό δίκαιο, φέρεται προς διαβούλευση νομοσχέδιο για την συνεπιμέλεια των τέκνων, σε εναρμόνιση με την με αριθμό 15/2015 Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών της Ε.Ε., δυνάμει του ψηφίσματος με αριθμό 2079/02.10.15 της Επιτροπής Ισότητας της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η συζήτηση γι? αυτό έχει ανοίξει πολύ πριν κατατεθεί. Ωστόσο, για να είναι παραγωγική η συζήτηση για τις προωθούμενες διατάξεις, πρέπει να προηγηθεί εκείνη για την αποτίμηση των ισχυουσών∙ και για να είναι πράγματι προωθητικές οι νέες διατάξεις, πρέπει να απαντήσουν στα σημεία που δεν απάντησαν οι προηγούμενες, αν όντως αυτές δεν είχαν απαντήσει.

Ορίζει λοιπόν το άρθρο 1510 του Αστικού Κώδικα για την γονική μέριμνα, ότι αυτή είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι την ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του, ενώ το 1511 ΑΚ συμπληρώνει: Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.

Διατάξεις προγραμματικές, φιλελεύθερες και πρωτοποριακές στη γενική και αφαιρετική τους μορφή, εμπεδώνουν μία σύγχρονη, παιδοκεντρική νομοθετική αντίληψη επίκαιρη, εναρμονισμένη με τις ισχύουσες διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις, δεόντως και αρκούντως ενδοτική, ώστε να δίνουν την δυνατότητα της εξατομικευμένης προσαρμογής τους στην πραγματικότητα, είτε διά της ιδιωτικής βουλήσεως των ισότιμων και υπεύθυνων γονέων, είτε διά της δικαστικής κρίσεως. Σε συνδυασμό με το 1513 ΑΚ[1], για την ρύθμιση της γονικής μέριμνας σε περίπτωση διαζυγίου, οι επιλογές ρύθμισης καλύπτουν όλο το φάσμα των πιθανών κατανομών της γονικής μέριμνας.

Από τις διατυπώσεις προκύπτει, ότι η εννοιολογική υπεροχή της γονικής μέριμνας είναι απολύτως σαφής σε σχέση με τις υποτελείς της της επιμέλειας, της διοίκησης της περιουσίας του και της εκπροσώπησης του τέκνου. Σε περίπτωση διαζυγίου ή διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, αυτή που χρήζει ρύθμισης, εκτός εξαιρέσεων, είναι μόνον η επιμέλεια. Τα υπόλοιπα στοιχεία της γονικής μέριμνας πρέπει να συνεχίσουν να ασκούνται από κοινού. Το επίδικο είναι ένα: η διευκόλυνση ή επινόηση των βέλτιστων επιθυμητών λύσεων μετά τη διάσπαση του γάμου για την αποφυγή της διαιώνισης δυσλειτουργιών, ώστε να εξασφαλιστεί εκείνος ο ασφαλής οικογενειακός χώρος, που θα επιτρέψει την ομαλή ανάπτυξη των παιδιών.

Παρά ταύτα, η εφαρμογή τους δεν δικαίωσε τα πρωτοπόρα αυτά νομικά κείμενα. Πάνω σ? αυτά και με την επίκλησή τους, για λόγους απολύτως κατανοητούς, αναπτύχθηκε μία νομολογία ανελαστική, μάλλον συντηρητική στον πυρήνα της, προσαρμοσμένη στις κυρίαρχες έμφυλες κοινωνικές αντιλήψεις, που, προϊόντος του χρόνου, βρέθηκε πίσω από τις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας, ενώ με τη λογική της απέκλειε ακριβώς αυτούς που έπρεπε να συμπεριλαμβάνει. Οι δικαστικές αποφάσεις στην συντριπτική τους πλειοψηφία υιοθέτησαν το κοινωνικά αποδεκτό (ήδη και από τα συναινετικά διαζύγια) έμφυλο σχήμα: η μητέρα τα παιδιά και τις ευθύνες της επιμέλειας· ο πατέρας τα χρήματα και την ανευθυνότητα, με όλα, όσα φέρνει μαζί της η κατανομή αυτή. Η διάκριση μεταξύ γονικής μέριμνας και επιμέλειας έφθινε έως εξαφανίσεως. Ακόμη χειρότερα: συχνά οι όροι συγχέονται ρευστοποιούμενοι από δικαστές και δικηγόρους χωρίς διακρίσεις και αυτονομούμενοι από το αίτημα του δικογράφου. Και, όταν αυτό συμβαίνει στα νομικά κείμενα, στην πραγματικότητα η άσκηση της επιμέλειας σημαίνει παντοδυναμία και αυθαιρεσία: όλη η ευθύνη, αλλά και όλη η γονική εξουσία από τη μία. Όλη η αποστασιοποίηση και η άνεση, αλλά και η αποξένωση από την άλλη. Πακέτο.

Στις συνθήκες σύγκρουσης των διαζυγίων κατ? αντιδικία λοιπόν, (διότι περί αυτών πρόκειται) η κυρίαρχη νομολογιακή επιλογή αυτή είχε τις ευκολίες της: προσαρμόστηκε στην κρατούσα περί μητρότητας και πατρότητας αντίληψη, ταυτίζοντας τον βιολογικό με τον κοινωνικό ρόλο της μητέρας και αναθέτοντας κατ? αποκλειστικότητα σ? αυτήν την επιμέλεια· έδωσε λύσεις (καλύτερες ή χειρότερες), για την συνέχιση της ζωής των οικογενειών και διαμόρφωσε λειτουργικά κριτήρια για την εφαρμογή των νομικών κανόνων. Παράλληλα όμως, κανονικοποίησε και φυσιολογικοποίησε την πατρική ανευθυνότητα, ενώ αντίθετα υποδέχτηκε με καχυποψία, ενίοτε και εχθρότητα, το πατρικό ενδιαφέρον· με μεγαλύτερη εχθρότητα αντιμετώπισε φυσικά τη μητρική επιθυμία ενός άλλου διακανονισμού, διαφορετικού από τον στερεοτυπικό. Εκείνη που ξεφεύγει από το πρότυπο της «θυσιασμένης» για τα παιδιά της και διεκδικεί χώρο και χρόνο και για τον εαυτό της δεν είναι ιδιαίτερα (έως καθόλου) αποδεκτή. Το σχήμα λειτούργησε και λειτουργεί. Εξάλλου, είναι εναρμονισμένο με τα κοινωνικά ισχύοντα. Η διαπαιδαγωγητική του λειτουργία όμως, είναι προφανές, ότι είναι αρνητική.

Παράλληλα με την πλειοψηφική νομολογιακή τάση, τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε και μία μειοψηφική: εξαιρετικά ενδιαφέρουσες δικαστικές αποφάσεις, με σκεπτικά που αξιοποιούν την υπάρχουσα δικαστική εμπειρία, αποδίδουν από κοινού άσκηση της επιμέλειας σε γονείς που: α) την επιθυμούν, β) διατηρούν κλίμα συνεννόησης και συλλειτουργίας μεταξύ τους, γ) την επιτρέπουν οι τόποι κατοικίας τους και, δ) είναι σε θέση να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη ποιότητα και σταθερότητα στη ζωή των παιδιών τους, ακόμη και με την εναλλαγή της κατοικίας τους. Μειοψηφική, πρωτευόντως γιατί είναι ελάχιστοι οι διεκδικούντες την συνεπιμέλεια πατεράδες και δευτερευόντως, γιατί και οι δικαστές στέκονται με καχυποψία απέναντι στο αίτημα αυτό.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις, ρητά προβλέπεται υποχρέωση και  δικαίωμα και των δύο γονέων για την από κοινού επιμέλεια των παιδιών τους, με ισόχρονη κατά το δυνατόν επαφή και εμπλοκή μαζί τους, καθιερώνεται ελάχιστος χρόνος επικοινωνίας του γονέα που δεν έχει την επιμέλεια ίσος με το 1/3 του συνολικού τους χρόνου και ορίζονται σαφείς κυρώσεις για τον κάθε γονέα που δεν ασκεί ή ασκεί καταχρηστικά τα καθήκοντά του, οι οποίες, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, φτάνουν μέχρι και στη δημιουργία point system. Το ερώτημα που ανακύπτει σήμερα λοιπόν, είναι, εάν τα παραπάνω προβλήματα επιλύονται με τις προτεινόμενες διατάξεις, δεδομένου, ότι αυτές δεν προσθέτουν κάτι νέο σε σχέση με τις ισχύουσες· μάλλον ρητή ερμηνεία κάνουν, προς την αντίθετη της νομολογίας κατεύθυνση. Η ερμηνευτική παρέμβαση του νομοθέτη είναι καλοδεχούμενη, ως κατευθυντήρια – προγραμματική· δεν θα είναι η πρώτη φορά, που ο νομοθέτης υποχρεώνει τη νομολογία σε αναστοχασμό και στροφή. Αυτή είναι η δουλειά του εξάλλου. Η γενικής ισχύος αρχή, ότι η συνεπιμέλεια πρέπει να συνεχίζεται κατά το δυνατόν και μετά τη ρήξη του γάμου, κινείται σε αναντίρρητα θετική κατεύθυνση και συνιστά υπεραρκετή οδηγία για την μεγαλύτερη δυνατή εμπλοκή στην επιμέλεια των τέκνων και των δύο γονέων και την αποφυγή της γονεϊκής αποξένωσης[2]. Μέχρις εκεί, όμως. Η υποχρεωτικότητα (υποχρεωτική συνεπιμέλεια), αποτελεί δέσμευση για τον δικαστή και όχι για την ιδιωτική λύση του θέματος, όπερ εστί μεθερμηνευόμενον: με τα συναινετικά διαζύγια θα γίνεται η γνωστή κατανομή επιμέλειας – επικοινωνίας, ενώ ο δικαστής θα υποχρεούται στα διαζύγια κατ? αντιδικία να αποδίδει συνεπιμέλεια, στερούμενος της κρίσης του. Περαιτέρω, είναι απολύτως ανάρμοστη με τη φύση των ρυθμίσεων του οικογενειακού δικαίου και συνιστά σαφή οπισθοχώρηση από τον φιλελεύθερο – ενδοτικό χαρακτήρα του, που είναι και ο μόνος που μπορεί να διασφαλίσει και εγγυηθεί την ομαλή διατήρηση και λειτουργία της σύγχρονης οικογένειας. Επιπλέον, με την υποχρεωτικότητα εμπλέκονται και τα θέματα της διατροφής και της ενδοοικογενειακής βίας, απαιτώντας ένα επιπλέον corpus σχετικών λεπτομερών διατάξεων υπερρύθμισης, για το οποίο όμως δεν υπάρχει πρόβλεψη, αλλά και εάν ακόμη υπήρχε, δεν είναι καθόλου βέβαιο, ότι θα ήταν χρήσιμη. Εξάλλου, τα περί point system για τον έλεγχο εφαρμογής των δικαστικών αποφάσεων είναι απολύτως ανάρμοστα με την ελληνική πραγματικότητα και ανεφάρμοστα σ? αυτήν, με δεδομένη την απόλυτη αδυναμία της ελληνικής δικαιοσύνης και των υπαρχουσών κοινωνικών υπηρεσιών, να παρακολουθήσουν στη συνέχεια την πορεία εφαρμογής των αποφάσεων και τη λειτουργικότητά τους. Τέλος, δικονομικά, η υποχρεωτική διαμεσολάβηση πριν την προσφυγή στον τακτικό δικαστή θα είναι απολύτως ατελέσφορη, ενώ θα επιβαρύνει την αντιδικία οικονομικά και από άποψη χρόνου.

Τελειώνοντας, η ασφαλέστερη οδός για την ακύρωση μιας μεταρρυθμιστικής επιλογής είναι ο δογματισμός της. Το ιδανικό σχήμα θα ήταν, η ανακατανομή των οικογενειακών βαρών και η ενίσχυση του αισθήματος ευθύνης των γονέων και ασφάλειας των τέκνων, να επιτυγχάνονταν με την ευτυχή συνάντηση της νομοθετικής ρύθμισης με την κοινωνική πραγματικότητα. Δεν βρισκόμαστε εκεί. Η νομοθετική ρύθμιση προηγείται και πρωτοπορεί και καλώς πράττει. Το κάνει από το 1983 εξάλλου. Οφείλει να το κάνει όμως, με τρόπο ελαστικό, ενδοτικό, παροτρύνοντας προς την επιθυμητή κατεύθυνση και ταυτόχρονα επιτρέποντας εναλλακτικές, που θα παρέχουν στη δικαστική ενσυναίσθηση και την ατομική ευθύνη την δυνατότητα του επαναπροσδιορισμού τους, χωρίς να βιάζονται πρόσωπα και καταστάσεις. Οφείλει να το κάνει, μαθαίνοντας από την δικαστική εμπειρία και δανειζόμενη από εκείνη το κριτήριο της λειτουργικότητας των λύσεων· την αποφυγή διαιώνισης των οικογενειακών δυσλειτουργιών· ενθυμούμενη, ότι η πραγματικότητα συγκρούεται με τις αφαιρετικές ρυθμίσεις και οι πραγματικές ρυθμίσεις αφορούν πρόσωπα και προσωπάκια.

Εν κατακλείδι, η απολύτως θετική στάση έναντι της συνεπιμέλειας, δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ούτε ως νίκη σε πόλεμο των φύλων ούτε ως εκδίκηση των μπαμπάδων, διότι έτσι, αντί να συνιστά μεταρρύθμιση, νομοθετεί ένα άκαμπτο δόγμα. Και από τον δογματισμό της νομολογίας είναι σαφώς χειρότερος ο δογματισμός της νομοθεσίας.

ΥΓ1: Όσα γράφονται εδώ για τις προτεινόμενες διατάξεις βασίζονται σε δημοσιογραφικά κείμενα, που αναπαράγουν κυβερνητικές πληροφορίες. Επίσημο κυβερνητικό κείμενο μέχρι στιγμής δεν έχει κατατεθεί.

ΥΓ2: Περί δογματισμού συνέχεια: Με τις προτεινόμενες διατάξεις αποδίδεται de jure γονική μέριμνα στον πατέρα των τέκνων γεννημένων εκτός γάμου. Στην μία από τις εκδοχές που έχω δει, αυτό γίνεται μόνον μετά την εκούσια αναγνώριση. Στην άλλη, αποδίδεται αδιακρίτως, ακόμη και μετά την αναγνώριση με αντιδικία. Για προφανείς λόγους, η απόδοση αυτή οφείλει πάντα να γίνεται μόνον με τη σύμφωνη γνώμη της μητέρας και όχι ανεξάρτητα ή και κόντρα σ? αυτήν.


                                                                       


[1] Διαζύγιο ή ακύρωση γάμου: Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, η άσκηση της γονικής μέριμνας ρυθμίζεται από το δικαστήριο. Η άσκηση της γονικής μέριμνας μπορεί να ανατεθεί στον έναν από τους δύο γονείς ή, αν αυτοί συμφωνούν ορίζοντας συγχρόνως τον τόπο διαμονής του τέκνου, στους δύο από κοινού. Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά, ιδίως να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων ή να την αναθέσει σε τρίτον.

[2]  Η συζήτηση ως προς την αποδοχή της έννοιας του «συνδρόμου» εξακολουθεί να είναι θερμή, με ανάπτυξη ένθερμων υποστηρικτών, αλλά και εχθρών του. Ανεξάρτητα όμως από την αποδοχή ή όχι της ύπαρξης «συνδρόμου» (υπό την έννοια της «διαταραχής» - disorder), η οποία αφορά τους ειδικούς της ψυχικής υγείας, η κωδικοποίηση τόσο των γονεϊκών συμπεριφορών, όσο και των συνεπειών τους είναι απολύτως υπαρκτή και αναγνωρίσιμη, όχι μόνον στην καθημερινή δικαστηριακή πρακτική, αλλά και στην καθημερινότητα του καθενός από εμάς.