Αέρας

Κώστας Μποτόπουλος 19 Απρ 2012

Τι κάνει μια εκλογική αναμέτρηση να δίνει την εντύπωση ότι κερδήθηκε πριν καν ανοίξουν οι κάλπες; Τι είναι αυτό που υπάρχει, ή γυρίζει στον αέρα και ενσταλάσσει στο μυαλό των ειδικών και των πολιτών (ή μήπως των πολιτών μέσω των «ειδικών»;) την αίσθηση ότι κάτι παγιώθηκε, ή, ότι μια σελίδα γυρνάει; Οι φετινές γαλλικές προεδρικές εκλογές είναι ένα καλό παράδειγμα, που θα προσπαθήσω να εικονογραφήσω μέσα από δύο περιγραφές και μια προσωπική άποψη.

Περιγραφή πρώτη: από την αρχή αυτής της εβδομάδας, της τελευταίας πριν από τον πρώτο γύρο των εκλογών, οι περισσότερες γαλλικές εφημερίδες και όλοι οι αναλυτές μιλούν όχι για το αποτέλεσμα, αλλά για το τι θα γίνει μετά το δεύτερο των εκλογών, στις 6 Μαΐου. Ποιον θα ορίσει Πρωθυπουργό ο Ολάντ, αν θα κατακτήσουν οι σοσιαλιστές την απόλυτη πλειοψηφία στις βουλευτικές εκλογές που θα ακολουθήσουν, αν θα μπορέσουν να εφαρμόσουν πράγματι το φιλόδοξο «πρόγραμμα των 100 ημερών» που επαγγέλλονται (και που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, επαναδιαπραγμάτευση του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμφώνου, επαναφορά της σύνταξης στα 60 χρόνια για τους εργαζόμενους, εγκαθίδρυση φόρου χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και γενικώς σφίξιμο των λουριών στον χρηματιστικό τομέα). Στις συγκεντρώσεις του Σαρκοζί, οι οπαδοί του αναρωτιούνται όχι τι θα συμβεί, αλλά τι τους συνέβη. Ο ίδιος κάνει τα πράγματα διαρκώς χειρότερα, βγάζοντας κάθε μέρα από το (διόλου μαγικό πια) καπέλο του μια νέα «ιδέα», συνήθως αντιγραμμένη από το πρόγραμμα του βασικού αντιπάλου του (την τελευταία εβδομάδα ανακάλυψε τους υπερβολικούς μισθούς των ανώτατων επιχειρηματικών στελεχών και την ανάγκη ανάπτυξης στην Ευρώπη).

Περιγραφή δεύτερη: στη συγκέντρωση του Φρανσουά Ολάντ, την Τρίτη, στη Λιλ, την πρώτη ώρα παίζει μια ροκ (γαλλική) μπάντα, που έχει γράψει και παίζει ένα τραγούδι για το βράδυ της 10ης Μαΐου (1981, όταν εξελέγη ο Μιτεράν), τη δεύτερη ώρα μιλά η Γραμματέας (και πρώην εσωκομματική αντίπαλος του Ολάντ) Μαρτίν Ομπρί και ο πρόεδρος του βελγικού σοσιαλιστικού κόμματος (πάντα κάποιος Ευρωπαίος ομιλητής, πάντα η Ευρώπη παρούσα) και την τρίτη ώρα, ο ίδιος ο υποψήφιος. Ο Ολάντ είναι κουρασμένος, δεν πετάει στο βήμα, όπως πέταξε στην περίφημη, ήδη, ομιλία του Μπουρζέ, στην αρχή της καμπάνιας, που τον εγκατέστησε με μιας στη θέση του οδηγού. Λέει όμως τα (κρίσιμα) βασικά και τα λέει με μια ήρεμη αποφασιστικότητα, που προδίδει την αυτοπεποίθησή του. Στο ακροατήριο ρουφάνε τα λόγια και την αίσθηση των λόγων για κοινωνική δικαιοσύνη και για μια άλλη Ευρώπη. Υπάρχουν, αυτό ζηλεύω πάνω απ’ όλα, πολλοί νέοι.

Η προσωπική εκτίμηση: η διαγραφόμενη νίκη του σοσιαλιστή υποψήφιου είναι κυρίως θέμα τάιμινγκ, αλλά όχι μόνο. Ο Ολάντ πράγματι, όπως λέει κι ο ίδιος (στην ωραιότερη απόδειξη του βασικού στοιχείου του χαρακτήρα του, που δεν είναι η «κανονικότητα», αλλά η ανθρωπιά), συναντά «μια στιγμή της χώρας». Μια στιγμή ανάγκης αλλαγής (15 χρόνια Δεξιών Προέδρων), απόρριψης του απερχόμενου ηγέτη (ο Σαρκοζί κατέληξε να μετατρέψει όλα τα εργαλεία της νίκης τού 2007 -ενεργητικότητα, γλώσσα της αλήθειας, μεταρρυθμιστική πειστικότητα- σε βαρίδια του κυβερνητικού του απολογισμού), στροφής, λόγω της κρίσης, σε πιο καθαρά πρόσωπα και επιλογές. Η στρατηγική εξυπνάδα του Ολάντ ήταν ότι κατάφερε να ενσαρκώσει αυτές τις επιλογές: ιδίως η «από-χρηματιστικοποίηση» της οικονομίας και η αλλαγή πορείας της Ευρώπης, ανταποκρίνονται σε ψυχικές, όσο και πραγματικές ανάγκες του γαλλικού, και όχι μόνο, λαού. Από το πόσο θα καταφέρει να τις υλοποιήσει, και ιδίως τη δύσκολη όσο και ευκταία επαναδιαπραγμάτευση του «Δημοσιονομικού Συμφώνου», θα κριθεί η πορεία του –μετά τις 6 Μαΐου.