«Και τα φίδια πληθαίνουν»

Μαρλένα Πολιτοπούλου 01 Νοε 2012

Αν ήμουνα Θεός!

.

Έτσι δεν αρχίζουν οι έφηβοι την φαντασίωση παντοδυναμίας; Οι μεσήλικες με αριστερές καταβολές και σώας τας φρένας, που έχουν μια τάση προς την ονειροπόληση, κάνοντας μια μικρή παραλλαγή μπορούνε να πούνε: «Αν ήμουνα ο Φώτης!», βάζοντας όλες τις ελπίδες τους σε μια ονειροφαντασιά για μιαν Ελλάδα με θέση σταθερή στην Ευρώπη.

.

Αν ήμουν ο Φώτης, λοιπόν, σήμερα, δεν θα είχα ανάγκη να καταφύγω σε όνειρα. Θα προσπαθούσα μόνο να βρω ένα τρόπο να αγγίξω μέσα μου αυτό που είναι η μαγιά για τα όνειρα και τις μεγάλες αποφάσεις. Γι αυτό, ΘΑ:

.

Θα ξεκινούσα πίνοντας πικρό τον πρώτο καφέ, και θα ξαναδιάβαζα ένα Λούκυ Λουκ . Για να θυμηθώ πως ο καλός καουμπόυ την κάνει τη δουλειά, όσο ζόρικη και να είναι και δεν φοβάται να μείνει μόνος του στο FINάλε.

.

Στο δεύτερο καφέ θα γυρνούσα το κουμπί του ραδιοφώνου κάνοντας μια κίνηση ελαφρώς αριστερά από τον 9.84, που τιμά τα δημοσιογραφικά ήθη και τον προτιμώ, για να βρεθώ έκθετος στον ακατονόμαστο. Έτσι θα  είναι ξεκάθαρο στο μυαλό μου ποιο ηχητικό ύφος εκφράζει όλους αυτούς που δηλώνουν φιλοευρωπαίοι και υπηρετούν τον χειρότερο λαϊκισμό και σκοταδισμό. Και πόσο μοιάζουν οι φωνές τους σε λογιών-λογιών αποχρώσεις.

.

Γι’ αυτή τη μέρα θα άφηνα στην άκρη τις υπόλοιπες εφημερίδες και θα διάβαζα «Αυγή», για να θυμηθώ πως εδώ και σαράντα χρόνια, κάποιοι που εκφράζανε κατά καιρούς την φιλοευρωπαϊκή τάση στην αριστερά, πάλεψαν ανεπιτυχώς πάντα να γίνει η κομματική εφημερίδα ένα ανεξάρτητο, εμπνευσμένο δημοσιογραφικά φύλλο και έμεινε ένα κομματικό έντυπο συμπαθές σε δύο χιλιάδες αναγνώστες. Με ό,τι αυτό σημαίνει για την ελληνική αριστερά. Μετά, θα έπαιρνα τους δρόμους.

.

Πρώτη στάση στην Πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα. Όρθιος, ακουμπισμένος σε ένα δεντράκι, θα κοιτούσα τα φοβισμένα βλέμματα των έγχρωμων που κυκλοφορούν τοίχο-τοίχο. Οι στίχοι ενός σκηνοθέτη, του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, που τώρα μοντάρει το ντοκιμαντέρ του για τον Γρηγόρη Λαμπράκη, θα με συνοδεύουν.

.

«Γιατί; /Γιατί και τα ημιυπόγεια /με τις φωνές τις ξένες

.

Τις γλώσσες τις μακρινές /Όταν περνώ

.

Κοντοστέκομαι και τα κοιτώ μ’ αγάπη;»

.

Βλέποντας την τεράστια εκκλησιά να διαφεντεύει το χώρο όπου η πολιτεία πασχίζει να ξανακερδίσει το παιχνίδι της νόμιμης αστυνόμευσης, θα υποσχεθώ στον εαυτό μου πως θα ξαναέρθω την ημέρα που θα έχουμε -αν έχουμε- βγει από την Ευρώπη. Και θα σταθώ εδώ πάλι μόνος. Ακόμα πιο εκτεθειμένος σε τραμπούκικες επιθέσεις.

.

Έχει έρθει η ώρα να πάω κόντρα στο ρεύμα -έστω των αυτοκινήτων- και να ανηφορίσω την Πανεπιστημίου. Να σταθώ μπροστά στα κλειστά μαγαζιά και να καθίσω μετά από χρόνια στα σκαλάκια της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Εκεί, κάτω από την πίεση της κρίσης, σίγουρα η μνήμη θα καταφέρει να επαναφέρει τα κείμενα που χρειάζεται ο νους μου. Όπως του Μανώλη Αναγνωστάκη,

.

«Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:

.

Είστε υπέρ ή κατά;

.

Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω.»

.

Μόνο που είναι εύκολο να μπερδευτεί κανείς με τα υπέρ και τα κατά, το μεγάλο ναι και το μεγάλο όχι. Πρέπει να τοποθετήσω δίπλα στο «Στόχο» κάτι άλλο, σκέφτομαι, να μπορέσει να γύρει η ζυγαριά. Αναδύεται από την ίδια γειτονιά των «18 κειμένων», όπου ο Σεφέρης είναι επί κεφαλής.

.

«Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας, /«Σαράντα χρόνια αναβροχιά/

.

Ρημάχτηκε όλο το νησί

.

Πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.»

.

Με τα φίδια στο νου θα σηκωθώ και θα προχωρήσω. Μια ιδέα είναι να πάω και να σταθώ μπροστά στη Βουλή, όχι μέσα. Εκεί που συνωστίζονταν οι αγανακτισμένοι. Αυτοί οι αγριεμένοι από τις αδικίες των βίαιων μεταρρυθμίσεων, που μουντζώνουν και λένε ελαφρά τη καρδία, «Και σήμερα χούντα έχουμε. Τι νομίζεις, πως έχουμε δημοκρατία;»

.

Και τα φίδια πληθαίνουν.

.

Θα προσπεράσω την πλατεία Συντάγματος, θα προτιμήσω να πάω εκεί όπου ξεκίνησαν όλα τα καλά και τα στραβά της Δημοκρατίας. Σχεδιάζω τον ωραιότερο περίπατο στην Αθήνα, τον ωραιότερο περίπατο στην Ευρώπη. Θησείο, Φιλοπάππου, Αγορά. Είναι πιθανό πως θα είναι μια λαμπερή μέρα. Θα περάσω και μπροστά από τα γραφεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Θα θυμηθώ με ευκολία το άρθρο 3 του προοιμίου της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης.

.

«Πεπεισμένοι ότι οι λαοί της Ευρώπης, παραμένοντας υπερήφανοι για την ταυτότητά τους και για την εθνική τους ιστορία, είναι ωστόσο αποφασισμένοι να υπερβούν τις παλαιές τους διχόνοιες και, ενωμένοι ολοένα στενότερα, να σφυρηλατήσουν το κοινό τους πεπρωμένο».

.

Και με το νου στο όραμα της Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας ( ο Δημήτρης Τσάτσος έτσι την αποκαλούσε οραματιζόμενος το κοινό μας μέλλον), θα καθίσω σε ένα βραχάκι στην αρχαία Αγορά, άβολα, να μην ξεχαστώ από την ομορφιά και χαλαρώσω. Νόμιζα πως θα θυμόμουν λόγια του Θουκιδίδη, μα ο Αριστοφάνης τον πρόλαβε. Είναι ο Πλούτωνας που λέει στον Αισχύλο (Βάτραχοι, μετ. Κ. Ταχτσή):

.

«Άντε τώρα, γεια-χαρά! /Πήγαινε να σώσεις /την πόλη μας απ’ τα δεινά,/ τους έξυπνους πολίτες / μάζεψε κοντά σου / και συμβούλεψέ τους /σα να ’τανε παιδιά σου.

.

Ύστερα, πες τα απ’ την καλή / και στους βλάκες / όπως είναι δυστυχώς οι πιο πολλοί/

.

Και ξεστράβωσέ τους.»

.

Ο Αριστοφάνης δεν μασάει τα λόγια του όπως δεν τα μασούσε και ο Μιχάλης, όταν μιλούσε. Τελευταία του συνέντευξη, τελευταία παράγραφος. Πώς να μην τη θυμηθώ; Εκφράζει άμεσα αυτό που αποκάλεσαν «ριζοσπαστικό ρεαλισμό» του Παπαγιαννάκη.

.

«Όσο κι αν κάποιοι στην Αριστερά εξακολουθούν να μην αποδίδουν στους θεσμούς τη σημασία και τη δύναμη που πραγματικά έχουν, ωστόσο οι θεσμοί έχουν δύναμη, συνέχεια και, κυρίως, απαιτούν δράση και όχι λόγια. Και πάλι προβοκατόρικα, θα έλεγα ας γίνουν αυτά ακόμη και με δεξιές κυβερνήσεις. Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, αλλά οι θεσμοί μένουν και διευρύνονται.»

.

Η νύχτα θα με βρει εκεί. Θα είναι μεγάλη. Είναι που δύσκολα αναγνωρίζονται οι Βάρβαροι διότι είναι άσοι στις μεταμορφώσεις από αιώνα σε αιώνα κι εύκολο να τους μπερδέψεις με τους σωτήρες.

.