2022: Φως στην άκρη του τούνελ;

Cas Mudde 30 Δεκ 2021

Στο λεξιλόγιο της πολιτικής επιστήμης έχει εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια ένας νέος όρος, η ανελεύθερη δημοκρατία (illiberal democracy). Ο πρώτος που υιοθέτησε αυτό τον όρο ήταν ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Όρμπαν, θέλοντας να αντιδιαστείλει το αυταρχικό καθεστώς της χώρας του από τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Έκτοτε, πολλές χώρες είτε μετατράπηκαν σε ανελεύθερες δημοκρατίες είναι κινδυνεύουν να γίνουν.

Ο Cas Mudde περιγράφει αυτό το νέο τοπίο και επισημαίνει, σε αντίθεση με πολλούς ηττοπαθείς αναλυτές, ότι η μάχη για την υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν έχει χαθεί. Χαρακτηριστικά υποστηρίζει ότι «η φιλελεύθερη δημοκρατία παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής, αλλά πολλοί άνθρωποι αναζητούν ηγέτες που όχι μόνο λένε λόγια, αλλά τα κάνουν και πράξη. Πολλοί άνθρωποι ψήφισαν ανελεύθερους ηγέτες όπως ο Μπολσονάρο και ο Τραμπ μάλλον από διαμαρτυρία παρά από υποστήριξη».

Ο καλύτερος τρόπος για να ξανακερδίσουμε αυτούς τους ανθρώπους, υποστηρίζει ο Mudde, «δεν είναι ελαφρώς ανελεύθερη πολιτική, αλλά η συνεπής, γνήσια και εμπνευσμένη φιλελεύθερη δημοκρατική πολιτική». Ο λαϊκισμός, έστω και σε ήπια μορφή, βλάπτει σοβαρά τη φιλελεύθερη δημοκρατία και οδηγεί στο να θεωρούμε τις απόψεις των υποστηρικτών της ανελεύθερης δημοκρατίας ως κανονικές, ως «κοινή λογική» ή ως «αναπόφευκτες».

Πέτρος Παπασαραντόπουλος

Ο 21ος αιώνας δεν ήταν καλός για τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Αν εξαιρέσουμε την άνοδο του συχνά βίαιου ισλαμισμού, η ανελευθερία (illiberalism) αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες σε όλο τον κόσμο. Όχι μόνο εκκολαπτόμενες φιλελεύθερες δημοκρατίες όπως η Ρωσία, αλλά ακόμη και φαινομενικά εδραιωμένες, όπως η Ουγγαρία και η Βενεζουέλα, κατέληξαν να έχουν ανταγωνιστικά αυταρχικά καθεστώτα. Ακόμη και οι καθιερωμένες φιλελεύθερες δημοκρατίες κινδυνεύουν, όπως βλέπουμε μεταξύ άλλων στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όπως και οι προηγούμενες «κρίσεις» πριν από αυτήν –δηλαδή οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η Μεγάλη Ύφεση (2007-8) και η λεγόμενη «προσφυγική κρίση» (2015-6)– έτσι και η πανδημία COVID-19 φάνηκε αρχικά να επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Σε ολόκληρο τον κόσμο, τα κράτη αντέδρασαν με συχνά αυστηρά κατασταλτικά μέτρα, από το κλείσιμο των συνόρων έως την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, και διάφοροι ανελεύθεροι ηγέτες χρησιμοποίησαν την ευκαιρία αυτή για να αυξήσουν τις εκτελεστικές εξουσίες τους και να καταστείλουν την εγχώρια αντιπολίτευση. Όμως μπορεί να υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ. Ενώ το 2021 δεν έφερε το τέλος της πανδημίας, τουλάχιστον επιβράδυνε την άνοδο της ανελευθερίας. Και το 2022 μπορεί να κάνει το ίδιο.

Το σημαντικότερο πολιτικό γεγονός του περασμένου έτους ήταν, χωρίς καμία αμφιβολία, το τέλος της προεδρίας Τραμπ στις ΗΠΑ. Για τέσσερα χρόνια, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε κυριαρχήσει στην παγκόσμια πολιτική ως πρόεδρος του ισχυρότερου κράτους στον κόσμο. Επιπλέον, ως εκλεγμένος ηγέτης της σημαντικότερης δημοκρατίας, αποτελούσε παράδειγμα και έμπνευση για τους απανταχού (επίδοξους) ανελεύθερους ηγέτες. Παρόλο που δεν επένδυσε ποτέ στην οικοδόμηση μιας «Ανελεύθερης Διεθνούς», όπως ισχυρίστηκαν υπερβολικά πολλοί ειδήμονες, οι ανελεύθεροι ηγέτες, όπως ο πρόεδρος της Βραζιλίας Ζαΐρ Μπολσονάρο και ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπάν, ένιωσαν προστατευμένοι και υποστηριζόμενοι από την παρουσία του Τραμπ στον Λευκό Οίκο.

Ο διάδοχός του, ο Τζο Μπάιντεν, είχε κάνει προεκλογική εκστρατεία ως ο αντι-Τραμπ, υποσχόμενος να ξαναχτίσει τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη, που τόσο απεχθάνονται οι ανελεύθεροι σε όλο τον κόσμο, και να καταπολεμήσει την ανελευθερία εντός και εκτός των ΗΠΑ. Όπως και πολλές άλλες προεκλογικές υποσχέσεις, όμως, δεν την έχει ακόμη υλοποιήσει ως πρόεδρος. Ενώ ο Μπάιντεν έχει υιοθετήσει πολύ πιο αυστηρό τόνο απέναντι σε ανελεύθερους ισχυρούς άνδρες όπως ο Ορμπάν της Ουγγαρίας, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου του Ισραήλ, ο Βλαντιμίρ Πούτιν της Ρωσίας και ο Ρετζέπ Ερντογάν της Τουρκίας, έχει αγκαλιάσει άλλους ανελεύθερους ηγέτες όπως ο Ναρέντρα Μόντι της Ινδίας, μεταξύ άλλων και στην πολυδιαφημισμένη Σύνοδο Κορυφής για τη Δημοκρατία.

Αλλά υπήρξαν σημαντικές εξελίξεις και σε άλλα μέρη του κόσμου, κυρίως στην Κεντρική Ευρώπη και τη Νότια Αμερική. Στην πρώτη, δύο πολιτικοί που διαδραμάτισαν βασικό ρόλο στην άνοδο της ανελευθερίας έχασαν την εξουσία το 2021. Στην Τσεχική Δημοκρατία, ο Αντρέι Μπάμπις, έχασε (οριακά) τις βουλευτικές εκλογές και την πρωθυπουργία. Παρόλο που ο Μπάμπις ήταν λιγότερο «θορυβώδης» από άλλους ανελεύθερους ηγέτες στην περιοχή, είχε πρόσφατα ριζοσπαστικοποιηθεί, υπό την αυξημένη εκλογική πίεση, και έκανε ακόμη και προεκλογική εκστρατεία με τον Ορμπάν, χωρίς αποτέλεσμα. Ο σημαντικότερος εγχώριος υποστηρικτής του, ο ανελεύθερος αλλά πολύ άρρωστος πρόεδρος της χώρας, Μίλος Ζέμαν, προσπάθησε να κρατήσει τον Μπάμπις στην εξουσία, αλλά δεν μπόρεσε να αποτρέψει την αντικατάστασή του τον Δεκέμβριο.

Ίσως ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι στην Αυστρία, το πρώην παιδί-θαύμα Σεμπάστιαν Κουρτς πλήρωσε τελικά το πολιτικό τίμημα για τη διεφθαρμένη και αντιδημοκρατική συμπεριφορά του και, αρχικά, παραιτήθηκε από καγκελάριος και, αργότερα, αποφάσισε να εγκαταλείψει εντελώς την πολιτική. Ο Κουρτς ήταν, από πολλές απόψεις, η προσωποποίηση της ενσωμάτωσης της λαϊκιστικής ριζοσπαστικής δεξιάς και του ανελεύθερου ρεύματος στην Ευρώπη. Έχοντας κάνει μια αλματώδη πολιτική καριέρα μέσα στο παραδοσιακό συντηρητικό Αυστριακό Λαϊκό Κόμμα (ÖVP), έκανε το «κόμμα του λαού» το προσωπικό του πολιτικό όχημα, υιοθετώντας την πολιτική της λαϊκιστικής ριζοσπαστικής δεξιάς και τη συμπεριφορά ανελεύθερων ισχυρών ανδρών όπως ο Ορμπάν. Δεδομένου του νεαρού της ηλικίας του και της αξιοσημείωτης επιτυχίας του, ο Κουρτς έγινε γρήγορα παράδειγμα για φιλόδοξους δεξιούς πολιτικούς σε όλη την Ευρώπη, οι οποίοι είδαν τον ίδιο και την στρατηγική του ως το μέλλον του συντηρητισμού τον 21ο αιώνα

Στη Λατινική Αμερική, οι πολυαναμενόμενες προεδρικές εκλογές στη Χιλή έφεραν τον επαναληπτικό γύρο που οι περισσότεροι περίμεναν, αλλά μια πολύ πιο ξεκάθαρη νίκη του Γκάμπριελ Μπόριτς από ό,τι πολλοί φοβόντουσαν. Βέβαια, το 45% των ψήφων στον λαϊκιστή υποψήφιο της ριζοσπαστικής δεξιάς Χοσέ Αντόνιο Καστ είναι ανησυχητικό, όπως και το γεγονός ότι έγινε ο ανεπίσημος ηγέτης της χιλιανής δεξιάς, αλλά η συνολική νίκη του Μπόριτς αποτελεί σημαντικό πλήγμα για την ανελεύθερη και αντιδραστική δεξιά στη Χιλή και όχι μόνο. Στη Νότια Αμερική, θα κρατήσει τον Μπολσονάρο μάλλον ως εξαίρεση παρά ως κανόνα, τουλάχιστον προς το παρόν.

Το 2022 θα πρέπει να δείξει αν αυτά ήταν απλώς μεμονωμένα και προσωρινά πισωγυρίσματα ή αν η ανελεύθερη δημοκρατία βρίσκεται πραγματικά σε υποχώρηση. Υπάρχουν κάποιες κρίσιμες εκλογές σε διάφορα μέρη του κόσμου που θα μας δώσουν μια καλύτερη εικόνα για τις παγκόσμιες τάσεις, αν υπάρχουν. Ίσως οι πιο σημαντικές είναι οι εκλογές στη Βραζιλία, όπου ο Μπολσονάρο αντιμετωπίζει μια δύσκολη μάχη για την επανεκλογή του. Με τον Λουίς Ιγνάσιο Λούλα ντα Σίλβα να έχει επιστρέψει στο παιχνίδι, και τον δεξιό συνασπισμό να έχει καταρρεύσει από συγκρούσεις και σκάνδαλα, ο Μπολσονάρο φαίνεται ότι είναι γραφτό να γίνει πρόεδρος μίας θητείας. Επιπλέον, αφού προσχώρησε σε ένα άλλο από τα πολλά δεξιά κόμματα προς ενοικίαση (το Φιλελεύθερο Κόμμα), επειδή το δικό του κόμμα Συμμαχία για τη Βραζιλία ήταν μια απόλυτη αποτυχία, δεν θα αφήσει πίσω του καμία θεσμική κληρονομιά σε περίπτωση που χάσει το αξίωμα.

Στην Ευρώπη, δύο σημαντικοί ανελεύθεροι ηγέτες αντιμετωπίζουν σημαντικές εκλογικές προκλήσεις το 2022: ο Ορμπάν στην Ουγγαρία και η μίνι εκδοχή του, Γιάνεζ Γιάνσα, στη Σλοβενία. Ενώ και οι δύο παραμένουν οι πιο δημοφιλείς πολιτικοί στις χώρες τους, αυτή τη φορά αντιμετωπίζουν πιο ενωμένη αντιπολίτευση. Ο Γιάνσα είναι πολύ πιθανό να έχει την ίδια μοίρα με τον Μπάμπις, να εκδιωχθεί από την πρωθυπουργία από μια ευρεία αλλά αποφασιστική αντιπολίτευση. Καθώς ο Ορμπάν διατηρεί υπό πλήρη έλεγχο τα μέσα ενημέρωσης και το εκλογικό σύστημα, η μοίρα του είναι πιο δύσκολο να προβλεφθεί. Αντιμέτωπος με μια ακόμη ετερογενή, αλλά πλέον στρατηγικά συνεργαζόμενη αντιπολίτευση, το πραγματικό ερώτημα είναι αν η αντιπολίτευση θα μπορέσει να ξεπεράσει τα πολλά εμπόδια που έχει δημιουργήσει η κυβέρνηση Ορμπάν για να αποτρέψει τη διεξαγωγή ελεύθερων και δίκαιων εκλογών.

Από αυτή την άποψη, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Όταν οι διεθνείς παρατηρητές έκριναν ότι οι προηγούμενες εκλογές δεν ήταν ελεύθερες και δίκαιες, η ΕΕ αποδέχθηκε τα αποτελέσματα ούτως ή άλλως. Αλλά από τότε, ο Ορμπάν έχει απομονωθεί πολιτικά περισσότερο στην Ευρώπη, αποχωρώντας από το ισχυρό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (EPP) και χωρίς τη σιωπηρή προστασία της Μεγάλης Κατευνάστριας, της Άνγκελα Μέρκελ, η οποία δεν βρίσκεται πλέον στο Βερολίνο. Με τον Όλαφ Σολτς ως νέο Γερμανό καγκελάριο και τον Εμανουέλ Μακρόν να επανεκλέγεται πιθανότατα, ο Ορμπάν θα αντιμετωπίσει μια σταθερά αντίθετη γαλλογερμανική ηγεσία. Επιπλέον, με τον Μπάμπις, τον Κουρτς και πιθανότατα τον Γιάνσα εκτός αξιώματος, θα έχει στο πλευρό του μόνο την ανελεύθερη πολωνική κυβέρνηση εντός της ΕΕ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ανελεύθερη δημοκρατία πεθαίνει. Ακόμη και αν ο Μπολσονάρο, ο Γιάνσα και ο Ορμπάν χάσουν τις εκλογές και είναι πρόθυμοι να εγκαταλείψουν την εξουσία (δυστυχώς δεν είναι πλέον δεδομένο σε πολλές χώρες), οι ανελεύθεροι ηγέτες παραμένουν υπό τον έλεγχο σημαντικών χωρών όπως η Ινδία, η Ρωσία, η Τουρκία και η Βενεζουέλα. Επιπλέον, στις ΗΠΑ, το όλο και πιο ανελεύθερο, και ακόμη και αντιδημοκρατικό, Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είναι έτοιμο για μια συντριπτική νίκη στις ενδιάμεσες εκλογές, κερδίζοντας πάλι τη Γερουσία και ενδεχομένως τη Βουλή των Αντιπροσώπων με μια αμιγώς τραμπική ατζέντα. Ομοίως, στην Ιταλία, δύο ακροδεξιά κόμματα, το Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι και το Αδέλφια της Ιταλίας της Τζόρτζια Μελόνι, πρόκειται να σχηματίσουν την επόμενη κυβέρνηση συνασπισμού, όποτε και αν προγραμματιστούν οι επόμενες εκλογές, παλεύοντας μεταξύ τους κυρίως για τη θέση του πρωθυπουργού. Αλλά, τουλάχιστον, αυτά τα αποτελέσματα θα πρέπει να αποτελέσουν ένα κάλεσμα αφύπνισης για τους ηττοπαθείς δημοσιογράφους, πολιτικούς και ειδήμονες, ότι η δημοκρατία δεν είναι νεκρή και ο ανελεύθερος δεν είναι το (αναπόφευκτο) μέλλον.

Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα κυριάρχησε η άνοδος της ανελευθερίας, συχνά με τη μορφή του λαϊκισμού, ιδίως εντός του (θεωρητικά) φιλελεύθερου δημοκρατικού κόσμου. Η διπλή ήττα με την υπερψήφιση του Brexit και την εκλογή του Τραμπ το 2016, ειδικότερα, οδήγησε σε μια συλλογική κατάθλιψη τους φιλελεύθερους δημοκρατικούς δημοσιογράφους, πολιτικούς και ειδήμονες. Βιβλία που διακηρύσσουν το τέλος της δημοκρατίας και την άνοδο του φασισμού φιγουράρουν στις λίστες των μπεστ-σέλερ, ενώ ο ανελεύθερος λόγος και οι πολιτικές έχουν επικρατήσει και κανονικοποιηθεί ως «κοινή λογική» ή «αναπόφευκτα». Αν και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία δέχεται πιέσεις και η ανελεύθερη δημοκρατία παραμένει μια σημαντική απειλή σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι καιρός να σταματήσει αυτή η αυτοκαταστροφική μοιρολατρία.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής, αλλά πολλοί άνθρωποι αναζητούν ηγέτες που όχι μόνο λένε λόγια, αλλά τα κάνουν και πράξη. Πολλοί άνθρωποι ψήφισαν ανελεύθερους ηγέτες όπως ο Μπολσονάρο και ο Τραμπ μάλλον από διαμαρτυρία παρά από υποστήριξη. Δεν είναι ούτε μέρος μιας «λατρείας της προσωπικότητας», ούτε «ξεγελάστηκαν» από έναν χαρισματικό ηγέτη. Αντίθετα, είναι, συχνά δικαίως, απογοητευμένοι από τα διεφθαρμένα, ασυνεπή, χωρίς έμπνευση ή απλώς αδύναμα κυρίαρχα κόμματα και πολιτικούς, που δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους ή απλώς θεώρησαν δεδομένη την εξουσία τους. Ο καλύτερος τρόπος για να ξανακερδίσουμε αυτούς τους ανθρώπους δεν είναι ελαφρώς ανελεύθερη πολιτική, αλλά η συνεπής, γνήσια και εμπνευσμένη φιλελεύθερη δημοκρατική πολιτική. Ας ελπίσουμε ότι το 2022 θα συνεχίσει να δείχνει τον δρόμο.