Η στασιμότητα στο Κυπριακό

Σίμος Ανδρονίδης 02 Ιαν 2024

Ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων ή αλλιώς, της Τουρκοκυπριακής κοινότητας Ερσίν Τατάρ, σε δηλώσεις του εν όψει της έλευσης του 2024, τόνισε χαρακτηριστικά πως δεν αναμένει κάποια εξέλιξη και δη θετική εξέλιξη εν έτει 2024.

 Και τι σημαίνει εν προκειμένω ‘θετική εξέλιξη’; Σημαίνει την έναρξη διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, με στόχο την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος επί τη βάσει των ψηφισμάτων του ΟΗΕ που προβλέπουν την ύπαρξη δι-ζωνικής, δι-κοινοτικής Ομοσπονδίας στο νησί.[1]

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως ουσιαστικά ο Τουρκοκύπριος πρόεδρος που ήσαν ιδιαιτέρως συγκρατημένος στις δηλώσεις του, δεν μετακινήθηκε ούτε κατ’ ελάχιστον από την γνωστή και βασική Τουρκική-Τουρκοκυπριακή θέση περί ‘λύσης’ του Κυπριακού επί τη βάσει ύπαρξης (ή και συν-ύπαρξης) δύο ανεξάρτητων κρατικών οντοτήτων που θα μπορέσουν να οικοδομήσουν διμερείς σχέσεις.

Υπό αυτό το πρίσμα, αυτή η Τουρκική-Τουρκοκυπριακή θέση η οποία έχει μετεξελιχθεί σε ‘κόκκινη γραμμή’ πλέον, επηρεάζει δραστικά τις εξελίξεις και αποτρέπει με την σειρά της την δημιουργία θετικής δυναμικής για την έναρξη διαπραγματεύσεων.

 Ή αλλιώς, για την διαμόρφωση των απαραίτητων προϋποθέσεων για την εκκίνηση του διαπραγματευτικού ‘παιγνίου,’ στο εγκάρσιο σημείο όπου τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο και η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας[2] αρνούνται να αποδεχθούν αυτό το γεγονός.

 Και πως αλλιώς θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, από την στιγμή όπου η Τουρκοκυπριακή πλευρά ή αλλιώς, η πολιτική της ηγεσία, συνιστά ένα εκ των δύο συμβαλλόμενων μερών η παρουσία του οποίου είναι απαραίτητη για την εκκίνηση της όποιας προσπάθειας επίλυσης του Κυπριακού επί τη βάσει των ψηφισμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών; Το πρόβλημα επιτείνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός πως και εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και εντός της Τουρκοκυπριακής κοινότητας,  κυριαρχούν αντιλήψεις που θέτουν σε πρώτο πλάνο την έννοια της ‘κρατικής κυριαρχίας’. Ή αλλιώς, αντιλήψεις που εκλαμβάνουν τα κράτη ως τις «βασικές μονάδες του διεθνούς συστήματος»,[3] σύμφωνα με τους Αναστασιάδου & Mathews.

 Ένας αναγνώστης μπορεί να αναρωτηθεί καλόπιστα: Πως επηρεάζουν αυτές οι υπάρχουσες αντιλήψεις την εξέλιξη των πραγμάτων στο νησί; Σπεύδουμε να απαντήσουμε καλόπιστα αλλά δίνοντας πάντα έμφαση στη θεωρία.

Αυτές οι αντιλήψεις επηρεάζουν την κατεύθυνση που μπορούν να λάβουν τα πράγματα διότι αποτρέπουν την συγκρότηση μίας ομοσπονδιακής κουλτούρας, μίας κουλτούρας συνεργασίας, μίας κοινής ταυτότητας. Και η συγκρότηση μίας τέτοιας κουλτούρας θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να φέρει εγγύτερα και πολιτικούς των δύο πλευρών αλλά και πολίτες.

Η έλλειψη αυτή παρατηρείται εδώ και χρόνια, τουλάχιστον στην Κυπριακή Δημοκρατία, όντας εκ των πρωταρχικών λόγων για τους οποίους καταψηφίστηκε το σχέδιο Ανάν τον Απρίλιο του 2004. Στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα άρχισε να προκύπτει αμέσως μετά την καταψήφιση και κατ’ επέκταση, την μη-εφαρμογή του Σχεδίου Ανάν, κερδίζοντας έδαφος και διαδραματίζοντας ρόλο στην εκλογή του Ερσίν Τατάρ στην προεδρία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Δεν θα διστάσουμε να υπογραμμίσουμε πως ένας ακόμη ανασταλτικός παράγοντας που εμποδίζει την επανέναρξη διαπραγματεύσεων και την επανένωση της νήσου, είναι η αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης και στα δύο μέρη της Κύπρου.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με την αθρόα προσέλευση, ιστορικά, Τούρκων που εγκαθίστανται σε διάφορα σημεία (και στην ιστορική πόλη της Αμμοχώστου) της μη αναγνωρισμένης διεθνώς ‘Βόρειας Κύπρου,’[4] αλλά, με την εγκατάσταση χιλιάδων Ελλήνων (στην Κυπριακή Δημοκρατία), Ρώσων (και στα δύο μέρη), και Ιρανών (στη ‘Βόρεια Κύπρο’).

Καθίσταται εύλογος και όχι ευλογοφανής ο ισχυρισμός πως η παρουσία και η δραστηριοποίηση χιλιάδων μη-Κυπρίων στο νησί μπορεί και μεταβάλλει τα δεδομένα, επαναπροσδιορίζει ‘σταθερές’ και ανατρέπει παγιωμένες απόψεις και αντιλήψεις.

Θα είναι εκ των προτέρων δύσκολο η πλειοψηφία αυτών των μη-Κυπρίων να μην αντιδράσει σε περίπτωση επανέναρξης των διαπραγματεύσεων, πολλώ μάλλον στο ορατό ενδεχόμενο επανένωση της νήσου και συγκρότησης ενός ομοσπονδιακού κράτους, ακριβώς διότι μία τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να συμβάλλει στην απώλεια των ‘κεκτημένων’ τους, ειδικά στο κατεχόμενο κομμάτι της Κύπρου.

 Άρα, παρατηρούμε θεωρητικά πως το Κυπριακό ωθεί τους σημαντικότερους ‘παίκτες’ στο να προσπαθούν να τηρήσουν ισορροπίες και να λάβουν ορθολογικές αποφάσεις που ακόμη και αν δεν έχουν ισχυρό αντίκτυπο, τουλάχιστον πρέπει να μην ‘σκοτώνουν εντελώς’ την ιδέα της επανένωσης. Φρονούμε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση, και μεμονωμένες ευρωπαϊκές χώρες[5], οφείλουν να υπενθυμίσουν στον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, Πορτογάλο Αντόνιο Γκουτέρες, την σημασία που αποκτά η επιλογή ενός κατάλληλου προσώπου για την θέση του ειδικού απεσταλμένου του στην Κύπρο.

 Το πρόσωπο αυτό δεν χρειάζεται να είναι έμπειρο, όσο να διαθέτει τέτοιες ηγετικές και ρητορικές ικανότητες ώστε να πείσει και την Τουρκο-κυπριακή πλευρά να επιδείξει υπομονή για ‘τελευταία φορά’ και να υποχωρήσει από την θέση περί ύπαρξης ξεχωριστών κρατών, και την Ελληνο-κυπριακή[6] ώστε επιτέλους να διαμορφώσει στρατηγική επίλυσης. Ώστε να θέσει τις διάφορες προτεραιότητες της ‘υπό’ την ‘υποχρέωση’ να ‘πράξει το οτιδήποτε’ για την επίλυση του Κυπριακού στη βάση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Τα πρόσωπα πλέον πρέπει να τεθούν σε πρώτο πλάνο.


_________________________________________________________________________


[1] Βλέπε σχετικά, Καλατζής, Μανώλης, ‘Κυπριακό: Ο Ερσίν Τατάρ δήλωσε ότι δεν αναμένει πρόοδο το 2024,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Πρώτο Θέμα,’ 29/12/2023, Κυπριακό: Ο Ερσίν Τατάρ δήλωσε ότι δεν αναμένει πρόοδο το 2024 (protothema.gr) Και όντως, αυτή την στιγμή δεν υπάρχει κάποια θετική δυναμική που θα μπορούσε να συμβάλλει στην έναρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων με στόχο την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Θεωρητικώ τω τρόπω, θα υποστηρίξουμε πως ένας παράγοντας που λειτουργεί ανασταλτικά και θέτει εμπόδια στο ενδεχόμενο εκ νέου έναρξης διαπραγματεύσεων, είναι η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Ισραήλ και της τρομοκρατικής οργάνωσης της ‘Χαμάς,’ η οποία λαμβάνει χώρα δίπλα στην Κύπρο ουσιαστικά και ‘απορροφά’ μεγάλο μέρος από την ενέργεια Δυτικών κρατών και υπερ-εθνικών οργανισμών. Και ο μεγάλος κίνδυνος που ελλοχεύει για την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, έγκειται στο να κερδίσει περισσότερο έδαφος εντός του 2024, η βασική θέση της Τουρκικής κυβέρνησης και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ερσίν Τατάρ περί ύπαρξης δύο ανεξάρτητων και κυρίαρχων κρατών στο νησί. Περί του ό,τι το ‘Κυπριακό πρόβλημα έχει ήδη λυθεί, απλά κάποιο αρνούνται να αποδεχθούν κάτι τέτοιο.’ Και ο κίνδυνος δεν προέρχεται από κάποια τυχόν αναγνώριση της ‘Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου,’ από κάποια Μουσουλμανική ή μη χώρα, αλλά, από το να θεωρηθεί το Κυπριακό ως ‘χαμένη υπόθεση’ που δεν ‘ωφελεί κανέναν σε αυτή την συγκυρία ειδικά,’ η ‘ανακίνηση’ του. Μία τέτοια εξέλιξη, εν τοις πράγμασι θα ήσαν υπέρ της Τουρκίας και της ‘Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου.’ Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει πολλή διπλωματική ‘δουλειά’ μπροστά της.  

[2] Επιθυμούμε να εμβαθύνουμε περαιτέρω, θέτοντας στο προσκήνιο το ιστορικό ‘παράδοξο’ ή αλλιώς, την εν τοις όροις αντίφαση που διαπερνά το Κυπριακό πολιτικό σύστημα (κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για το ελληνικό κομματικό-πολιτικό σύστημα). Και ποια είναι αυτή η εν τοις όροις αντίφαση; Ενώ τα Ελληνο-κυπριακά πολιτικά κόμματα και οι Ελληνο-κύπριοι πολιτικοί  ομνύουν στο γεγονός πως η περιώνυμη ‘Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου’ δεν είναι παρά ένα ‘κράτος που δεν υπάρχει’, ένα ‘ψευδοκράτος’, για να κάνουμε χρήση του γνωστού γλωσσικού όρου, την ίδια στιγμή, σπεύδουν να αποδεχθούν έμμεσα πως αυτό διαθέτει «την βεστφαλιανή αντίληψη της κυριαρχίας και εσωτερική κυριαρχία», για να παραπέμψουμε στην ανάλυση της Μερσίλειας Αναστασιάδου. Και με ποιον τρόπο πράττουν κάτι τέτοιο; Με την αναγνώριση της εκλογικής διαδικασίας στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα και με την αναγνώριση του νέου προέδρου αυτής της κοινότητας, ο οποίος, κάποια στιγμή, θα κληθεί να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Διαφορετικά ειπωμένο, θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για το δίπολο ‘μη-αναγνώριση-αναγνώριση’. Οι αντιφάσεις που διαπερνούν τον λόγο και την στρατηγικής των κυβερνήσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας, από το 1974 και έπειτα, δεν έχουν απασχολήσει πολλούς διεθνολόγους. Τους ερευνητές που καταπιάνονται με αυτό το σύνθετο πρόβλημα και με τις παραμέτρους του. Βλέπε σχετικά, Αναστασιάδου, Μερσίλεια., ‘Το κράτος στις συνθήκες της σύγχρονης εποχής: η περίπτωση της Κύπρου,’ Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2020, Διαθέσιμη στο: Το κράτος στις συνθήκες της σύγχρονης εποχής: η περίπτωση της Κύπρου (didaktorika.gr)

[3] Βλέπε σχετικά, Αναστασιάδου, Μερσίλεια., ‘Το κράτος στις συνθήκες της σύγχρονης εποχής: η περίπτωση της Κύπρου…ό.π., σελ. 71. Και, Mathews, T. Jessica., ‘New actors and new forces. Power Shift,’ στο: Art, Robert., & Jervis, Robert., (επιμ.), ‘Ιnternational Politics. Enduring Concepts and Contemporary issues,’ Longman, 2000, σελ. 534-546. Η Τουρκοκυπριακή πλευρά διαχρονικά, πάσχει από το ‘σύνδρομο του συνόρου’. Δηλαδή, πέραν της επιδίωξης αναγνώρισης της κυριαρχίας από κάποιο άλλο κυρίαρχο κράτος, αφενός μεν επιθυμεί να ‘δείχνει’ που βρίσκονται τα ‘σύνορα’ που το χωρίζουν από την άλλη πλευρά, και, αφετέρου δε, να ασκεί πλήρη κυριαρχία επί αυτών των συνόρων (βλέπε την ‘Πράσινη Γραμμή’ στη Λευκωσία). Αυτό το ‘σύνδρομο’ βέβαια, βρίσκεται σε κατάσταση ύφεσης, όταν εξελίσσονται διαπραγματεύσεις, εντατικές διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού, κάτι που συνέβη δύο φορές την τελευταία εικοσαετία: Η πρώτη φορά ήσαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν οι διαπραγματεύσεις, με την εμπλοκή και της Διεθνούς Κοινότητας (πολύ σημαντική η παρουσία της, ειδικά των Δυτικών χωρών και οργανισμών), κατέληξαν στην κατάθεση του Σχεδίου Ανάν το οποίο τέθηκε σε δημοψήφισμα και στις δύο κοινότητες του νησιού. Και, δεύτερον, το 2017, με τις διαπραγματεύσεις του Κραν Μοντανά να προχωρούν τόσο πολύ, ώστε λίγο έλειψε να προκύψει η πολυπόθητη λύση. Άρα, όσο πιο σοβαρές και καλά οργανωμένες οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελληνο-κυπρίων και Τουρκο-κυπρίων, τόσο περισσότερο υποχωρεί το ‘σύνδρομο του συνόρου’ και τίθεται στο περιθώριο. Η Ελληνο-κυπριακή πλευρά δεν έσπευσε να αξιοποιήσει το γεγονός πως ο πρώην πρόεδρος των Τουρκοκυπρίων Μουσταφά Ακιντζί ήσαν εκ των λίγων πολιτικών και στις δύο πλευρές του διαιρεμένου νησιού, που διέθετε ομοσπονδιακή κουλτούρα, ή αλλιώς, κουλτούρα συν-ύπαρξης, προτάσσοντας το δεύτερο συνθετικό της λέξης ‘Ελληνοκύπριος’ και ‘Τουρκοκύπριος’. Που είναι το ‘Κύπριος’.

[4] Απότοκος της θέσης πως η ‘Τουρκοκυπριακή Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου’ είναι ένα ‘κυρίαρχο κράτος’ που απλά αναμένει την ‘αναγνώριση του η οποία αργά ή γρήγορα θα συμβεί,’ είναι και η άσκηση ‘εξωτερικής πολιτικής’. Σε αυτή την περίπτωση, είναι ο Τουρκοκύπριος πολιτικός ηγέτης αυτός που καλεί σε ‘αναγνώριση’ της ‘Βόρειας Κύπρου’ απευθείας, και ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν. Κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε επί θητείας Μουσταφά Ακιντζί.

[5] Συνιστά ανούσια ‘σπατάλη’ διπλωματικού κεφαλαίου και πολύτιμου χρόνου το να προσπαθεί να εμπλέξει  η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας την Κίνα, στο Κυπριακό. Θα ισχυρισθούμε πως οι διάφορες κυπριακές κυβερνήσεις που προέκυψαν από το 1974 και έπειτα (η ύπαρξη πολλών αγνοουμένων ως αποτέλεσμα της Τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στο βόρειο τμήμα της Κύπρου στα 1974, αρκεί για να συντηρήσει την αντίληψη περί ‘τραύματος’, περί ‘μείζονος τραύματος’), συνέβαλλαν όλες στη διαμόρφωση μίας ισχυρής και υποδειγματικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, η οποία με την σειρά της συνετέλεσε ώστε ιστορικά η συγκρουσιακή δυναμική στο νησί να κινείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

[6] Η κατάσταση, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί, ‘βολεύει’ και εγχώριους κομματικούς δρώντες, οι οποίοι αναπαράγουν με περισσή ευκολία απλοϊκές και λαϊκιστικές αντιλήψεις περί ‘Τουρκικής-Τουρκο-κυπριακής ευθύνης’ και ‘απόλυτης αδιαλλαξίας’.  Το Κυπριακό, διαχρονικά, προσφέρεται για την επίδειξη αντι-Τουρκικών ανακλαστικών και για εθνικολαϊκιστικές διατυπώσεις. Το πρότυπο της Τουρκικής και της Τουρκο-κυπριακής πλευράς είναι η διχοτόμηση της Κορεατικής Χερσονήσου μεταξύ Νότιας και Βόρειας Κορέας, την δεκαετία του 1950. Αυτή την στιγμή, εντός Τουρκο-κυπριακής κοινότητας, οι υπέρμαχοι της διχοτόμησης έχουν υποσκελίσει πολιτικά τους ουκ ολίγους θιασώτες της επανένωσης της Κύπρου.  Βλέπε και, Καλατζής, Μανώλης., ‘Κυπριακό: Αμετακίνητοι και εκτός πλαισίου ΟΗΕ Ερντογάν και Τατάρ, εμμένουν σε λύση δύο κρατών,’ Διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ‘Πρώτο Θέμα’, 18/12/2023, Κυπριακό: Αμετακίνητοι και εκτός πλαισίου ΟΗΕ Ερντογάν και Τατάρ, εμμένουν σε λύση δύο κρατών (protothema.gr) Ο δημοσιογράφος Μανώλης Καλατζής, είναι πολύ καλός γνώστης των εξελίξεων και των τάσεων που διαμορφώνονται στην Τουρκοκυπριακή πλευρά. «εν προσκλήθηκε στην Άγκυρα από τον Ταγίπ Ερντογάν ο Κύπριος Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης, δήλωσε στον Τουρκοκύπριο αρθρογράφο της εφημερίδας «Κίπρις», Χασάν Χάστουρερ, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, Ερσίν Τατάρ.
Όπως γράφει στο σημερινό του άρθρο ο Χάστουρερ, συνομίλησε ο ίδιος μαζί με τον Ε. Τατάρ μετά την συνάντηση που είχε με τον Ταγίπ Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη και ρώτησε τον Τουρκοκύπριο ηγέτη εάν τέθηκε στην συνάντηση θέμα για πρόσκληση του Ν. Χριστοδουλίδη στην Άγκυρα με τον Ερσίν Τατάρ ν’ απαντά ότι το έθεσε αυτός.
«Ρώτησα εγώ κατά την συνάντηση. Ο Πρόεδρος Ερντογάν είπε ότι τέτοια πρόσκληση δεν έγινε», είπε.
Αμετακίνητοι στη λύση δύο κρατών για το Κυπριακό
Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης είπε ότι η αναγνώριση της «κυρίαρχης ισότητας» των Τουρκοκυπρίων είναι απαραίτητη για την έναρξη διαπραγματεύσεων. «Συμφωνούμε πλήρως στην πολιτική που βασίζεται σε δύο “ίσα κυρίαρχα κράτη”
Επιβεβαιώθηκε ξεκάθαρα στη συνάντηση με τον Τούρκο Πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ότι αποκλείεται να υποχωρήσουν από τη θέση των «δύο ίσων, κυρίαρχων κρατών», που αποτελεί κοινή ιδέα Τουρκίας – ψευδοκράτους στο Κυπριακό, δήλωσε ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, Ερσίν Τατάρ, στην εφημερίδα «Κίπρις» μετά την συνάντηση που είχε με τον Ερντογάν στο γραφείο του στο Ντολμάμπαχτσε σαράϊ στην Κωνσταντινούπολη».