Κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις στις κρατικές πολιτικές για την αντιμετώπιση των επιδημιών: ιστορική αναδρομή

Νίκος Μπιλανάκης 06 Δεκ 2020

Η επιδημία αποτελεί αποδιοργανωτικό παράγοντα που μπορεί να καταστήσει περισσότερο ευδιάκριτους τους ουσιαστικούς αρμούς της κοινωνίας, τις δυναμικές γραμμές πού τη διαπερνούν, τους διοικητικούς μηχανισμούς και τις σχέσεις μεταξύ τών επί μέρους εξουσιών που την συνέχουν, την εικόνα πού έχει μια κοινωνία για τον εαυτό της. Ας δούμε πιο συγκεκριμένα, πως αντέδρασε η νεότερη ελληνική κοινωνία και τα πολιτικά κόμματα, στις υγειονομικές πολιτικές που άσκησε η εκάστοτε διοίκηση του κράτους σε κάποιες από τις μεγάλες επιδημίες που έζησε η χώρα μας.

Το 1837, όταν η πανώλη χτύπησε την Ελλάδα, αρχικά στον Πόρο, η Καποδιστριακή διοίκηση επιχείρησε να επιβάλλει αποκλεισμό (lockdown) του πληθυσμού. Αυτό όμως επιχειρήθηκε με υπερβολική βιαιότητα και είχε ως αποτέλεσμα, ο πολύς κόσμος να αντιδράσει και να παραβιάσει συστηματικά τις υγειονομικές ρυθμίσεις. Το ίδιο έγινε και στη Μάνη και στη Ρούμελη, που εξαπλώθηκε η επιδημία αργότερα, και μάλιστα οι κάτοικοι εκεί αντέδρασαν ακόμα πιο σθεναρά. Οι αντιθέσεις των τοπικών πληθυσμών στην επιχειρούμενη κρατική υγειονομική πολιτική απέκτησαν πολύ γρήγορα οξύτατες πολιτικές διαστάσεις, και άρχισε να εκφράζεται μέσα από αυτή την αντίθεση, η αρνητική στάση των ελλήνων έναντι των βαυαρών και των συνεργατών τους, που κατείχαν τις διοικητικές θέσεις του κράτους. 


Όσον αφορά την ευλογιά, η βαυαρική κυβέρνηση είχε υποχρεώσει με νόμο, από το 1835, κάθε άτομο του ελληνικού βασιλείου να εμβολιαστεί, διαφορετικά αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό στο σχολείο ή να ασκήσει νόμιμα οποιαδήποτε επιτήδευμα. Όμως, οι νόμοι αυτοί αποδείχθηκαν ανεπαρκείς αφού οι κάτοικοι του ελληνικού βασιλείου τους ακύρωσαν, αρνούμενοι να εμβολιασθούν αυτοί και τα παιδιά τους. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην Γαλλοκρατούμενη Κέρκυρα, γύρω στα 1850, στην προσπάθεια των αρχών μα υποχρεώσουν διά της βίας σε υποχρεωτικούς εμβολιασμούς, ξεσηκώθηκε θύελλα αντιδράσεων και η άρνηση των Ελλήνων να συμμορφωθούν στις διαταγές έλαβε μορφή αντίστασης προς τον ξένο κατακτητή. Και αυτό, παρά την υπέρ του εμβολιασμού σύμφωνη γνώμη των ελλήνων ιατρών εκείνου του καιρού. Το 1864, όταν η ευλογιά είχε απλωθεί σε όλο το κράτος και κανένα προληπτικό ή κατασταλτικό μέτρο δεν είχε επιτύχει, η κυβέρνηση προσέτρεξε ακόμη και στην Ιερά Σύνοδο για να πείσει τους Έλληνες να εμβολιαστούν, αλλά μήτε οι απειλές της Ιεράς Συνόδου φάνηκαν να τους πείθουν. Έτσι, ενώ στη Δυτική Ευρώπη, η ευλογιά δια του εμβολιασμού εξαφανίζεται στις δεκαετίες του 1850-1860, στην Ελλάδα θα περιμένουμε πολλές δεκαετίες ακόμα, μέχρι το 1924, για να επιτευχθεί η εξάλειψη της ευλογιάς. 


Το 1854 ήρθε η επιδημία της χολέρας στην Ελλάδα. Την εμφάνιση της την έκανε αρχικά μεταξύ των γαλλικών στρατευμάτων που είχαν καταλάβει τον Πειραιά. Επειδή δεν ήταν δυνατό να τεθεί σε καραντίνα ο κατοχικός αυτός στρατός, η νόσος γρήγορα διαδόθηκε στα νησι, στην Αθήνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η επιδημία αυτή ανέδειξε με έντονο τρόπο τη σχέση φτώχειας και ασθένειας, αφού στα θύματα της επιδημίας συγκαταλέγονταν αποκλειστικά σχεδόν οι φτωχοί. Ενώ όμως στη Δυτική Ευρώπη, όπου ξέσπασε επιδημία χολέρας, οι φτωχοί αντέδρασαν δυναμικά και μερικές φορές βίαια εναντίον εκείνων πού θεώρησαν υπεύθυνους για τή δοκιμασία τους (π.χ. στο Παρίσι νωρίτερα, το 1832), στην Ελλάδα δεν παρατηρήθηκαν ανάλογα φαινόμενα. Στη Σύρο μάλιστα, αντίθετα απ ότι συνέβη στην Αθήνα που σημειώθηκε κάποια κοινωνική αγανάκτηση, όταν συνέβησαν θύματα, έστω και λίγα, και μεταξύ των ηγετικών ομάδων, αυξήθηκε ο φόβος των πολιτών γιατί «απώλεσαν και την τρεφομένην ελπίδα, ότι [ή επιδημία] δεν διαβαίνει τάς βαθμίδας τών μεγάλων οικιών». 


Η ισπανική γρίπη που χτύπησε το 1918, απείλησε όλη την χώρα, και ιδιαίτερα τους κατοίκους των λαϊκών, πολυπληθών περιοχών της. Πολλές δεκάδες θύματα της γρίπης καταγράφηκαν όμως και σε λιγότερο φτωχές και πυκνοκατοικημένες περιοχές, απόδειξη ότι ο ιός δεν εξαίρεσε κανένα, αφού πολλοί άνθρωποι, των οποίων τα επαγγέλματα τους κατατάσσουν στα μεσαία ή και στα ανώτερα στρώματα, μολύνθηκαν και πέθαναν και αυτοί. Η αδυναμία θεραπείας της ισπανικής γρίπης που σημειώθηκε εκείνη την εποχή δεν οδήγησε πάλι σε πολιτικές αντιπαραθέσεις αλλά κλόνισε την πίστη των ανθρώπων στην ιατρική, δημιουργώντας έντονη δυσαρέσκεια για το ότι η ιατρική επιστήμη δεν μπόρεσε να βοηθήσει τον πληθυσμό. Όπως σχολίαζε ο αρθρογράφος της «Ακροπόλεως» εκείνων των ημερών: «Τίποτα άλλο δεν είναι εις θέσιν να κάμη η Ελληνική Επιστήμη. Α, λησμονήσαμε μίαν δόξαν της. Ο ιατρός Χρ. Κορύδαλος ανακάλυψεν ότι η γρίππη γράφετται με ένα πη διότι η λέξις παράγεται από τον γρύπον, το ψαράδικο δίκτυο».


Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, οι λοιμώδεις ασθένειες (η φυματίωση, ο τυφοειδής πυρετός, η ευλογιά, η χολέρα, η ελονοσία) προξενούσαν πολύ περισσότερους θανάτους από ότι νοσήματα όπως οι καρδιοπάθειες τα εγκεφαλικά, οι καρκίνοι ή τα τροχαία, όπως συμβαίνει στις μέρες μας. Εκείνο που ενδιέφερε το ελληνικό κράτος, από το 1830 έως τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, στον υγειονομικό τομέα, ήταν κυρίως η αποτροπή της εκδήλωσης μεγάλων επιδημιών από λοιμώδεις παράγοντες. Την αδυναμία ή την αδιαφορία του κράτους να παρέμβει αποφασιστικά στο χώρο της υγειονομικής πολιτικής επέτρεπε η γενικευμένη πεποίθηση του κοινωνικού σώματος εκείνης της εποχής ότι η υγεία και η ασθένεια αποτελούσαν ένα ατομικό πρόβλημα, που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά από το άτομο και την οικογένεια του ή το πολύ-πολύ, και από ένα σημείο και πέρα, με τη συνδρομή της εκκλησίας και των φιλανθρωπικών πρωτοβουλιών. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, όμως, η στάση του ελληνικού κράτους αλλάζει. Σταδιακά, όλο και περισσότερο, αυξάνονται οι παρεμβάσεις του στον υγειονομικό τομέα, η υγεία αρχίζει να θεωρείται δημόσιο αγαθό και επιβάλλεται η κοινωνική προστασία της. Ως εκ τούτου αρχίζει να σημειώνεται όλο και μεγαλύτερη πολιτική αντιπαράθεση των κομμάτων όσον αφορά την υλοποίηση των υγειονομικών πολιτικών. 

Ένα πρώτο παράδειγμα εμπλοκής πολιτικών κομμάτων στην αντιμετώπιση μιας επιδημίας, συνιστά η ελονοσία. Αν και η ελονοσία στην Ελλάδα ήταν από την αρχαιότητα μια ενδημική νόσος, οι σοβαρές προσπάθειες αντιμετώπισης της άρχισαν τα μέσα του 20ου αιώνα. Ιδιαίτερα μετά το 1945, θα αρχίσει μιά προσπάθεια των ελληνικών αρχών και της U.N.R.R.A., ενός διεθνή οργανισμού υπό την εποπτεία των Ηνωμένων Εθνών, που θα διαρκέσει έως το 1949, παρουσιάζοντας ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον αφού πρόκειται για μία παρέμβαση ιατρικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται εν μέσω εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα. Για το Δημοκρατικό Στρατό, η UNRRA αντιπροσώπευε το δυτικό «κρυφό» σύμμαχο της κυβέρνησης και ως εκ τούτου πολύ εύκολα έφταναν να υποθέσουν, ότι μια πτήση αεροπλάνου με σκοπό τον ψεκασμό κάποιων εκτάσεων, ενδεχομένως, να μην έχει μόνο αυτόν τον επιστημονικό χαρακτήρα. Από την άλλη, η κυβέρνηση πολύ εύκολα προέβαινε σε εκκαθαρίσεις υπαλλήλων από τις κρατικές υπηρεσίες που κατηγορούνταν ότι είχαν αριστερή ιδεολογία. Έτσι, ενώ οι κεντροδεξιές και φιλομοναρχικές εφημερίδες έβαλλαν κατά της UNRRA, χαρακτηρίζοντάς την άντρο κομμουνιστών και κατασκόπων, στον αντίποδα, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, μέσω της εφημερίδας του, έγγραφε ότι η Κυβέρνηση μάλλον θα προτιμούσε η UNRRA να στελεχώνεται από φιλομοναρχικούς ή, ακόμα χειρότερα, από πρώην συνεργάτες των Γερμανών. Το κλίμα ήταν εκρηκτικό αφού πλέον είχε χαθεί κάθε ίχνος ψυχραιμίας και από τις δύο πλευρές, ενώ οι κατηγορίες που εξαπολύονταν εκατέρωθεν ξεπερνούσαν κάθε όριο. Η απομάκρυνση της UNRRA και η σταδιακή υιοθέτηση του όλου προγράμματος από τις ελληνικές υγειονομικές αρχές, οδήγησε σταδιακά τον επιπολασμό της νόσου σε αμελητέα ποσοστά και το 1974 η Ελλάδα έλαβε πιστοποίηση «χώρας ελεύθερης από την ελονοσία» από τον ΠΟΥ, κάτι που είχε ήδη σημειωθεί σε άλλες χώρες, σε παγκόσμιο επίπεδο. Σήμερα εκείνος ο ιός της ευλογιάς φυλάσσεται μόνο σε εργαστήρια των ΗΠΑ και της Ρωσίας. 


Με το πέρασμα των χρόνων, τα πολιτικά κόμματα προσπαθούν όλο και πιο ευδιάκριτα να εκμεταλλευτούν ή να υποδαυλίσουν τις αντιδράσεις που δημιουργούνται στις κοινωνίες -που έχουν καταστεί πλέον ωριμότερες- από τις υγειονομικές κρίσεις των επιδημιών, προς όφελος τους. Έτσι, μόλις το 2009, στην επιδημία της νέας γρίπης (πανδημία της γρίπης Η1Ν1) διαβάζουμε σε εφημερίδες της εποχής ότι ο αρχηγός της τότε μείζονος αντιπολίτευσης κ. Γιώργος Παπανδρέου “κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι έχει δώσει όλο το βάρος στην επικοινωνιακή διαχείριση του θέματος, αντί να προετοιμαστεί ουσιαστικά για την αντιμετώπισή του” ενώ ο τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Ευάγγελος Αντώναρος ανταπαντώντας του καταλόγισε ανευθυνότητα «στην προσπάθειά του να εκμεταλλευτεί το κάθε τι, ακόμη και μια πανδημία, η οποία πλήττει όλες χώρες του πλανήτη, για δικά του μικροκομματικά οφέλη, διαβεβαιώνοντας παράλληλα πως η πολιτεία έχει επεξεργαστεί κι έχει πλήρες σχέδιο αντιμετώπισης όλων των ενδεχόμενων συνεπειών της επιδημίας”.


Συμπερασματικά, η γεωγραφικά και κοινωνικά κατακερματισμένη ελληνική κοινωνία των πρώτων δεκαετιών μετά την επανάσταση του 1821 δεν αντιδρά στις επιδημιολογικές κρίσεις ενοποιημένα αφού δεν έχει ακόμα αποκτήσει συνείδηση κοινωνικού σώματος. Οι αντιδράσεις της, όσες υπάρχουν, απευθύνονται στην εκάστοτε κυρίαρχη εξουσία (πότε των Βαυαρών, άλλοτε των αποικιοκρατών Εγγλέζων και άλλοτε των πλουσίων κλπ). Στα τέλη του 19ου αιώνα, η αργοπορημένη δημιουργία του ιατρικού σώματος στην Ελλάδα θα επιτρέψει να κατευθυνθούν στους γιατρούς, οι αντιδράσεις της κοινωνίας. Στα μέσα του 20ου αιώνα, οι συνθήκες εμφυλίου που τότε επικρατούσαν στην ελληνική ιστορία, παραμορφώνουν και δυσχεραίνουν την αντιμετώπιση των ιατρικών κρίσεων (π.χ. αντιμετώπιση της ευλογιάς). Στο μεταξύ, η υιοθέτηση της άποψης από την κοινωνία ότι η υγεία δεν αποτελεί ατομικό αλλά δημόσιο αγαθό, θα επιτρέψει έκτοτε την μεγαλύτερη εμπλοκή των πολιτικών κομμάτων στις υγειονομικές πολιτικές κρίσεις και την προσπάθεια εκμετάλλευσης της όποιας αναδυόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας προς όφελος τους.