Η φενάκη της επαναδιαπραγμάτευσης

Κώστας Καλλίτσης 20 Μαϊ 2012

Βαθύτατα ιδιοτελής η απόπειρα του πολιτικού κατεστημένου να επιρρίψει τις ευθύνες για την κατάσταση στην «κακή διαπραγμάτευση».

Διότι, αν φταίει το Μνημόνιο, τότε δεν ευθύνονται αυτό το κατεστημένο και η πελατειακή διαχείριση που άσκησε επί 10ετίες και άφησε κατερειπωμένη τη χώρα όταν ξέσπασε η κρίση και οι αγορές αρνήθηκαν να μας δανείσουν. Κι αν φταίει ο διαπραγματευτής, τότε ουδεμία ευθύνη έχουν οι παλαιοκομματικοί της Ν.Δ. που επί διετία πολεμούσαν την εφαρμογή του Μνημονίου. Ούτε οι υπουργοί του ΠΑΣΟΚ που, αντί να διευθύνουν αποτελεσματικά και με κοινωνική ευαισθησία την προσπάθεια μεταρρύθμισης, τη χαντάκωσαν. Δεν ευθύνεται το πολιτικό κατεστημένο που, παραμελώντας τις μεταρρυθμίσεις για πάταξη φοροδιαφυγής, ανασυγκρότηση του κράτους, εξυγίανση του δημόσιου τομέα, ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και για αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης, κατέληξε να «πετύχει» τη θεσμική κατοχύρωση της διάλυσης της αγοράς εργασίας, το κτύπημα του βασικού μισθού, την εκτίναξη της ανεργίας.

Η πραγματικότητα αλλοιώνεται: Δεν φταίει η οικονομία της φούσκας, το μοντέλο κατανάλωσης με δανεικά. Φταίνε οι ξένοι δαίμονες. Και φάρμακο είναι η… επαναδιαπραγμάτευση. Αυτά δεν είναι κωμικά, είναι επικίνδυνα. Γιατί δημιουργούν μια νέα φούσκα: Φούσκα προσδοκιών, υπερεκτίμησης όσων μπορούμε να πετύχουμε με την επαναδιαπραγμάτευση που επαγγέλλονται οι «φίλοι του λαού». Αφενός, μέρα με τη μέρα, η αναδιαπραγμάτευση θεωρείται όλο και περισσότερο δεδομένη. Αφετέρου, καθένας φορτώνει σε αυτήν ό,τι του αρέσει και, κυρίως, ό,τι δεν του αρέσει. Φοβούμαι ότι έτσι ενισχύεται η νέα συλλογική αυταπάτη: Οτι η επαναδιαπραγμάτευση θα μας απαλλάξει από την προσπάθεια – τους πόνους και τον κόπο της. Κάποιοι θα διαπραγματευτούν κι όλοι οι άλλοι θα απολαμβάνουμε τα οφέλη…

Ποιες είναι οι ρεαλιστικές προσδοκίες από μια αναδιαπραγμάτευση; Οσοι μιλούν για νέο «σχέδιο Μάρσαλ» προφανώς αγνοούν ότι το σχέδιο Μάρσαλ ισοδυναμούσε με το 2,5% του ΑΕΠ της χώρας εκείνα τα χρόνια ενώ, σήμερα, η άμεση και έμμεση χρηματοδοτική στήριξη των εταίρων μας προσεγγίζει τα 500 δισ. ευρώ, ισοδυναμεί με το 250% του ΑΕΠ της. Αυτό που μπορούμε να πετύχουμε είναι να δοθούν από την ΕΤΕπ τα 2 δισ. που έχουν συμφωνηθεί και 3 δισ. ευρώ επιπλέον – για τα οποία έχει ήδη ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις ο κ. Παπαδήμος. Ισως, επίσης, πετύχουμε επιμήκυνση της προσπάθειας δημοσιονομικής προσαρμογής κατά 1 έτος, ώστε τα μέτρα ύψους 11,5 δισ. ευρώ να κατανεμηθούν σε 3 χρόνια. Αυτό όμως απαιτεί πρόσθετη δανειοδότηση της Ελλάδας, επομένως θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις 16 Κοινοβουλίων της Ευρωζώνης – άραγε, θα δεχτούν να δανείζονται με 6% και να μας δανείζουν με 2,5%; Και, πάντως, προϋπόθεση θα είναι η προώθηση όλων των μεταρρυθμίσεων που εκκρεμούν.

Δυστυχώς, ο ορίζοντας του πολιτικού κατεστημένου περιορίζεται έως την 17η Ιουνίου – μετά, γαία πυρί μιχθήτω. Από τη 18η, θα εξαντλείται η δυναμική της συλλογικής φενάκης περί των μυθικών αποτελεσμάτων της επαναδιαπραγμάτευσης και θα αρχίσει η προσγείωση στην πραγματικότητα. Θα είναι ανώμαλη, αν δεν ειπωθεί όλη η αλήθεια σήμερα. Η διάψευση των προσδοκιών (που καλλιεργούνται για ψηφοθηρικούς λόγους…) ίσως τροφοδοτήσει ένα αντιευρωπαϊκό μένος που θα δυναμιτίσει την προσπάθεια στο εσωτερικό και θα περιπλέξει τις σχέσεις μας με Ευρώπη και ΔΝΤ. Κι ενώ πάμε για μαλλί, θα βγούμε κουρεμένοι.