Ευρωπαϊκή Δημοκρατία και Μνημόνιο

Μαριλένα Κοππά 24 Ιαν 2014

Τι είναι το μνημόνιο; ένα πρόγραμμα ανάμεσα σε ένα υπερχρεωμένο κράτος και τους δανειστές του, που επιβάλλει ως λύση τη σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία και τη λιτότητα σε ένα πλαίσιο που «μειώνει το κράτος», δηλαδή πλήττει τον αναδιανεμητικό του χαρακτήρα. Εμφανίζεται παράλληλα και ως μια ηθική διαδικασία κάθαρσης. Όμως, δε στοχεύει στη βέλτιστη αποδοτικότητα των δημόσιων πόρων, αν και επί μέρους μπορεί και να συντελεί σε αυτή. Βασικός στόχος του μνημονίου είναι η μείωση του ποσοστού του ΑΕΠ που αναδιανέμεται. Το κόστος είναι η μεσαία τάξη, η ευμάρεια της οποίας είναι η βάση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου.

Τι είναι η δημοκρατία; Η δημοκρατία του κατώτερου κοινού παρανομαστή είναι το πολίτευμα που εγγυάται μια σειρά ατομικών δικαιωμάτων σ’ ένα πλαίσιο αβέβαιων εκλογικών αποτελεσμάτων. Στην Ευρώπη, όμως, τα κοινωνικά δικαιώματα είχαν το ίδιο βάρος με τα ατομικά, σε μια ισορροπία που άλλαζε ανάλογα με την ψήφο των πολιτών. Περισσότερη φορολογία και περισσότερα εγγυημένα δημόσια αγαθά είναι η παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας. Περισσότερα ατομικά δικαιώματα ή «ευκαιρίες» είναι η παράδοση των συντηρητικών κομμάτων. Εάν υπάρχει δημοκρατία, ο πολίτης μπορεί να επιλέξει. Όχι πλέον. Τα εθνικά μνημόνια έρχονται προς επίρρωση μια αίσθησης μονόδρομου.

Γιατί συνδέουμε το φαινόμενο της οικονομικής κρίσης με το ζήτημα της δημοκρατίας;

Πρώτον, γιατί με το μνημόνιο εκχωρείται μέρος της εθνικής κυριαρχίας εξωθεσμικά, με συνοπτικές αποφάσεις , με τρόπο που τίποτα δεν έχει να κάνει με την διαδικασία ένταξης μιας χώρας στην ΕΕ, όπως ορισμένοι επιχειρούν να πείσουν. Η διαδικασία της ένταξης, που φυσικά περιέχει εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας, γίνεται στη βάση συνθηκών και με συγκεκριμένο οδικό χάρτη αλλά και χρονοδιαγράμματα.

2. Με το μνημόνιο, ορίζεται μια τρόικα τεχνοκρατών που με αδιαφάνεια, έλλειψη λογοδοσίας και συχνά ανάρμοστη συμπεριφορά προς εκλεγμένους εκπροσώπους των πολιτών δίνει εντολές και επιβάλλει συνταγές, που συχνά στηρίζονται σε λάθος βάση, όπως το γνωστό ζήτημα του πολλαπλασιαστή, στο πρώτο μνημόνιο. Ειλικρινά, γιατί να μην μπορεί να γίνει ακρόαση της τρόικας από τα εθνικά κοινοβούλια ή έστω από τις αρμόδιες επιτροπές τους, από τα ίδια κοινοβούλια που καλούνται, συχνά με συνοπτικές διαδικασίες να μειώσουν μισθούς και συντάξεις, να απορρυθμίσουν την αγορά εργασίας και να παρακολουθήσουν τη διάλυση του κοινωνικού κράτους; Και πάλι θα ήμασταν τυχεροί αν έχει, έστω κι έτσι, λόγο το κοινοβούλιο. Συχνά, το μνημόνιο εφαρμόζεται απλώς με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου.

3. Τέλος, έχουμε την απαξίωση των Ευρωπαϊκών θεσμών με αποφάσεις που

λαμβάνονται εξωθεσμικά σε όλη τη διάρκεια της κρίσης. Ουσιαστικά, ένα διευθυντήριο προκαταλαμβάνει τις αποφάσεις που απλά θα επικυρωθούν στο Ecofin ή ακόμη στο Eurogroup. Το ΔΝΤ, που έφτασε με γερμανική επιλογή στην ΕΕ, συμμετέχει πλέον σε όλες τις συνεδριάσεις του Eurogroup, ανεξάρτητα αν συζητείται χώρα σε πρόγραμμα, όπου συμμετέχει το ίδιο, ή όχι. Αποτέλεσμα είναι ότι συναντάμε ολοένα και λιγότερους Ευρωπαίους διατεθειμένους να ψηφίσουν, μια κι αισθάνονται αποξενωμένοι από κάτι στο οποίο δεν έχουν κανένα έλεγχο ή εποπτεία. Και μπορεί το Ε.Κ να αντιδρά, αλλά δεν έχει τον τελικό λόγο. Αυτό το ποσοστό αποχής μεγαλώνει σ’ αυτή τη συγκυρία, παντού.

Φυσικά, πολλοί αναφέρονται στην απουσία εναλλακτικού σχεδίου, που να μπορεί να μας κρατήσει στην Ένωση και το ευρώ, που καθιστά αναπόδραστες αυτές τις παρεκβάσεις. Αλλά η νεοφιλελεύθερη αυτή συνταγή είναι δηλητηριώδης σε όλα τα επίπεδα, με αβέβαια αποτελέσματα, πέρα από λογιστικά δημοσιονομικά πλεονάσματα .

Το επιχείρημα μου είναι απλό: όταν αντιμετωπίζεις αντιδημοκρατικές πρακτικές ως φυσιολογικές, όταν η δημοκρατία υποτάσσεται σε ένα αυτοαποκαλούμενο σχέδιο εθνικής σωτηρίας, τότε καλλιεργείς μια χαλάρωση του δημοκρατικού πλαισίου, όπου παραβιάσεις συγχωρούνται, αρκεί να υποτάσσονται στον ανώτερο σκοπό. Και αυτό είναι ένας δρόμος εξαιρετικά ολισθηρός. Οι εκπτώσεις στη Δημοκρατία δεν συγχωρούνται αλλά πληρώνονται σκληρά.

Μια δεύτερη υπόθεση εργασίας είναι ότι η δημοκρατική κρίση συνδέεται με την ίδια τη φιλοσοφία του μνημονίου που διέπει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, επηρεάζοντας κάθε κράτος ξεχωριστά, είτε βρίσκεται σε μνημόνιο είτε όχι. Δύο επιχειρήματα που συνάδουν μ’ αυτήν την υπόθεση:

1) Πρώτον, κινούμαστε προς μια λογική τεχνοκρατικού αυτοματισμού. Με άλλα λόγια, έχουμε δημοκρατία, αλλά οι πολιτικοί μας εκπρόσωποι δεν έχουν πλέον τη «μαγική ιδιότητα» να κατανοήσουν ή να ελέγξουν τις εξελίξεις. Αυτή την ιδιότητα την έχουν οι τεχνοκράτες. Αποτέλεσμα: Μαζική άγνοια και αδυναμία ελέγχου.

2) Δεύτερον, κάθε εναλλακτική πρόταση είναι στη βάση της λαϊκισμός, αφού δεν είναι τεχνοκρατικά άρτια. Οπότε, ο μέσος πολίτης νιώθει ότι δεν είναι αρκετά ειδικός για να κατανοήσει ή να κρίνει τις πολιτικές του μνημονίου. Ξέρει μόνο τι έχασε και υπολογίζει τι έχει ακόμα να χάσει.

Το τεχνοκρατικό επιχείρημα είναι, όμως, τελικά απλό. Πρέπει να παράξουμε πλούτο πριν τον αναδιανείμουμε. Όταν ο πλούτος παραχθεί, με την κατανάλωση και τις επενδύσεις, θα διαχυθεί στο φτωχότερο – άτομο, περιφέρεια, χώρα – αρκεί βέβαια να μεγαλώνει η πίτα. Δηλαδή, υιοθετούμε τον αμερικανικό μύθο του κύματος πλούτου που θα σηκώσει όλες τις βάρκες, ή τις σταγόνες ευμάρειας που πέφτουν από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Απαντούμε παντού τις ίδιες επικεφαλίδες: «ανταγωνιστικότητα» και (αναγκαίες πάντα) μεταρρυθμίσεις.

Έτσι, πεθαίνει το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο, όχι επειδή παραδώσαμε κρατική κυριαρχία, αλλά επειδή οι ρυθμιστικές εξουσίες του κράτους εξαϋλώθηκαν αντί να μεταβιβαστούν στις Βρυξέλλες. Παντού, εξάλλου, η δυνατότητα στρατηγικής παρέμβασης στην οικονομία απαξιώνεται συνολικά ως κρατισμός ή νέο-σοβιετισμός.

• Κάνουμε έτσι για παράδειγμα πολιτική flexicurity με έμφαση στο flex, συνηγορώντας στην κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τη μείωση εισφορών, την αντικατάσταση της ανεργίας με την υπο-απασχόληση. Στην Ελλάδα αυτό γίνεται βίαια με το μνημόνιο, στην Γερμανία έγινε σταδιακά με την Ατζέντα 2000. Όποιος διαφωνεί, είναι κρατιστής. Δεν είναι όμως τυχαίο ότι σύμφωνα με τελευταία μελέτη του ΟΟΣΑ στη Δανία, την πατρίδα του flexicurity, αποδεικνύεται ότι ο ρόλος του κράτους και της κοινωνικής προστασίας παραμένει κεντρικός.

Ας παρατηρήσουμε την άνοδο της Ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, παντού και όχι μόνο στη χειμαζόμενη από την κρίση Ευρώπη. Κόμματα όπως το Vlaams Block και το Front Nationale, είναι πολύ διαφορετικά: το ένα εκφράζει ένα ακραίο εθνικισμό περιφέρειας, το δεύτερο ένα ακραίο ρεπουμπλικανισμό. Τα Jobik/Ataka/Χρυσή Αυγή και το κόμμα του Geert Wielder δεν έχουν τις ίδιες καταβολές. Τα πρώτα είναι εθνικοσοσιαλιστικά, το δεύτερο είναι ακραία νεοφιλελεύθερο. Με άλλα λόγια, τα κόμματα που αποκαλούμε ακροδεξιά είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Γιατί λοιπόν γιγαντώνονται στην παρούσα συγκυρία ταυτόχρονα;

O ψηφοφόρος, απογυμνωμένος από ουσιαστικές εναλλακτικές, κάνει τελικά δύο επιλογές: απέχει ή στρέφεται στην ακροδεξιά

Η αποχή είναι μια δημοκρατική αυτοκτονία, ενσυνείδητη ή ασυνείδητη, που βασίζεται στην άγνοια ή στην βαθειά γνώση. Η ψήφος, όμως, στην ακροδεξιά έχει διπλή σημασία:

Πρώτον, αποτελεί ενεργητική απόρριψη επιλογών δια της αναζήτησης αποδιοπομαίου τράγου: αν εκλείψει ο κακός μετανάστης, η κακή και τεμπέλικη χώρα ή περιφέρεια, δε χρειάζεται να επιλέξουμε. Ο ρατσισμός είναι έκφραση δύναμης πολύ φοβισμένων ανθρώπων.

Δεύτερον, αφού αδυνατούμε να χαράξουμε ένα άλλο δρόμο αλληλεγγύης μεταξύ πολιτών, αναζητούμε μια φυλετική/οικογενειακή εστία αλληλεγγύης, είτε μιλάμε για το έθνος-κράτος είτε για μια εθνική περιφέρεια που στρέφεται κατά του κράτους. Ο υπερπατριωτισμός είναι η αναζήτηση αλληλεγγύης, που μπορεί κανείς να παρομοιάσει μόνο με το θρησκευτικό φανταμενταλισμό. Ενίοτε δε, τα δυο φαινόμενα διαπλέκονται.

Και αυτή είναι η ουσία της κρίσης της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας.

Ποιος λοιπόν πρέπει να είναι ο στόχος; Έχουμε ευθύνη να αποκαταστήσουμε σε Ευρωπαϊκό πλαίσιο τις αναδιανεμητικές εξουσίες που πήραμε από το κράτος. Χωρίς αναδιανομή θα έχουμε μια ζούγκλα κοινωνικής, περιφερειακής και κρατικής ανισότητας, από την οποία καμία τεχνοκρατική σοφιστεία δε θα μπορεί να μας προφυλάξει. Υπό αυτό το πρίσμα, ίσως μια καταστροφή να ήταν καταλυτική για την ανασύνταξη μας, αλλά όλοι ελπίζουν ότι δε θα είναι η δική τους. Αυτός είναι ο λόγος που η απάντηση της σοσιαλδημοκρατίας στην κρίση ήταν μια σειρά μικρών συμβιβασμών, που σωρευτικά, μαζί με τη νεοφιλελεύθερη επίθεση, οδηγούν στην απαξία του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου, τη συρρίκνωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και την αποσάθρωση της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας. Ένα είναι σίγουρο: μπορεί να υπάρξει μια δημοκρατία χωρίς μεσαία τάξη, αλλά δε θα είναι μια Ευρωπαϊκή Δημοκρατία.

Για να μην παρεξηγηθώ: το μνημόνιο για την Ελλάδα ή τις άλλες χώρες ήταν μονόδρομος, ένα αναγκαίο κακό για να μην καταρρεύσει η χώρα. Από την άλλη, η εξιδανίκευση του από ορισμένους κύκλους και μάλιστα σοσιαλδημοκρατικούς, είναι λάθος και απόλυτη αποδοχή της ηγεμονίας της δεξιάς, συντηρητικής ρητορικής και ιδεολογίας. Οι επιλογές μονόπλευρης λιτότητας σε ένα αντιαναπτυξιακό πλαίσιο που αποκλείουν την αναδιανομή δεν είναι σε καμιά περίπτωση κάτι το τεχνοκρατικά ουδέτερο και όπως προανέφερα, σε τελική ανάλυση δυναμιτίζει τη δημοκρατία.

Συμπερασματικά:

Το μνημόνιο, εκφράζει τη λογική μιας κοινωνίας όπου ισχύει το δίκαιο του ισχυρού: που έχει πρόσβαση σε offshore, σε διεθνή χρηματοπιστωτικά κέντρα, προνομιακή θέση στην τοπική αγορά και εκβιαστική εξουσία στην αγορά εργασίας. Αλλά αυτό είναι δυνατόν επειδή έχουμε μια Ευρώπη που για δυο δεκαετίες απογυμνώνει τις δυνάμεις παρέμβασης του κράτους και, ιδιαίτερα, τον αναδιανεμητικό του ρόλο, χωρίς να τον υποκαθιστά με Ευρωπαϊκές εξουσίες. Δεν πρόκειται λοιπόν για παράδοση κυριαρχίας αλλά για εξαΰλωση εξουσίας, για την απορρύθμιση όχι την μεταρρύθμιση, που νομιμοποιείται στη βάση μιας μυθολογικής ατομικής ευκαιρίας που υποτίθεται όλοι έχουμε.

Η νίκη της ακροδεξιάς δεν είναι απλώς εκλογική. Η νίκη είναι όταν ο Σαρκοζύ προσπαθεί να ανταγωνιστεί το FN, ο Κάμερον το UKIP και ο Σαμαράς την Χρυσή Αυγή. Όταν υιοθετεί την ατζέντα και τη ρητορική της, η Ευρώπη κινδυνεύει να βουλιάξει. Οι σοσιαλδημοκράτες, έχουμε ευθύνη να αποκαταστήσουμε σε Ευρωπαϊκό πλαίσιο τις εξουσίες που πήραμε από το κράτος και να αποκαταστήσουμε τη συνοχή. Να αρνηθούμε το νόμο της ζούγκλας. Αλλιώς, το πλήγμα στη δημοκρατία θα είναι ανεπανόρθωτο. Και τελικά: πιστεύω ότι μόνο με συναινέσεις και κοινή στάση, όσων θεωρούν ότι η μάχη για τη δημοκρατία πρέπει να δοθεί και να κερδηθεί, μπορεί το ευρωπαϊκό σχέδιο να έχει μέλλον.

Δυστυχώς, ζούμε σε εποχές που τίποτα πια δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο.

.

 

.


.

Ομιλία στην εκδήλωση του Δικτύου για την μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, στις 22/1/2014

.