Για ποιόν δεν χτυπά η καμπάνα

Μαριλένα Κοππά 17 Ιαν 2014

Υπάρχουν προβλήματα που είναι ανήθικα, όπως το δημοσιοοικονομικό και εμπορικό έλλειμμα της Ελλάδας. Και υπάρχουν προβλήματα που όλοι θα θέλαμε να έχουμε, όπως το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας, που φυσικά είναι ηθικά ουδέτερο.

Όπως όλοι πλέον γνωρίζουμε, η υποτίμηση του νομίσματός μας δεν είναι δυνατή εντός της Ευρωζώνης. Και έτσι έχουμε προχωρήσει σε μια πολιτική εσωτερικής υποτίμησης. Την ίδια στιγμή, επειδή ο Νότος έχει ανάγκη χρήματος, η διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα διατηρεί τη γερμανική ανάπτυξη σε πρωτόγνωρα επίπεδα, με ένα Γερμανικό Ευρω-Μάρκο εμφανώς υποτιμημένο. Στις ΗΠΑ, οι υπερσυντηρητικοί ρεπουμπλικάνοι κατηγορούσαν για χρόνια την Κίνα ότι διατηρούσε για χρόνια το νόμισμά της υποτιμημένο, δημιουργώντας ένα εμπορικό πλεόνασμα εις βάρος των ΗΠΑ, που αποτελεί μια μορφή αθέμιτου ανταγωνισμού.

Το πρόβλημα είναι ότι το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας ήταν 260 δις δολάρια το 2013, ενώ της Κίνας «μόλις» 195. Άρα, μάλλον η κατηγορία του αθέμιτου ανταγωνισμού έχει μια κάποια βάση. Ήδη η Ουάσιγκτον έχει ασκήσει κριτική, κατηγορώντας τη Γερμανία ότι σε μεγάλο βαθμό ευθύνεται για την αδυναμία ανάκαμψης της Ευρωζώνης και βάζει σε κίνδυνο την παγκόσμια οικονομία. Φυσικά, κανείς δεν προτείνει στη Γερμανία τη μείωση των εξαγωγών.

Για να επιλύσει κανείς αυτό το «πρόβλημα», υπάρχουν δυο λύσεις.

Η πρώτη είναι η αύξηση των μισθών και των εισφορών εντός της Γερμανίας, προκειμένου να αυξηθούν οι εισαγωγές (αγαθών και υπηρεσιών). Ας πούμε ότι αυτό ονομάζεται «εσωτερική υπερτίμηση». Ακόμα και εάν οι εισαγωγές της Γερμανίας δεν προέρχονταν από την Ευρωπαϊκή Περιφέρεια, σίγουρα η αυξημένη καταναλωτική ισχύς θα ωφελούσε τον τουρισμό και θα αποδυνάμωνε το Ευρώ. Και τα δυο αυτά αποτελέσματα θα είχαν άμεσα ευεργετικά αποτελέσματα.

Σε κάθε περίπτωση, κάτι θα έπρεπε να κάνει η Επιτροπή, σχετικά αυτόματα. Και αυτό διότι η Συνθήκη του Μάαστριχτ προβλέπει ότι πλεόνασμα άνω του 4% πρέπει να συνοδεύεται από μια Έκθεση της Επιτροπής, συστάσεις και, τελικά, την επιβολή μέτρων. Λέγεται ότι το καμπανάκι στην πραγματικότητα χτυπά κάπου στο 6%, αλλά το 2013 το γερμανικό πλεόνασμα έκλεισε στο 7,3% και η πρόβλεψη για το 2014 είναι 7,4%.

Ούτε καμπανάκι, ούτε γκονγκ, ούτε καν ξυπνητήρι δεν έχει ακουστεί στις Βρυξέλλες, ενώ στις αμερικανικές αντιδράσεις ο κύριος Σόιμπλε αντέδρασε με τη δήλωση ότι η Γερμανία δε θα κάνει καμία απολύτως προσαρμογή πολιτικής. Στο μεταξύ, η νέα κυβέρνηση ξημεροβραδιαζόταν και οι Χριστιανοδημοκράτες κονταροχτυπιόντουσαν με τους Σοσιαλδημοκράτες για το εάν πρέπει ή όχι να γίνει αύξηση του κατώτατου μισθού, που μπορεί να βλάψει την ανταγωνιστικότητα. Για να το πούμε απλά, η κρίση στο Νότο και η διατήρηση χαμηλών για τα γερμανικά δεδομένα επιτοκίων και συναλλαγματικών ισοτιμιών πυροδοτεί μια παρασιτική προς το Νότο φούσκα, στην οποία θα όφειλε να αντιδράσει η Επιτροπή, αλλά δεν το κάνει.

Και το ερώτημα εδώ είναι απλό: εάν δειλιάζει η Επιτροπή που ακόμα ψιθυρίζει τις «ανησυχίες» της, θα τολμήσει η Προεδρία; Και εάν δειλιάζει η Προεδρία, μήπως, αφού την Ελληνική ακολουθεί η Ιταλική Προεδρία, θα μπορούσαν να προβούν σε μια κοινή δήλωση, ενδεχομένως από κοινού με Πορτογαλία και Ισπανία, ή μήπως μια τέτοιου είδους συνεννόηση αφορά μόνο των έλεγχο των συνόρων;

Μια δεύτερη λύση, που συνάδει με το Ομοσπονδιακό πνεύμα που κάποτε υποστήριζε η Γερμανία είναι επίσης απλή: αναδιανομή. Θα μπορούσε κανείς να προτείνει τη μεταβίβαση πόρων από τη Γερμανία στον κοινοτικό προϋπολογισμό, είτε για την καταπολέμηση της ανεργίας, είτε για την κατασκευή υποδομών. Μια τέτοια διαδικασία θα ήταν φυσικό επακόλουθο μιας ομόσπονδης πολιτικής που προωθεί την ισόρροπη ανάπτυξη, ή μήπως όχι; Η ιδέα δεν είναι πρωτάκουστη στις Βρυξέλλες, μόνο που κάθε συζήτηση συνοδεύεται με την επιταγή για μέτρα. Μπορεί όμως μια χώρα που απολαμβάνει συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού να απαιτεί μέτρα;

Τελικά, προτείνεται η μη λύση αυτού του ευχάριστου προβλήματος, όπως και στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η Επιτροπή απλά αγνόησε τα ελλείμματα άνω του 3% της Γαλλίας και της Γερμανίας. Μεταξύ άλλων, κάτι τέτοια γεγονότα αυξάνουν τον Ευρωσκεπτικισμό, ή μήπως όχι;