Και ξαφνικά μας αναγκάζουν να βαθμολογήσουμε τη βία. Οχι με βάση το επίπεδο βαρβαρότητάς της, που είναι αυτονόητο, αλλά ανάλογα την πολιτική της καταγωγή. Και να πρέπει να αποφανθούμε ποιας πολιτικής απόχρωσης βία είναι πιο επιβλαβής για την κοινωνία γιατί η συζήτηση βολεύει τα πολιτικά σχέδια ενός κόμματος. Αλλου κάθε φορά. Σήμερα της Νέας Δημοκρατίας και του αρχηγού της, ο οποίος άνοιξε απρόκλητος το θέμα και δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη η άτοπη θέση που πήρε. Λοιπόν, τα τελευταία χρόνια, κύριε Μητσοτάκη, η φασιστική βία της Χρυσής Αυγής είναι χωρίς αμφιβολία αυτή που αποτελεί το μεγαλύτερο καρκίνωμα της Δημοκρατίας.
Μοιάζει λίγο με αντιστροφή της εικόνας σε σχέση με το παρελθόν, τότε που οι φιλοαριστερές δυνάμεις είχαν σχετικοποιήσει την τρομοκρατική αριστερή βία ενώ ήταν η κυρίαρχη απειλή της δημοκρατικής γαλήνης, πάλι για να να μαζέψουν ψήφους στα θολά νερά των αριστερών απωθημένων. Και είναι και στις δύο περιπτώσεις αντιστροφή της πραγματικότητας, να υποβαθμίζουν την πιο απειλητική βία της κάθε εποχής, διαπαιδαγωγώντας την κοινωνία στην ανοχή της. Της τρομοκρατίας τότε, της Χρυσής Αυγής σήμερα.
Γιατί αυτή ακριβώς είναι η ουσιωδέστερη παράμετρος που καθορίζει την επικινδυνότητα της βίας. Η λαϊκή αμεριμνησία ή και επιδοκιμασία. Παλιά η κινητήρια δύναμη της τρομοκρατίας ήταν η φαντασίωση της λαϊκής ηρωοποίησης, κάτι που ακουσίως υπέθαλπε κομμάτι του αριστερόστροφου δημοσίου λόγου και του φιλικού του Τύπου. Σήμερα οι νεοναζί αποθρασύνθηκαν όταν ένιωσαν ότι η βαρβαρότητά τους βρίσκει απήχηση σε ένα καθόλου ευκαταφρόνητο κομμάτι της κοινωνίας
Και ξαφνικά μας αναγκάζουν να βαθμολογήσουμε τη βία. Οχι με βάση το επίπεδο βαρβαρότητάς της, που είναι αυτονόητο, αλλά ανάλογα την πολιτική της καταγωγή. Και να πρέπει να αποφανθούμε ποιας πολιτικής απόχρωσης βία είναι πιο επιβλαβής για την κοινωνία γιατί η συζήτηση βολεύει τα πολιτικά σχέδια ενός κόμματος. Αλλου κάθε φορά. Σήμερα της Νέας Δημοκρατίας και του αρχηγού της, ο οποίος άνοιξε απρόκλητος το θέμα και δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη η άτοπη θέση που πήρε. Λοιπόν, τα τελευταία χρόνια, κύριε Μητσοτάκη, η φασιστική βία της Χρυσής Αυγής είναι χωρίς αμφιβολία αυτή που αποτελεί το μεγαλύτερο καρκίνωμα της Δημοκρατίας.
Μοιάζει λίγο με αντιστροφή της εικόνας σε σχέση με το παρελθόν, τότε που οι φιλοαριστερές δυνάμεις είχαν σχετικοποιήσει την τρομοκρατική αριστερή βία ενώ ήταν η κυρίαρχη απειλή της δημοκρατικής γαλήνης, πάλι για να να μαζέψουν ψήφους στα θολά νερά των αριστερών απωθημένων. Και είναι και στις δύο περιπτώσεις αντιστροφή της πραγματικότητας, να υποβαθμίζουν την πιο απειλητική βία της κάθε εποχής, διαπαιδαγωγώντας την κοινωνία στην ανοχή της. Της τρομοκρατίας τότε, της Χρυσής Αυγής σήμερα.
Γιατί αυτή ακριβώς είναι η ουσιωδέστερη παράμετρος που καθορίζει την επικινδυνότητα της βίας. Η λαϊκή αμεριμνησία ή και επιδοκιμασία. Παλιά η κινητήρια δύναμη της τρομοκρατίας ήταν η φαντασίωση της λαϊκής ηρωοποίησης, κάτι που ακουσίως υπέθαλπε κομμάτι του αριστερόστροφου δημοσίου λόγου και του φιλικού του Τύπου. Σήμερα οι νεοναζί αποθρασύνθηκαν όταν ένιωσαν ότι η βαρβαρότητά τους βρίσκει απήχηση σε ένα καθόλου ευκαταφρόνητο κομμάτι της κοινωνίας