Α. Το Κράτος στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πλαίσιο
Από πολλές πλευρές προβάλλεται το αίτημα για ανάκτηση της «αυτονομίας της πολιτικής» από ένα ανανεωμένο και πλήρως αναδιοργανωμένο Εθνικό Κράτος, το οποίο θα μπορεί να ανταποκριθεί στον ρόλο ενός δημοκρατικού και αποτελεσματικού «Κράτους-Στρατηγείου», με ισχυρούς θεσμούς αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης, καθώς και αναβαθμισμένες ρυθμιστικές και ελεγκτικές λειτουργίες.
Β. Οι γενετικές παθογένειες του Ελληνικού Κράτους
Το ελληνικό Κράτος χαρακτηρίζεται από ορισμένες «γενετικές» παθογένειες (συγκεντρωτική και πελατειακή παράδοση, ανορθολογική λειτουργία, περιορισμένη διοικητική ικανότητα, νομικισμός, κομματοκρατία, ευνοιοκρατία, διαπλοκή). Στα συντρίμμια των Τεμπών αντανακλώνται όλες αυτές οι στρεβλώσεις και υστερήσεις του πολιτικοδιοικητικού μας συστήματος, γεγονός που οριοθετεί με έναν απολύτως τραγικό τρόπο τη μεταρρυθμιστική ατζέντα για τη ριζική αλλαγή του μοντέλου διακυβέρνησης. Η αδιανόητη εξέλιξη στα Τέμπη δεν τραυματίζει απλώς την εικόνα μιας εκσυγχρονιστικής κυβέρνησης ή το αυτάρεσκο αφήγημα της “αυτοδύναμης Ελλάδας”, αλλά θρυμματίζει πλήρως το αίσθημα εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο οργανωμένο κράτος ως συλλογικού εγγυητή της ασφάλειας και της ζωής τους. Η σύγκρουση αποκαλύπτει ένα «κοινό μυστικό»: ότι το κράτος μας είναι απολύτως ανεπαρκές σε μια σειρά από ζωτικούς τομείς για την ασφάλεια και τη ζωή των πολιτών, των οποίων δεν υποπτευόμαστε ούτε την έκταση ούτε το βάθος. Μοιραία επανέρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση των αρχών της δεκαετίας του ’90 για το «κούφιο» (Hollow State) ή το «αποτυχημένο» (Failled State) κράτος, που απολήγει στην προτεραιότητα μιας ριζικής διοικητικής μεταρρύθμισης.
Η εμμονή, ωστόσο, στην ανάδειξη γενικώς των “διαχρονικών παθογενειών” του νεο-ελληνικού κράτους, ακόμη και όταν δεν συνδέεται με τακτικές μετατόπισης ευθυνών από συγκεκριμένους δρώντες σε βολικά απρόσωπα «αίτια» είναι προβληματική. Διότι ναι μεν δομικοί παράγοντες και διαχρονικές κακοδαιμονίες στον τομέα της οργάνωσης και της επιχειρησιακής επάρκειας του Δημοσίου προκαλούν συνδυαστικά την τραγωδία, πλην όμως απαιτείται η η ακτινογραφία της επίδρασης του κάθε αιτίου, αν θέλουμε να απλοποιηθεί η απόδοση συγκεκριμένων ευθυνών σε οργανωσιακό και πολιτικό επίπεδο.
Επίσης, η επισήμανση των υστερήσεων του σημερινού αναχρονιστικού κράτους θα παρέμενε ημιτελής και “αδιάφορη”, εάν δεν συνδυαζόταν με τη σκιαγράφηση μιας μεταρρυθμιστικής πρότασης για τη θεραπεία των παθογόνων εστιών, άλλοτε μέσω της ανάταξης ή του εκσυγχρονισμού βασικών κρατικών λειτουργιών («προσαυξητικό μοντέλο») άλλοτε με τη ριζική αναμόρφωση του μοντέλου διακυβέρνησης της χώρας, που συνδέεται με δομικές ή διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (Τα κόμματα του προοδευτικοί χώρου δεν άδραξαν αυτή την ευκαιρία).
1. Απουσία συνολικού κεντρικού σχεδιασμού. Η ασφάλεια αποτελεί πρωταρχικό δημόσιο αγαθό. Άρα, ο σχεδιασμός και η εποπτεία των σχετικών πολιτικών θα έπρεπε να ανήκουν στον “σκληρό πυρήνα” του κράτους. Ο ενιαίος και τεκμηριωμένος προγραμματισμός για την κάλυψη των αναγκών, η εφαρμογή μεταβατικών σχεδίων ελλείψει σύγχρονων τεχνολογιών και ο σχεδιασμός “συγχωρητικών συστημάτων”, που μετριάζουν τις επιπτώσεις του ανθρώπινου σφάλματος εμπίπτουν στα καθήκοντα των κεντρικών υπηρεσιών (προγραμματικό κράτος -στρατηγείο).
2. Απουσία ανεξάρτητου ρυθμιστή. Για να μην εκφυλίζονται οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές ασφάλειας σε γραφειοκρατικές διατυπώσεις, οι Ανεξάρτητες Αρχές που ασκούν τον ρόλο της “Εθνικής Αρχής Ασφαλείας” θα έπρεπε να έχουν στελεχωθεί αξιοκρατικά και να εξοπλιστούν με ουσιαστικές αρμοδιότητες και επαρκές προσωπικό. (ΑΑ που νομιμοποιούν και αναπαράγουν κομματικό γραφειοκρατισμό).
3. Αδυναμία συντονισμού των εμπλεκόμενων φορέων. Η προβληματική συνεργασία ΟΣΕ- ΕΡΓΟΣΕ, που ευθύνεται για την καταστροφική διαχείριση της Σύμβασης 717, οφειλόταν στην οργανωτική “περιχαράκωση” και τον ανταγωνισμό τους για την παραλαβή των έργων. Απουσίαζε ο τελικός ολοκληρωτής του συστήματος, που θα συντόνιζε τα εμπλεκόμενα μέρη και θα χάρασσε τον “οδικό χάρτη” της συλλειτουργίας τους (Πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, ΟΟΣΑ).
4. Προβληματική εσωτερική λειτουργία. Απουσίαζαν οι εσωτερικές εγγυήσεις ασφαλούς λειτουργίας του δικτύου, η σοβαρή τεκμηρίωση των αποφάσεων με συγκεκριμένα δεδομένα και προκαθορισμένους στόχους, τα αξιόπιστα “πρωτόκολλα λειτουργίας” και οι αποτελεσματικοί διοικητικοί αυτοματισμοί (πολιτική προστασία).
5. Απουσία αξιοκρατικών επιλογών και αξιολόγησης. Η κάλυψη των «κρίσιμων θέσεων ασφάλειας» δεν συνάδει ούτε με έκτακτες διαδικασίες στελέχωσης ούτε με εκπτώσεις στις προδιαγραφές και τα προσόντα της κάθε κρίσιμης θέσης. Οι αξιοκρατικές αξιολογήσεις θα έπρεπε να εφαρμόζονται σε όλα τα στάδια του κύκλου στελέχωσης (επιλογή, εκπαίδευση, πιστοποίηση, ανάθεση καθηκόντων, αξιολόγηση απόδοσης). Έκτακτη στελέχωση σημαίνει πελατειασμός και κομματοκρατία. (παντού σήμερα έκτακτη στελέχωση).
6. Αδιαφάνεια, διαπλοκή, αποτυχία ελέγχων. Τα φαινόμενα αδιαφάνειας στη διαχείριση των συμβάσεων ενισχύονται από την αποτυχία των προληπτικών και των κατασταλτικών ελέγχων. Το αμαρτωλό τρίγωνο της διαπλοκής (ΟΣΕ - ΕΡΓΟΣΕ – Ανάδοχοι) “εργαλειοποιεί” τους κανόνες της χρηστής διαχείρισης και δημιουργεί ένα πολυσύνθετο πλαίσιο διαπραγμάτευσης ωφελημάτων, που εξηγεί την παροιμιώδη “απάθεια” στα διαδοχικά σήματα κινδύνου.
7. Κακή χρήση των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Καθώς οι σιδηροδρομικές μεταφορές ρυθμίζονται με εθνικές στρατηγικές, ο πελατειακός ή επικοινωνιακός αυτοσχεδιασμός κατισχύει της ορθολογικής ιεράρχησης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τις δράσεις ψηφιακού εκσυγχρονισμού. (αναπτυξιακό κράτος).
Η ΕΕ, παρά τα 3 δισ. που έχει διαθέσει, εμφανίζεται απρόθυμη να καλύψει τα εγχώρια ρυθμιστικά κενά, μεταφέροντας την ευθύνη της ολοκληρωμένης προσέγγισης στο εθνικό επίπεδο.
Συμπέρασμα: Σε ένα επιχειρησιακά αδύναμο, πελατειακά διαβρωμένο και διεφθαρμένο, ασυντόνιστο και πολυδιασπασμένο σύστημα, ρόλο εγγυητή “ολοκληρωτή” μπορούν να αναλάβουν μόνο οι θεσμοί ενός σύγχρονου “Αναπτυξιακού Κράτους – Στρατηγείου” που θα χαράσσουν την εθνική στρατηγική για ασφαλείς μεταφορές. Εδώ, όμως, ξεκινάει μια άλλη ιστορία…
Γ. Τι Κράτος θέλουμε
«Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρύθμισης του Κράτους»
Η οργάνωση του παρεμβατικού ρόλου του Κράτους αποτελεί βασική προτεραιότητα της σύγχρονης διακυβέρνησης για να επιτευχθούν ο έλεγχος της αγοράς, η προστασία των δημόσιων αγαθών και οι αναγκαίες προσαρμογές στις ραγδαίες τεχνολογικές ανακατατάξεις. Απαιτείται η πλήρης οργανωτική αναδιάρθρωση του κράτους, κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται τόσο στον ρόλο του ευέλικτου και αποτελεσματικού «κράτους στρατηγείου». Αυτό σημαίνει καταμερισμό έργου, μεταξύ επιτελικού σχεδιασμού και εκτέλεσης, αποκέντρωση της εκτέλεσης, αναβάθμιση προσωπικού και λειτουργιών με ευρηματικό τρόπο και αντιγραφειοκρατικές τομές που θα προκαλέσουν στους πολίτες την αίσθηση ότι κάτι επιτέλους κινείται. Απαιτείται μια πολλαπλή μεταρρύθμιση της αποστολής του Κράτους (οργανωτική, λειτουργική, χωρική, γνωστική, τεχνολογική, αξιακή).
Το Δημοκρατικό και Αποτελεσματικό Κράτος είναι συγχρόνως:
1. Κράτος-Στρατηγείο
2. Αποκεντρωμένο Κράτος
3. Ποιοτικό Κράτος στην υπηρεσία των πολιτών
4. Κράτος Αξιοκρατίας και Αξιολόγησης
5. Συμμετοχικό και διαφανές Κράτος
6. Αναπτυξιακό Κράτος
1. Το Κράτος-Στρατηγείο της προγραμματικής διακυβέρνησης
«Δεν είναι εύκολο να αλλάξεις, όταν χαλάσεις εντελώς». Ο γνωστός στίχος του Άκη Πάνου συνοψίζει με εξαιρετικά εύγλωττο τρόπο την παρούσα φάση του πάλαι ποτέ κραταιού αφηγήματος περί Επιτελικού Κράτους. Η έννοια του Επιτελικού Κράτους έχει αρχίσει να καταγράφεται στη συνείδηση των πολιτών ως συνώνυμη είτε της αδιαφανούς και υπερσυγκεντρωτικής άσκησης της εξουσίας είτε, ακόμη χειρότερα, της ασύδοτης δράσης κυκλωμάτων γύρω από τον Πρωθυπουργό. Η ιδέα μιας κρατικής οργάνωσης που οριοθετεί τη δράση του Πρωθυπουργού και εξουδετερώνει τα ανέλεγκτα παράκεντρα εξουσίας, φαντάζει περίπου γελοιογραφική. Τα «ξεροκέφαλα γεγονότα» παραπέμπουν αντιθέτως στην παντελώς ανύπαρκτη στοχοθεσία σε επίπεδο μονάδων του Δημοσίου, στο χάος του διυπουργικού συντονισμού (παραπάνω από αισθητό στις φυσικές καταστροφές), στην κραυγαλέα απουσία τεκμηρίωσης των πολιτικών και την εξοργιστική παραβίαση των «αρχών καλής νομοθέτησης», στο ναυάγιο της αξιολόγησης.
«Ένα ολόκληρο μοντέλο συγκεντρωτικής άσκησης της εξουσίας δείχνει να εξαντλεί τα όριά του», καθώς «το μείγμα αίσθησης παντοδυναμίας και ακρισίας μοιάζει ανεξέλεγκτο» (Βενιζέλος). Δεν είναι λίγες οι φωνές που ενοχοποιούν το πρωθυπουργοκεντρικό ή συγκεντρωτικό μοντέλο διακυβέρνησης για τα υπαρκτά δημοκρατικά και δικαιοκρατικά ελλείμματα, καθώς ο Πρωθυπουργός, ως επικεφαλής ενός πανίσχυρου «μεικτού μηχανισμού», κυβερνητικού και κομματικού, προβάλλει ως ένα παντελώς ανέλεγκτο κέντρο εξουσίας.
Τα συστατικά αυτού του «εκρηκτικού μείγματος» θεσμικών προδιαγραφών και πολιτικο-ιδεολογικών επιλογών (έλλειψη αντιβάρων, συγκεντρωτική διακυβέρνηση, προσωποπαγής άσκηση της εξουσίας, ολιγαρχική οργανωτική ιδεολογία), μοιραία προκαλούν μια επιζήμια αίσθηση παντοδυναμίας, απουσίας ορίων και άρνησης θεσμικής αυτοσυγκράτησης. Και ενώ είναι μάλλον υπερβολικό να γίνεται λόγος για διάρρηξη του «δημοκρατικού consensus» της Μεταπολίτευσης, έχει κλονιστεί σημαντικά η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς διακυβέρνησης.
Διαχωρισμός στρατηγικών – εκτελεστικών αρμοδιοτήτων:
· Πρόκειται για τη δημιουργία ενός λιτού Κράτους-Στρατηγείου, που θα διαμορφώνει τις προγραμματικές κατευθύνσεις της κυβερνητικής πολιτικής, προκειμένου να δοθεί στην Κεντρική Διοίκηση η ικανότητα να εκτελεί αποκλειστικά «στρατηγικές λειτουργίες» για την εξειδίκευση της γενικής πολιτικής της Κυβέρνησης, που αφορούν τη διαμόρφωση, την παρακολούθηση, τον έλεγχο και την αξιολόγηση των πολιτικών του κάθε Υπουργείου.
· Παράλληλα, οι «εκτελεστικές» λειτουργίες και αρμοδιότητες, που συνδέονται με την εφαρμογή των δημοσίων πολιτικών, μεταφέρονται στα καθ’ ύλην αποκεντρωμένα Νομικά Πρόσωπα του Δημοσίου και την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Β. Εσωτερική Οργάνωση Υπουργείων: Το «Κράτος-Στρατηγείο» απαρτίζεται από «Υπουργεία-Στρατηγεία». Πρωταρχικό μέλημα είναι ο αυστηρός διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων και η αντιστοίχισή τους σε διακριτές οργανωτικές μονάδες.
2. Το Αποκεντρωμένο Κράτος της Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης
Α. Πολυεπίπεδη και αποκεντρωμένη Διακυβέρνηση
Στην «πολυεπίπεδη διακυβέρνηση», η κρατική δράση αποτελεί τη συνισταμένη της συνεργασίας πολλαπλών διοικητικών επιπέδων. Στο πλαίσιο αυτό, η Διοίκηση πρέπει να έχει λιτή δομή τριών επιπέδων με α) Κεντρική Διοίκηση (με κεντρικά και περιφερειακά όργανα), β) καθ΄ ύλην αποκεντρωμένες υπηρεσίες και γ) Περιφερειακή και Δημοτική Αυτοδιοίκηση.
Β. Κατανομή αρμοδιοτήτων σε Κεντρική Διοίκηση, Αυτοδιοίκηση, Αποκεντρωμένη Διοίκηση
Ο σχεδιασμός, η παρακολούθηση και ο διορθωτικός έλεγχος των εθνικών δημόσιων πολιτικών ανήκουν αποκλειστικά στην Κεντρική Διοίκηση. Από την άλλη πλευρά, η εκτέλεση ή εφαρμογή των εθνικών δημόσιων πολιτικών, δηλαδή η εξειδίκευση και η υλοποίησή τους κατανέμονται στην καθ’ ύλην Αποκέντρωση (δημόσια νομικά πρόσωπα) και την Αυτοδιοίκηση.
Ενίσχυση της Αυτοδιοίκησης: α) Αποσαφηνίζεται ο ρόλος των δήμων και των περιφερειών στο σύστημα πολυεπίπεδης διακυβέρνησης. β) Ο δήμος εξοπλίζεται με την ικανότητα να υλοποιεί τοπικές δημόσιες πολιτικές, τηρώντας κανόνες ορθής και διαφανούς διαχείρισης. γ) Αναβαθμίζονται οι διαδικασίες του «δημοκρατικού προγραμματισμού» της τοπικής-περιφερειακής ανάπτυξης
3. Κράτος στόχων και αποτελεσμάτων στην υπηρεσία των πολιτών (Πολιτο-κεντρικό Κράτος)
Η αξία του διοικητικού ορθολογισμού δεν διέπει τη λειτουργία της ελληνικής κρατικής μηχανής. Οι ευγενείς ιδέες περί σύγχρονου κράτους προσαρμόζονται συχνά στο καλούπι των προνεωτερικών εθισμών. Βεβαίως, το κράτος αλλάζει, έστω και βραδέως είτε με εγχώρια ερεθίσματα (χρεοκοπία, ατυχήματα), είτε από εξωτερικές πιέσεις (ΕΕ, δανειστές). Στην περίπτωση του ελληνικού Κράτους, η «διοικητική μεταρρύθμιση» φαντάζει ιδιαίτερα πολύπλοκη άσκηση. Δεν αρκεί η γενναία πολιτική βούληση, όσο ο μεταρρυθμιστικός ζήλος υποτιμά τον ρόλο των «τεχνικών ζητημάτων» και οι τολμηρές νομοθετικές αλλαγές προωθούνται χωρίς διαβούλευση, τεκμηρίωση και επιχειρησιακό σχέδιο για την υλοποίησή τους.
Το ερώτημα που έχει τεθεί με αφορμή την οικονομική κρίση του 2008 ήταν αν οι τεχνοκράτες μπορούν να διαχειριστούν τις δημόσιες υποθέσεις πιο αποτελεσματικά από τους πολιτικούς. Έτσι, σε ορισμένες χώρες, δοκιμάστηκαν «κυβερνήσεις τεχνοκρατών», χωρίς όμως καλύτερα αποτελέσματα. Κλονίστηκε, έτσι, η ιδέα ότι η τεχνοκρατία είναι εναλλακτική επιλογή διαχείρισης σε καθεστώς δημοκρατίας. Στη χώρα μας ανθεί ωστόσο ένας ιδιότυπος «τεχνοκρατικός λαϊκισμός», ο οποίος υποδεικνύει ένα οριζόντιο τεχνοκρατικό κόμμα που θα αντιμετωπίζει πολυσύνθετα φαινόμενα με τη λογική των αναγκαίων και ουδέτερων τεχνοκρατικών λύσεων. Πρόκειται για μια «τεχνοκρατική δημοκρατία», όπου αναγνωρίζεται ο υποβιβασμός του πολιτικού προς όφελος του τεχνικού και υποχωρούν οι θεσμοί της κοινοβουλευτικής και κοινωνικής διαμεσολάβησης. Απέναντι στην αντίληψη αυτή είναι ανάγκη να προασπίσουμε μια αντίληψη για τη διακυβέρνηση ως «ανοικτό σύστημα» που ενσωματώνει την τεχνοκρατική γνώση ως παράγοντα της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και όχι ως υποκατάστατό του. Χρειάζεται, επομένως, να «τεχνοκρατικοποίησουμε την πολιτική», υπό την έννοια της ορθολογικής τεκμηρίωσης των αποφάσεων και της αντίστασης στις πελατειακές και εξωθεσμικές πιέσεις. Αυτή η τεχνοκρατία είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα της δημοκρατίας.
Η Διοίκηση του σύγχρονου κράτους οφείλει να είναι λιτή στη δομή της, για να γίνεται κατανοητή από τους πολίτες και δημοκρατική στη λειτουργία της, για να λογοδοτεί στην Κοινωνία.
Α. Κράτος των αποτελεσμάτων και των τεκμηριωμένων πολιτικών: Βασική επιδίωξη είναι η ανάπτυξη της διοικητικής ικανότητας όλων των φορέων. Κάθε υπηρεσιακή μονάδα πρέπει να μετατραπεί σε κέντρο επίτευξης ποιοτικά ελέγξιμων αποτελεσμάτων, με υποχρέωση λογοδοσίας των παρόχων. Η σύγχρονη διακυβέρνηση αξιοποιεί συστηματικά τα πορίσματα της διοικητικής επιστήμης και την ανάλυση στατιστικών και εμπειρικών δεδομένων για την τεκμηρίωση των δημόσιων πολιτικών και τη βελτίωση της διοικητικής οργάνωσης και λειτουργίας.
Β. Κράτος με τυποποιημένη εσωτερική λειτουργία: Είναι αναγκαίο να προβλεφθούν επακριβώς οι όροι εσωτερικής λειτουργίας της Διοίκησης (το διοικητικό internum).
Γ. Κράτος Ψηφιακής Δημοκρατίας: Ο διαχειριστικός στόχος του «ψηφιακού μετασχηματισμού» του Δημοσίου εμπλουτίζεται με τις αρχές της «Ψηφιακής Δημοκρατίας», της «συμμετοχικής διοίκησης» και της «Ανοικτής Διακυβέρνησης».
4. Κράτος αξιοκρατίας και ουσιαστικής αξιολόγησης
Η κομματικοποίηση του κράτους αποτελεί διαχρονική και σύγχρονη παθογένεια. Ελάχιστες κρίσεις προϊσταμένων πραγματοποιούνται μέσω ΑΣΕΠ, οι κομματικές αναθέσεις κυριαρχούν στις θέσεις ευθύνης, ενώ όλες οι διοικήσεις των οργανισμών αποτελούν κομματικές επιλογές. Το Εθνικό Σχέδιο Κινητικότητας διαβρώνεται από πελατειακές πρακτικές, ενώ ο αριθμός των μετακλητών έχει εκτοξευθεί σε ύψη ρεκόρ. Οι ισορροπίες μεταξύ ευκαιριακών συνεργατών και τυπικής Δημόσιας Διοίκησης πρέπει να επανεξεταστούν.
Α. Επαναπροσδιορισμός της Αξιοκρατίας και επιλογές στο Δημόσιο: Η αξιοκρατία επαναπροσδιορίζεται ως θεμέλιο της δίκαιης κατανομής των θέσεων στο Δημόσιο και ως κεντρική αρχή οργάνωσης και λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης. Στόχος είναι να ολοκληρώνονται σύντομα μέσω ΑΣΕΠ οι διαδικασίες επιλογής των συνολικά 3500 θέσεων ευθύνης στα όργανα της καθ’ ύλην Αποκέντρωσης.
Β. Βασικές αρχές αξιολόγησης δημοσίων υπαλλήλων: Θέσπιση ενός ορθολογικού και αποτελεσματικού συστήματος αξιολόγησης της αποδοτικότητας των δημοσίων υπηρεσιών με αναφορά στο γνωστό σύστημα «Διοίκησης μέσω Στόχων» και σύνδεση αφενός με τον επιχειρησιακό προγραμματισμό του Δημοσίου και αφετέρου με τις «καλές πρακτικές» της κοινωνικής λογοδοσίας.
Γ. Στήριξη των Ανεξάρτητων Αρχών : α) Διασφαλίζεται η διοικητική και οικονομική αυτοτέλειά τους, καθώς και η ευελιξία των προϋπολογισμών τους. β) Αναβαθμίζεται ο κοινοβουλευτικός έλεγχος των ΑΑ και διασφαλίζεται η λογοδοσία τους. γ) Εξαντλείται κάθε δυνατότητα για συνενώσεις νομοθετημένων Ανεξάρτητων Αρχών.
5. Συμμετοχικό και διαφανές Κράτος με κοινωνικό έλεγχο και λογοδοσία
Το Κράτος-Στρατηγείο συνδέει την κρατική δραστηριότητα με την Κοινωνία, οργανώνοντας την «εταιρική σχέση» μεταξύ Κεντρικής Κυβέρνησης, αποκεντρωμένων φορέων και κοινωνικών εταίρων. Αξιοποιεί το «σκανδιναβικό μοντέλο» της λειτουργικής αποκέντρωσης των δημοσίων υπηρεσιών με μια πλειάδα «εκτελεστικών φορέων», που αναλαμβάνουν την υλοποίηση των δημόσιων πολιτικών, λογοδοτώντας για τις επιδόσεις τους έναντι των Υπουργείων και των κοινωνικών φορέων.
Α. Εταιρική σχέση Κράτους – Κοινωνίας: Η ενορχήστρωση της «εταιρικής σχέσης» Κράτους – Κοινωνίας επιτάσσει την προώθηση της συμμετοχικής διοίκησης, την αναβάθμιση του ρόλου της Αυτοδιοίκησης και τις οριζόντιες μορφές συνεργασίας Διοίκησης, κοινωνικών εταίρων και συλλογικών φορέων για τον καθορισμό κοινών στόχων δημόσιας πολιτικής.
Β. Διοίκηση χωρίς εξαρτήσεις από ιδιωτικά συμφέροντα: Απαιτείται η αναδιάταξη των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους και η αναγόρευση της ΕΑΔ σε Ανεξάρτητη Αρχή. Η λήψη επί μέρους πρόσφορων μέτρων για την γενναία και ριζική αποκοπή του ομφαλίου λώρου που συνδέει το ελληνικό κράτος με το ιδιόμορφο και παρασιτικό οικονομικό παρακράτος των ιδιοκτητών ΜΜΕ, των χρηματιστών, των εργολάβων και των προμηθευτών... Προς την κατεύθυνση αυτήν οι Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές αποτελούν, αναμφισβήτητα, την πρώτη γραμμή άμυνας του εθνικού κράτους. Ωστόσο δεν είναι και πανάκεια για την ίαση κάθε παθογένειάς του ούτε είναι δυνατόν να αντικαταστήσουν εκ βάθρων όλους τους διοικητικούς μηχανισμούς του εθνικού κράτους.
6. Αναπτυξιακό Κράτος της καινοτομίας και των συνεργειών
Το Κράτος Στρατηγείο διαμορφώνει μακροπρόθεσμη στρατηγική για την εθνική οικονομία.
Α. Προώθηση αναπτυξιακής συμμαχίας» δημόσιου και ιδιωτικού τομέα: Αναγνωρίζεται η ανάγκη σύγκλισης κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης, που εκφράζει τη συστράτευση των δυνάμεων της παραγωγής, της καινοτομίας και του πολιτισμού για τη στήριξη της εθνικής οικονομίας. Η «αναπτυξιακή συμμαχία» δημόσιου και ιδιωτικού τομέα συνυπάρχει με την αναδιανεμητική αποστολή του Κράτους.
Β. Κράτος που ιεραρχεί τις εθνικές αναπτυξιακές προτεραιότητες: Είναι ανάγκη να αποκτήσει το Κράτος μια σταθερή δομή στρατηγικού αναπτυξιακού προγραμματισμού, το «Εθνικό Συμβούλιο Ανάπτυξης», που θα επεξεργάζεται την Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική και θα ιεραρχεί τις εθνικές αναπτυξιακές προτεραιότητες.
Δ. Μεταρρυθμιστική Συναίνεση
Στην πραγματικότητα, η διακυβέρνηση είναι ισορροπημένη και αποτελεσματική μόνο στον βαθμό που ενσωματώνει επί ίσοις όροις τεκμηρίωση και συναινετική διαμόρφωση των πολιτικών. Μόνον σε ένα συναινετικό και προγνώσιμο περιβάλλον δεν κινδυνεύουν να απαξιωθούν οι θεσμοί του κράτους δικαίου και μπορούν να αποδώσουν οι «τεχνικές» του δημόσιου μάνατζμεντ (έλεγχοι νομιμότητας, μετρησιμότητα, διασφάλιση ποιότητας).
Όσες νομοθετικές αλλαγές κι αν γίνουν, το ελληνικό habitus δεν θα σπάσει οριστικά αν δεν γειωθεί κοινωνικά το αίτημα για αυθεντική δομική αλλαγή στο κράτος. Όχι πλέον υπό συνθήκες συγκυριακής πίεσης ή εξωτερικής επιβολής, αλλά ως ζωτική κοινωνική ανάγκη και καθολικό πολιτικό αίτημα, που επιτάσσει συγκλίσεις, συναινέσεις και «εθνικές πολιτικές». Στο πλαίσιο αυτό, είναι επιβεβλημένη η ριζική ανασημασιοδότηση κρίσιμων εννοιών (π.χ. «αξιοκρατία», «αξιολόγηση»), με νέες πρακτικές που θα σηματοδοτούν την απαρχή του νέου «παραδείγματος».
Ε. Η Αναγκαία Αναθεώρηση Του Άρθρου 101 του Συντάγματος
Η μεταρρύθμιση του διοικητικού μας συστήματος προϋποθέτει μια γενναία αναθεώρηση του Συντάγματος, χωρίς ωστόσο να υποτιμά τον κίνδυνο του νομικισμού και του «συνταγματικού λαϊκισμού». Μια καλά σχεδιασμένη και ζυγισμένη αναθεώρηση θα μπορούσε να σηματοδοτήσει, ουσιαστικά και συμβολικά, μια νέα πορεία στα θεσμικά και πολιτικά μας πράγματα. Η συστηματική αναδιατύπωση των αρχών της οργάνωσης του κράτους, καθώς και η θέσπιση νέων δομών που θα ανταποκρίνονται στις σύγχρονες συνθήκες διακυβέρνησης κρίνεται αναγκαία για να προχωρήσουν σύγχρονες λύσεις διακυβέρνησης, ιδίως σε ό,τι αφορά την ανακατανομή των αρμοδιοτήτων.
Στο νέο αυτό πλαίσιο, το άρθρο 101 θα πρέπει πλέον να κωδικοποιεί τις βασικές οργανωτικές και λειτουργικές αρχές του διοικητικού συστήματος, υπό το φως των πορισμάτων και των εκθέσεων των διεθνών οργανισμών και της επιστημονικής κοινότητας, που επισημαίνουν την ανάγκη: α) συντονισμού και συνεργασίας των διοικητικών επιπέδων, β) της αποσαφήνισης και του λειτουργικού διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων (σχεδιασμός, εφαρμογή, παρακολούθηση, έλεγχος), γ) της υιοθέτησης σύγχρονων εργαλείων τεκμηρίωσης, ε) της κατοχύρωσης διαδικασιών αξιοκρατικής επιλογής των ανώτερων στελεχών, στ) του περιορισμού των μηχανισμών «παράλληλης διοίκησης» των μετακλητών και ζ) της ενίσχυσης των μηχανισμών αξιολόγησης και λογοδοσίας της διοικητικής δράσης.
Ενώ «η Αυτοδιοίκηση παραμένει σήμερα εγκλωβισμένη στις συγκεντρωτικές αντιλήψεις του βαθέος κράτους», οι συνθήκες δείχνουν ώριμες για μια βαθιά συνταγματική τομή, η οποία θα ταυτίσει πλέον την κατά τόπον αποκέντρωση με την αυτοδιοίκηση, όπως συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες με ισχυρή αυτοδιοικητική παράδοση (πχ. Αγγλία, Ιταλία, σκανδιναβικές χώρες). Με την άρση αυτού του διαχωρισμού θα επικρατήσουν «καθαρές» θεσμικές λύσεις και θα πραγματωθεί το πάγιο αίτημα του αυτοδιοικητικού κινήματος για «αποκέντρωση με αυτοδιοίκηση».