Προοδευτικότητα, λαϊκισμός και η ελληνική πολιτική ανωριμότητα

Γιάννης Χοχλακάκης 29 Ιαν 2026

Η σύγκρουση ανάμεσα στην πολιτική ευθύνης και τη ρητορική της καταγγελίας

Στην ελληνική πολιτική σκηνή λίγες λέξεις χρησιμοποιούνται τόσο συχνά και τόσο ασαφώς όσο η λέξη «προοδευτικός». Έχει καταλήξει να λειτουργεί λιγότερο ως πολιτικός προσδιορισμός και περισσότερο ως ηθική ταυτότητα. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται από την υποκειμενική αυτοεικόνα, αλλά από την ικανότητα διαχείρισης της πραγματικότητας. Και εκεί ακριβώς αναδεικνύεται το βαθύτερο πρόβλημα του λεγόμενου «προοδευτικού χώρου» στην Ελλάδα.

Η πραγματική διαχωριστική γραμμή δεν είναι πια «προοδευτικοί εναντίον συντηρητικών». Είναι πολύ πιο ουσιαστική: πολιτική ευθύνης απέναντι στην πολιτική καταγγελίας. Διακυβέρνηση απέναντι στη συναισθηματική κινητοποίηση. Και αυτή η τομή διαπερνά τόσο την αντιπολίτευση όσο και την κυβέρνηση.

Σημαντικό τμήμα της αντιπολιτευτικής ρητορικής εξακολουθεί να κινείται με ένα σχήμα που κυριάρχησε στη δεκαετία της κρίσης: η χώρα «θα μπορούσε αλλιώς», οι περιορισμοί είναι ιδεολογική επιλογή, η Ευρώπη λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός καταναγκασμού, οι θεσμικές διαδικασίες είναι άλλοθι αδράνειας. Το πολιτικό μήνυμα είναι λαϊκιστικά-παραπλανητικά απλό και ελκυστικό: αν υπήρχε πραγματική βούληση, όλα θα λύνονταν.

Αυτό όμως δεν είναι απλώς υπεραπλούστευση. Είναι μια στρατηγική αποσύνδεσης πολιτικής και πραγματικότητας. Σύνθετα προβλήματα – οι γεωπολιτικές εντάσεις, η ενεργειακή μετάβαση, το δημόσιο χρέος, το δημογραφικό, οι κοινωνικές ανισότητες – παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα προδοσίας ή μονομερούς πολιτικής επιλογής, όχι ως δομικές προκλήσεις που απαιτούν δύσκολες ισορροπίες. Έτσι, η προοδευτικότητα ταυτίζεται με την καταγγελία, ενώ η ευθύνη εμφανίζεται ως συμβιβασμός και η κυβερνησιμότητα ως ηθική έκπτωση.

Απέναντι σε αυτό, η κυβερνητική ρητορική συχνά πέφτει στο αντίθετο άκρο. Η πολιτική παρουσιάζεται σχεδόν αποκλειστικά ως διαχείριση αναγκαιοτήτων: «η πραγματικότητα είναι αμείλικτη», «δεν υπάρχουν εναλλακτικές», «οι αγορές και οι θεσμοί επιβάλλουν τα όρια». Η γλώσσα γίνεται τεχνοκρατική, ψυχρή, απογυμνωμένη από κοινωνικό αφήγημα. Το αποτέλεσμα είναι διπλό. Οι πολίτες βιώνουν τον λόγο αυτό ως παραίτηση και αδυναμία. Και ο λαϊκιστικός λόγος εμφανίζεται ως η μόνη φωνή που «τουλάχιστον διεκδικεί».

Έτσι δημιουργείται ένα πολιτικό κενό. Η μία πλευρά μιλά τη γλώσσα της αγανάκτησης χωρίς σχέδιο εφαρμογής, η άλλη τη γλώσσα της αναγκαιότητας χωρίς κοινωνική έμπνευση. Μέσα σε αυτό το κενό ανθίζει ο λαϊκισμός — όχι ως ιδεολογία, αλλά ως μέθοδος πολιτικής εξαπάτησης.

Ο λαϊκισμός δεν υπόσχεται απλώς περισσότερα. Υπόσχεται χωρίς κόστος. Δεν αρνείται μόνο τους περιορισμούς· τους παρουσιάζει ως τεχνητή επινόηση «ελίτ». Δεν προτείνει απλώς πολιτική αλλαγή· αντικαθιστά την πολιτική με ένα ηθικό αφήγημα: «ο λαός εναντίον του συστήματος». Έτσι, η δημοκρατία μετατρέπεται σε θέατρο συναισθημάτων. Ο πολίτης παύει να αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο επιλογής και μετατρέπεται σε ακροατήριο επιβεβαίωσης.

Η ελληνική εμπειρία της κρίσης επιδείνωσε αυτή τη δυναμική. Η ευθύνη συνδέθηκε στη συλλογική συνείδηση με ενοχή. Ο ρεαλισμός ταυτίστηκε με υποταγή. Η θεσμική γλώσσα με κυνισμό. Δημιουργήθηκε έτσι ένα ηθικό εκκρεμές: όποιος μιλά για εφικτότητα θεωρείται ανεπαρκώς «προοδευτικός», ενώ όποιος μιλά για ρήξη θεωρείται αυθεντικός — ακόμη κι αν δεν διαθέτει εφαρμόσιμη πρόταση.

Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποιος αυτοχαρακτηρίζεται προοδευτικός. Είναι ποιος αντιμετωπίζει τους πολίτες ως «ενήλικες» που μπορούν να ακούσουν την αλήθεια, και ποιος ως θυμωμένο ακροατήριο που χρειάζεται παρηγορητικό αφήγημα. Χωρίς αυτή τη μετάβαση, η προοδευτικότητα θα παραμείνει σύνθημα, ενώ ο λαϊκισμός θα εμφανίζεται πάντα πιο «αυθεντικός».

Η πολιτική ωριμότητα ξεκινά από μια δύσκολη αλλά αναγκαία παραδοχή: η αλήθεια έχει πολιτικό κόστος. Όμως η αυταπάτη έχει ιστορικό. Και στο δίλημμα αυτό δεν κρίνεται μόνο η τύχη των κομμάτων, αλλά η ποιότητα της ίδιας της ελληνικής δημοκρατίας.