Δημοκρατία χωρίς όρους, διάλογος χωρίς επιτηρητές

Κώστας Χλωμούδης 02 Φεβ 2026

Τις τελευταίες ημέρες, δύο φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους περιστατικά προκάλεσαν έντονη και, κυρίως, τοξική αντιπαράθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ένα αφορούσε τη διοργάνωση εκδήλωσης σε χώρο του Δήμου Αθηναίων με θέμα την ενδεχόμενη αμερικανική επέμβαση στο Ιράν και τη συμμετοχή συγκεκριμένου ομιλητή. Το άλλο αφορούσε εκδήλωση μνήμης για τα εβραϊκά θύματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στον Βόλο και την κριτική που ασκήθηκε σχετικά με τη μη συμμετοχή κάποιου άλλου προσκεκλημένου ομιλητή.

Κοινός παρονομαστής και των δύο περιπτώσεων δεν είναι το αντικείμενο των εκδηλώσεων, ούτε τα πρόσωπα, αλλά η αξίωση ορισμένων να επιβάλουν όρους στον τρόπο με τον οποίο κάποιοι άλλοι οργανώνουν δημόσιες συζητήσεις. Η αξίωση, δηλαδή, να καθορίζεται «απ’ έξω» ποιοι θα μιλήσουν, ποιοι δεν πρέπει να μιλήσουν, ποια οπτική είναι «θεμιτή» και ποια «ανεπίτρεπτη». Και μάλιστα με μια ένταση, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ το εύρος της ουσιαστικής διαφωνίας και εισέρχεται στον χώρο της ηθικής απαξίωσης και της δημόσιας στοχοποίησης.

Η θέση που αναδεικνύεται ως θεμελιώδης είναι απλή: όποιος οργανώνει μια συζήτηση έχει το δικαίωμα να τη διαμορφώσει όπως ο ίδιος κρίνει. Αν επιλέξει να καλέσει όλες τις εκφρασμένες σχολές σκέψης, αυτό αποτελεί ένδειξη πλουραλισμού. Αν επιλέξει να παρουσιάσει μία συγκεκριμένη οπτική, αυτό αποτελεί επίσης δικαίωμά του και κρίνεται για τη μονομέρειά του. Η ευθύνη της επιλογής είναι αποκλειστικά δική του και κανείς δεν νομιμοποιείται να του υποβάλλει όρους.

Όποιος διαφωνεί, διαθέτει δυο απολύτως δημοκρατικές και θεσμικά άψογες διεξόδους: η μία είναι να μην συμμετάσχει στην εκδήλωση αυτή δηλώνοντας την αντίθεσή του, ενώ ταυτοχρόνως έχει και τη δυνατότητα να οργανώσει ο ίδιος μια αντίστοιχη συζήτηση, με τους ομιλητές και τις απόψεις που θεωρεί καταλληλότερες. Η απάντηση στον λόγο δεν είναι η φίμωση, αλλά ο αντίλογος. Η απάντηση στη διαφωνία δεν είναι ο αποκλεισμός, αλλά η αντιπαράθεση επιχειρημάτων.

Κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει κανέναν ως προς το ποια θέματα θα συζητήσει, με ποια προσέγγιση και με ποιους συνομιλητές. Η μόνη σαφής και αδιαπραγμάτευτη οριοθέτηση αφορά τη νομιμότητα: εκδηλώσεις και πρόσωπα που δεν εμπλέκονται σε παράνομες δραστηριότητες και δεν τελούν υπό ποινική δίωξη. Πέραν αυτού, κάθε προσπάθεια επιβολής «πολιτικών» ή «ηθικών» όρων συνιστά διολίσθηση σε λογικές επιτήρησης της σκέψης.

Το ίδιο ισχύει και για τους χώρους που διαθέτουν οι θεσμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η παραχώρηση δημοτικών χώρων για δημόσιες συζητήσεις δεν σημαίνει υιοθέτηση των απόψεων που εκφράζονται σε αυτές. Σημαίνει αναγνώριση ότι η κοινωνία αποτελείται από διαφορετικές σχολές σκέψης και ότι η δημοκρατία δεν φοβάται τον λόγο, ακόμη και όταν αυτός είναι αιχμηρός, ενοχλητικός ή μειοψηφικός.

Η ένταση της αντίδρασης που παρατηρείται δεν αποκαλύπτει δημοκρατική ευαισθησία. Αντιθέτως, αποκαλύπτει μια μανιχαϊστική και δογματική προσέγγιση, στην οποία ο κόσμος χωρίζεται σε «επιτρεπτούς» και «ανεπίτρεπτους», σε «ορθούς» και «λανθασμένους» συνομιλητές. Πρόκειται για μια λογική που δεν επιδιώκει την ενδυνάμωση της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου, αλλά την επιβεβαίωση της παρουσίας μια ομοιογενούς «παρέας σκέψης».

Σε αυτή τη λογική, ο διάλογος δεν είναι χώρος ανταλλαγής επιχειρημάτων, αλλά μηχανισμός επιβεβαίωσης ταυτοτήτων. Όποιος δεν ανήκει στο «σωστό» στρατόπεδο δεν αντιμετωπίζεται ως συνομιλητής, αλλά ως πρόβλημα προς εξουδετέρωση. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο πραγματικός κίνδυνος: όχι στις εκδηλώσεις καθαυτές, αλλά στη σταδιακή εδραίωση μιας κουλτούρας που θεωρεί θεμιτό να υπαγορεύει σε άλλους τι επιτρέπεται να συζητούν.

Η δημοκρατία, όμως, δεν λειτουργεί με επιτηρητές του διαλόγου. Λειτουργεί με ανεκτικότητα, με αντοχή στη διαφωνία και με εμπιστοσύνη ότι οι πολίτες είναι σε θέση να κρίνουν μόνοι τους όσα ακούνε. Όταν αρχίζει να διαμορφώνεται η αντίληψη ότι η κοινωνία πρέπει να «προστατευθεί» από ορισμένες απόψεις, στην πραγματικότητα υπονομεύεται η ίδια η δημοκρατική της ωριμότητα.

Τα δύο πρόσκαιρα γεγονότα δεν είναι παρά αφορμές. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι βαθύτερο: αν θα γίνει αποδεκτό ότι η δημόσια συζήτηση μπορεί να διεξάγεται χωρίς προληπτικούς αποκλεισμούς και ιδεολογικά φίλτρα ή αν θα παγιωθεί μια κουλτούρα άτυπης λογοκρισίας, ντυμένης με τον μανδύα της «πολιτικής ορθότητας» και της «ηθικής ευαισθησίας».

Στο τέλος, το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από μια ευρύτερη διεθνή τάση πολιτικής συμπεριφοράς, που συχνά περιγράφεται με τον όρο «τραμπισμός», παραπέμποντας σε συγκεκριμένη πολιτική πρακτική και συμπεριφορά. Πρόκειται για μια κουλτούρα δημόσιου λόγου που τροφοδοτεί τη διχαστική ρητορική, ενισχύει τη λογική των στρατοπέδων, νομιμοποιεί την απαξίωση του αντιπάλου και μετατρέπει τη διαφωνία σε ηθική καταγγελία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δημόσια συζήτηση παύει να είναι πεδίο ανταλλαγής επιχειρημάτων και μετατρέπεται σε πεδίο επιβολής ταυτοτήτων.

Η υιοθέτηση, έστω και άτυπα, στοιχείων αυτής της πολιτικής συμπεριφοράς στο εσωτερικό μιας δημοκρατικής κοινωνίας δεν ενισχύει τον δημόσιο διάλογο· τον φτωχαίνει. Δεν διευρύνει την ελευθερία του λόγου· την περιορίζει μέσω κοινωνικής πίεσης και ηθικής στοχοποίησης.

Η επιλογή, τελικά, παραμένει σαφής: είτε θα υπερασπιστούμε έμπρακτα το δικαίωμα όλων να οργανώνουν, να μιλούν και να ακούγονται — απαντώντας στον λόγο με λόγο — είτε θα διολισθήσουμε σε μια κοινωνία όπου η φασαρία υποκαθιστά τον διάλογο και η καταγγελία αντικαθιστά το επιχείρημα. Και αυτό, ανεξαρτήτως ιδεολογικών αφετηριών, δεν αποτελεί ένδειξη δημοκρατικής ζωντάνιας, αλλά δημοκρατικής ανασφάλειας.