Η Ιστορία γράφεται και διαβάζεται, μαγνητοφωνείται και ακούγεται, κινηματογραφείται και βλέπεται, αρχειοθετείται, τεκμηριώνεται -και εντέλει μπορεί ή όχι και να διδάξει. Η Ιστορία όμως είναι δυνατόν να ακούγεται και ως μουσική; Μπορεί, με άλλα λόγια, μια μουσική σύνθεση να αναβιώσει μια ιστορική περίοδο; Μπορεί να περικλείσει στον ακουστικό της χώρο και να αναδείξει με τα ιδιαίτερα, καλλιτεχνικά, μέσα της, ιστορικά γεγονότα; Ιδίως όταν τα γεγονότα αυτά συνιστούν βαθύτατες πληγές στην ιστορική μνήμη; Όπως είναι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος -και το αδιανόητο παράκεντρο του, το Ολοκαύτωμα;
Η απάντηση του μουσικοκριτικού και ιστορικού του πολιτισμού Τζέρεμι Άικλερ (Jeremy Eichler) "Η ηχώ του χρόνου. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το Ολοκαύτωμα και η μουσική της μνήμης", που σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά (Katerina Schina) κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), είναι θετική -και εξαιρετικά πειστική.
Εκκινώντας από το έργο τεσσάρων συνθετών με διαφορετικές καταβολές και στοχεύσεις, του Άρνολντ Σένμπεργκ, του Ρίχαρντ Στράους, του Μπέντζαμιν Μπρίτεν και του Ντμίτρι Σοστακόβιτς και τεσσάρων, αντιστοίχως έργων τους, το «Ένας επιζών από τη Βαρσοβία» του Σένμπεργκ, το «Μεταμορφώσεις» του Στράους, το «Πολεμικό εμβατήριο» του Μπρίτεν και τη συμφωνία «Μπάμπι Γιαρ» του Σοστακόβιτς, μας υποδεικνύει έναν νέο τρόπο καταβύθισης στην ιστορική μνήμη, -με τον τρόπο που ο Τόμας Μαν όριζε τη μουσική ως κάτι πέρα από την επικράτεια της γλώσσας, ως το «εύγλωττο άρρητο»-, ενώ, ταυτοχρόνως, αποδεικνύει πως αυτή η καταβύθιση στο παρελθόν δεν είναι απλώς κάποιου είδους «αναπόληση» ή και «αναβίωση» αλλά και μια «ενατένιση του παρελθόντος, όπου πολύ συχνά αντικρίζουμε το μέλλον» -όπως υποστήριζε ο Ζέμπαλντ.
Δεν θεωρώ τον εαυτό μου ειδικό «μουσικολόγο» και μάλιστα της «κλασικής», ονομαζόμενης μουσικής. Αλλά ούτε και στόχος μου είναι να κάνω κριτική βιβλίου. Απλώς, στο σημείωμα αυτό μεταφέρω τα συναισθήματα που μου προκάλεσε η ανάγνωση του βιβλίου του Άικλερ -παράλληλα δε με το άκουσμα των τεσσάρων μουσικών συνθέσεων, που προανέφερα και που αποτελούν ουσιαστικά τα «υποδείγματα» ή τα «δείγματα» -με τη μικροβιολογική έννοια του όρου- του βιβλίου.
Γιατί ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στη μουσικολογική ανάλυση των έργων: πλέκει γύρω τους έναν ολόκληρο ιστό, για την κατασκευή του οποίου χρησιμοποιεί μαρτυρίες συγγραφέων, ποιητών, φιλοσόφων, μουσικών και απλών ακροατών αλλά και επισκέψεις στους τόπους των συγκρούσεων και των μαρτυρίων που έπαιξαν καίριο ρόλο στη δημιουργία αυτής της μουσικής -όπως είναι το Άουσβιτς στην Πολωνία, η επιβλητική βίλα του Στράους στη Βαυαρία, τα ερείπια του καθεδρικού ναού του Κόβεντρι στην Αγγλία ή ο αιματοβαμμένος τόπος του Μπάμπι Γιαρ κοντά στο Κίεβο. Έναν «ιστό», που σκοπός του είναι να μας φανερώσει έναν νέο τρόπο γνώσης του παρελθόντος: την α κ ρ ό α σ η της Ιστορίας. Ή, όπως γράφει ο ίδιος ο Άικλερ: « Συνήθως η ιστορία γράφεται χωρίς να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη η μουσική και η μουσική συχνά ακούγεται ωσάν να βρίσκεται εκτός ιστορίας. Αντίθετα, το βιβλίο αυτό διερωτάται τι μπορεί να συμβεί όταν ατενίζουμε τη μία μέσα από το πρίσμα της άλλης – όταν, δηλαδή, οι ήχοι συνυφαίνονται με τις ιστορίες κι εμείς ακούμε το παρελθόν μέσα από τη μουσική. Επέλεξα αυτή την προσέγγιση, όχι για να «συμπληρώσω κάποια κενά», αλλά με την ελπίδα να φωτίσω και να ενεργοποιήσω τις δυνατότητες που διανοίγονται όταν επιχειρούμε να ακούσουμε τη μουσική ως μνήμη του πολιτισμού».
Και για να κλείνω το σημείωμα αυτό επιστρέφοντας στα συναισθήματα που μου γέννησε το βιβλίο: διεύρυνε τους ορίζοντες μου και όσον αφορά την Ιστορία και όσον αφορά τη μουσική. Με απλά λόγια, μου πρόσφερε ταυτοχρόνως γνώση και απόλαυση. Τι παραπάνω, άλλωστε, να ζητήσει κάποιος από ένα βιβλίο; Ελπίζω και κάποιος άλλος ή κάποια άλλη να μοιραστεί αυτά τα συναισθήματα μου.
(Στις φωτό: Δύο από τις σελίδες του βιβλίου όπου περιγράφεται η συγκλονιστική ιστορία της -υποτιθέμενης- «βελανιδιάς του Γκαίτε», που βρισκόταν μέσα στον περίβολο του στρατοπέδου του Μπούχενβαλντ, αριστερά, φωτογραφημένης παράνομα, από έναν έγκλειστο όσο οι Ναζί την διατηρούσαν ως απόδειξη της «ανωτερότητας και της συνέχειας της γερμανικής φυλής» (όπου από τα κλαδιά της κρέμασαν και μερικούς καταδικασμένους) πριν καταλήξει να καεί από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων και να κοπεί για να μετατραπεί σε καυσόξυλα -και, δεξιά, ένα κούτσουρο της βελανιδιάς που ένας πολυμήχανος κρατούμενος ονόματι Bruno Apitz –ένας κομμουνιστής που είχε επιβιώσει παρότι βρισκόταν στο στρατόπεδο από τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του– κατάφερε να μεταφέρει λαθραία στους κοιτώνες από την καρδιά του δέντρου, κι ενώ οι συγκρατούμενοί του φύλαγαν τσίλιες, ο Άπιτζ διακινδύνευσε τη ζωή του για να σκαλίσει στο ξύλο ένα ανάγλυφο, όμοιο με μάσκα θανάτου, ονομάζοντας το Das letzte Gesicht -"Το τελευταίο πρόσωπο". Μαζί με το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο του βιβλίου).
