Μια θαρραλέα αντιπαράθεση με τις παθογένειες που κρατούν τη χώρα σε θεσμικό τέλμα επί δεκαετίες, ζήτησε ο πρώην υπουργός Αλέκος Παπαδόπουλος σε εκδήλωση του Ινστιτούτου για τη Σοσιαλδημοκρατία – InSocial και τόνισε την ανάγκη για ριζική επανεκκίνηση των θεσμών.
Στην ανάλυσή του διέγνωσε πως η Ελλάδα λειτουργεί με ένα πρόβλημα που παραμένει «διαχρονικό και αμετάθετο» από τον 19ο αιώνα, καθώς η πολιτική νοοτροπία εξακολουθεί να παρακάμπτει τη λειτουργικότητα των μηχανισμών.
Στην ίδια τοποθέτηση σημείωσε ότι το πολιτικό σύστημα αντιμετώπισε διαχρονικά τους μηχανισμούς διοίκησης ως «δεξαμενή ψηφοφορικής πελατείας», μίλησε για απομάκρυνση της αξιοκρατίας και για αντικατάσταση της αξιολόγησης του έργου με «κομματική αξιολόγηση και υποταγή». Αναφέρθηκε επίσης στη συνταγματική μονιμότητα, λέγοντας ότι θεσπίστηκε «υπέρ της δημόσιας διοίκησης και όχι υπέρ του δημοσίου υπαλλήλου». Παράλληλα διευκρίνισε ότι υπήρξε και ο ίδιος μέρος του συστήματος, άρα συνυπεύθυνος, ενώ τόνισε ότι δεν επιδιώκει την πλήρη απαξίωσή του ούτε ακυρώνει τα επιτεύγματά του από τη Μεταπολίτευση και μετά.
Για την περίοδο της χρεοκοπίας υποστήριξε ότι «δεν επηρέασε την αυτοσυνειδησία» της χώρας, λέγοντας ότι δεν προέκυψε η αναμενόμενη αυτογνωσία ούτε στο πολιτικό σύστημα ούτε στην κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξε ότι στο «προβλεπτό μέλλον» η χώρα θα περάσει εκ νέου δύσκολα χρόνια και ότι απαιτούνται «μεγάλες πειθαρχίες και ισχυρή αυτογνωσία» για την ανασυγκρότηση μιας ανταγωνιστικής και παραγωγικής οικονομίας.
Ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης, ο Αλέκος Παπαδόπουλος ζήτησε –όπως είπε– να υπάρξει «ουσιαστική» αντιμετώπιση και όχι περιορισμός σε «μικρές και παραπλανητικές συνταγματικές μικροδιευθετήσεις». Στο κέντρο των προτάσεών του έθεσε την αποκατάσταση της ισορροπίας «μεταξύ των δύο πόλων της εκτελεστικής λειτουργίας».
Άσκησε δριμεία κριτική στην αποθέωση του πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου, το οποίο λειτουργεί χωρίς θεσμικά αντίβαρα, οδηγώντας στην υποβάθμιση της Βουλής και στην ύπαρξη ενός αποδυναμωμένου Προέδρου της Δημοκρατίας. Η πρόταση διεξόδου που κατέθεσε εδράζεται στην ανάγκη για μια ριζική αποκέντρωση, όπου τα Υπουργεία οφείλουν να αποκτήσουν «στρατηγικό χαρακτήρα» και να περιοριστούν αποκλειστικά στον σχεδιασμό και την παρακολούθηση πολιτικών. Η πραγματική εκτελεστική εξουσία πρέπει να μεταφερθεί εξ ολοκλήρου εκεί που χτυπά η καρδιά της καθημερινότητας, δηλαδή στους Δήμους και τις Περιφέρειες, ώστε η διοίκηση να μην «διοικεί» πλέον τον εαυτό της, αλλά την ανάπτυξη της χώρας.
Η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας και η άμεση εκλογή του από τον λαό προκρίνονται ως η αναγκαία θεσμική απάντηση για τη δημιουργία ενός «διακριτού πόλου της εκτελεστικής εξουσίας», που θα λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο και όχι πατερναλιστικά. Παράλληλα, η καθιέρωση Γερουσίας ως δευτεροβάθμιου νομοθετικού σώματος με 50 αιρετά μέλη —και αντίστοιχη μείωση των βουλευτών της τωρινής Βουλής— θα μπορούσε να προσδώσει βάθος στη νομοθέτηση και να αποτρέπει «χαριστικές και φωτογραφικές διατάξεις» που κλονίζουν την αξιοπιστία του κοινοβουλευτισμού.
Πρότεινε, επίσης, την κατάργηση του σταυρού προτίμησης, ο οποίος αποτελεί «τη βαθύτερη ρίζα της συνδιαλλαγής», ενώ η δικαστική λογοδοσία του πολιτικού προσωπικού οφείλει να αποσυνδεθεί από τη Βουλή. Η αρμοδιότητα παραπομπής των υπουργών στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (άρθρο 86) πρέπει να αναληφθεί εξ ολοκλήρου από την Ολομέλεια Εφετών Αθηνών, ώστε η συνταγματική νομιμότητα να λειτουργεί υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Επιπλέον, πρότεινε την άρση του αποκλεισμού των συνασπισμών κομμάτων από το «μπόνους» των εδρών, ώστε να διευκολύνονται οι κυβερνητικές συνεργασίες.
Παράλληλα, υποστήριξε τον μετασχηματισμό του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε μια ισχυρή και εξοπλισμένη ανεξάρτητη αρχή, που θα διενεργεί ουσιαστικούς δημοσιονομικούς ελέγχους πέρα από τυπολατρικές διαδικασίες νομιμότητας, καθώς αυτό αποτελεί το απαραίτητο επιστέγασμα για ένα κράτος πραγματικά λειτουργικό.
Κλείνοντας, ο κ. Παπαδόπουλος υπογράμμισε πως το καθήκον μιας σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας είναι να προωθήσει κατά προτεραιότητα τη θεσμική ανανέωση της χώρας, καθώς μόνο έτσι θα ενεργοποιηθεί η ελληνική κοινωνία και η ελπίδα απέναντι στις προκλήσεις του μέλλοντος.