Βελόνα ή ψιλοβελονιά;

Γιάννης Παπαθεοδώρου 09 Φεβ 2026

Το ΠΑΣΟΚ ήταν το κόμμα που, μεταπολιτευτικά, εξέφρασε την πλειοψηφία των προοδευτικών πολιτών, αποτέλεσε σταθερό εναλλακτικό πόλο εξουσίας, απέκτησε μεγάλη κυβερνητική εμπειρία, πρωταγωνίστησε στον εκσυγχρονισμό του κράτους και μοιράστηκε (άνισα) το κόστος για τη χρεωκοπία της χώρας.  Ακόμη και μετά τη «μνημονιακή» εξαέρωσή του (pasokification), το ΠΑΣΟΚ επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, πείθοντας σταδιακά τους ψηφοφόρους του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς ότι μπορεί να γίνει ξανά μια αξιόπιστη δύναμη με κυβερνητικό πρόγραμμα, με θεσμική αντιπολιτευτική συμπεριφορά και με ικανά στελέχη. Παρ’ όλο που, τον τελευταίο καιρό, η δημοσκοπική καθήλωσή του συνοδεύεται από μια περίοδο «εσωστρέφειας», το ΠΑΣΟΚ έχει ξεκαθαρίσει τους στόχους του: εκλογική αυτονομία, αμφίπλευρη διεύρυνση, κοινωνικές συμμαχίες. Και, βέβαια, στο τέλος αυτής της διαδρομής, βρίσκεται πάντα το αίτημα της πολιτικής αλλαγής, στο επίπεδο της διακυβέρνησης.

Την ίδια ώρα, έχει ανοίξει μια συζήτηση για «λαϊκά μέτωπα», για «συνομοσπονδίες κομμάτων» ή και για τη νέα «αδιαμεσολάβητη» πλεύση ενός νέου φορέα προς μια ακαθόριστη Ιθάκη. Οι σχεδιασμοί αυτοί ανταποκρίνονται περισσότερο στη διαλυτική κατάσταση που επικρατεί στο χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς παρά στις πολιτικές προσδοκίες του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Άλλωστε, η τεχνητή συγκόλληση κομμάτων «για να πέσει ο Μητσοτάκης» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα «κόλπο της κάλπης». Το κόλπο αυτό, ωστόσο, δεν θα πιάσει, ακριβώς επειδή υποβαθμίζει την ιδεολογική διακριτότητα των κομμάτων, την εσωτερική λειτουργία τους και τον αντιπροσωπευτικό πλουραλισμό των εκλογών. Το ερώτημα, εξάλλου, «απέναντι στον Μητσοτάκη, ποιος;» δεν είναι μόνο ένα πολιτικά λανθασμένο ερώτημα. Είναι η ηττοπαθής αποδοχή μιας προσωποκεντρικής αντιπαράθεσης, που, εντέλει, ευνοεί την «καταλληλόλητα» του εν ενεργεία πρωθυπουργού.  

Από την άλλη μεριά, η άνοδος του αντισυστημισμού καθώς και τα κόμματα του «μεγάλου θυμού» αρχίζουν και αποκτούν ένα νέο ακροατήριο, το οποίο επαναφέρει εκδοχές ανορθολογισμού, συνωμοσιολογίας και μεσσιανικού λαϊκισμού στη δημόσια σφαίρα. Από το «ξυλόλιο» των Τεμπών έως τη «δημόσια διαβούλευση» για τις αμβλώσεις, αρχίζει και σχηματίζεται ένα τόξο πολιτικών δυνάμεων που εκφράζουν βαθιά αντιδραστικές θέσεις. Για τον σχηματισμό αυτού του αντιδραστικού τόξου έχει, βέβαια, βαρύτατες ευθύνες και η ίδια η κυβέρνηση. Ο τρόπος διαχείρισης κεντρικών ζητημάτων δημοκρατίας, διαφάνειας και κοινωνικής λογοδοσίας είναι ανησυχητικός και επικίνδυνος.

Ήδη η εισαγγελική πρόταση ενοχής των κατηγορουμένων για τις υποκλοπές (Predator) σε βάρος του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, ηγετικών στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των υπηρεσιών Ασφαλείας περιγράφει αναλυτικά την ανεξέλεγκτη δράση των παρακρατικών μηχανισμών, σε συνδυασμό με μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Όπως τονίζει ο εισαγγελέας, η χρήση του παράνομου λογισμικού «παραβιάζει βάναυσα προσωπικά δεδομένα», «αποτελεί απειλή για τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος» και συμβάλλει στην κρίση αξιοπιστίας των θεσμών. Κυρίως όμως, θα πρέπει να αναδειχθεί η επιτηδευμένη προχειρότητα και η παραπλανητική κρυψίνοια με την οποία χειρίζεται η κυβέρνηση αυτά τα μείζονα ζητήματα. «Αυτή η υπόθεση δεν ήταν για μονομελές δικαστήριο», σημείωσε κατά την έναρξη της αγόρευσής του, ο εισαγγελέας στη δίκη για τις υποκλοπές. Σε λίγες μέρες από τώρα θα γνωρίζουμε, επομένως, αν το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» βρίσκεται, εδώ και καιρό, σε μεγάλη απόκλιση σε σχέση με το «πραγματικό Σύνταγμα».

Όλα αυτά και πολλά άλλα επιβεβαιώνουν τη μεγάλη «αντιφιλελεύθερη στροφή» του σύγχρονου ελληνικού κοινοβουλευτισμού. Αν το κοινοβουλευτικό έργο έχει μετατραπεί πλέον σε μια αλυσίδα «εξεταστικών επιτροπών» και πίσω από κάθε οργανισμό υπάρχουν σκάνδαλα, τότε είναι πιθανό πως, στο δρόμο για τις εκλογές, θα επικρατήσει μια ρηχή ηθικολογία, με μοναδικό θέμα τη διαφθορά και την ατιμωρησία. Ταυτόχρονα, η παραγωγή της πολιτικής κινδυνεύει να μεταφερθεί αποκλειστικά στις αίθουσες των δικαστηρίων: δίκη υποκλοπών, δίκη για τη Novartis, δίκη για τα Τέμπη, δίκη για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, πιθανή δίκη για τις απευθείας αναθέσεις από το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ κλπ. Μέσα σε αυτό το κλίμα γενικευμένης καχυποψίας και ανόδου του «αντισυστημισμού», δεν είναι δυνατόν η ΝΔ να ζητάει apriori συμφωνίες για τη συνταγματική αναθεώρηση. Τα Συντάγματα δεν είναι το άθροισμα νομοτεχνικών διευθετήσεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ των κομμάτων. Αντίθετα, είναι ο καταστατικός χάρτης του πολιτεύματος, που πρέπει να συμπυκνώνει συναινετικά τις δημοκρατικές αξίες, εισάγοντας, ταυτόχρονα, καινοτόμα χαρακτηριστικά για το μέλλον, για την αυτονομία και για τη θωράκιση του πολιτικού συστήματος.

Αν υπάρχει, επομένως, ένας άμεσος ιδεολογικός στόχος της σύγχρονης Σοσιαλδημοκρατίας είναι να αντιταχτεί σε αυτή την επικίνδυνη «αντιφιλελεύθερη στροφή» και να αφυπνίσει την «κοινωνία των πολιτών». Με άλλα λόγια, αυτό που θα μπορούσε να κάνει – και μάλιστα ενόψει Συνεδρίου- το ΠΑΣΟΚ είναι να επιχειρήσει μια νέα μορφή πολιτικής κινητοποίησης για την υπεράσπιση των θεσμών. Με άξονα, μάλιστα, την ίδια τη συνταγματική αναθεώρηση, το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα που έχει αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στον μεταπολιτευτικό συνταγματισμό, οφείλει να επανασυνδεθεί με την ιστορικότητα του ρόλου του: τον εκδημοκρατισμό των θεσμών. Για τους σοσιαλδημοκράτες, ο εκδημοκρατισμός δεν είναι απλώς το μέσο για έναν τελικό σκοπό, όπως συνήθως εκλαμβάνεται από τον πεπαλαιωμένο «χυδαίο μαρξισμό». Είναι, ταυτόχρονα, και μέσο και σκοπός.[1]

Γύρω από αυτό το αίτημα, λοιπόν, μπορούν σήμερα να συσπειρωθούν κοινωνικές δυνάμεις αλλά και πρόσωπα, προκειμένου να υπενθυμίσουν στους πολίτες πως, σε ορισμένες καίριες ιστορικές στιγμές, το Σύνταγμα δεν θεωρήθηκε απλώς ένα σύνολο τυπικών κανόνων αλλά ως αφορμή για την εμπέδωση και την εμβάθυνση της δημοκρατίας.[2] Με βάση αυτή τη διαπίστωση, η πρόσκληση για τις αναγκαίες συναινέσεις της αναθεώρησης προϋποθέτει, κατ’ αρχάς, την αποκατάσταση του δημοκρατικού Κράτους Δικαίου και την έμπρακτη διασφάλιση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων των πολιτών. Από αυτές τις προτεραιότητες θα φανεί αν το ΠΑΣΟΚ θα προστεθεί στο μηδενικό άθροισμα των «λαϊκών μετώπων» ή αν θα αναβαθμίσει την πειστικότητα των πολιτικών θέσεών του, με επεξεργασμένες προτάσεις, με στοχευμένες παρεμβάσεις, με λεπτομερείς εξηγήσεις για τη στάση του απέναντι στη συνταγματική αναθεώρηση. Με άλλα λόγια, μήπως, για να «ξεκολλήσει η βελόνα», πρέπει η Χαριλάου Τρικούπη να αρχίσει την «ψιλοβελονιά»;

 

[1] Σέρι Μπέρμαν, Το πρωτείο της πολιτικής. Η σοσιαλδημοκρατία και η Ευρώπη του 20ού αιώνα, μτφρ. Ελένη Αστερίου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2014, σ. 449. 

[2] Αντώνης Ν. Μανιτάκης, Ο ελληνικός συνταγματισμός 200 χρόνια μετά. Δημοκρατικός, νεωτερικός, ακμαίος, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2020.