Η εκδίκηση της απλότητας

Δημήτρης Οικονομάκης 09 Φεβ 2026

Εχθές, στις 8 Φεβρουαρίου, είχαμε την επέτειο του θανάτου του Μαρκου Βαμβακάρη.

Εγώ δεν ήμουν και μεγάλος θαυμαστής του ρεμπέτικου, μου άρεσαν οι πιο ροκ μουσικές και μεγαλώνοντας οι πιο σύνθετες, πιο κουλτουρέ, σπούδασα και κλασική κιθάρα, τζαζ, καταλαβαίνετε, οπότε η Φραγκοσυριανή μου φαινόταν λίγο απλοϊκή.

Είχα παίξει βέβαια και στα φοιτητικά ρεμπετάδικα της εποχής αλλά είχα μια μάλλον επιδερμική σχέση με το είδος.

Κάποια χρονιά δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τον γιό του Μάρκου, τον Στέλιο Βαμαβακάρη.

Ήθελε να παίξω σε μια σειρά από συναυλίες μαζί του.

Κολακεύτηκα και λίγο βέβαια.

Αλλά περισσότερο μου κίνησε την περιέργεια.

Να έρθω σ’ επαφή με κάποιον που είχε αυθεντική σχέση με  αυτή τη γενιά των μουσικών που σε συνθήκες αδιανόητες για εμάς τους νεότερους, έφτιαξαν με ταπεινά υλικά ένα ολάκερο κόσμο που καθόρισε το μουσικό τοπίο.

Δεν έπεσα έξω.

Ο Στέλιος ήταν μάγκας παλιακός, ωραίος, ο λόγος του είχε βάρος, είχε αρχοντιά..

Μας έλεγε ιστορίες για τον Μάρκο. Δεν ήταν ιστορίες χαρούμενες.

-Τότε, γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 50, μου διηγείται,  ο Μάρκος δεν είχε πια πέραση, ήταν τα Ινδικά στη μόδα, δύσκολα τα ‘βγαζε πέρα.

Έπαιζε σε κάτι ταβερνάκια, με έπαιρνε και μένα, πιτσιρίκι τώρα, μ’ ένα πιατάκι μάζευα τα φιλοδωρήματα να βγάλουμε τη μακαρονάδα…

Εκεί στη Κοκκινιά, κάθεται να παίξει, ο ταβερνιάρης τον διώχνει.

-Δεν θα παίξεις ρε Μαρκο. Τώρα φέραμε τζουκ μποξ και γουστάρουν οι πελάτες…

Πήραμε το δρόμο, έκλαιγε βουβά ο Μάρκος και ψιθύριζε…

«Τι παθος ατελείωτο που είναι το δικό μου

όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατο μου

Όσο είναι η νύχτα σκοτεινή/ έτσι είναι κι η καρδιά μου

και σαν τη σιγανή βροχή/Τρέχουν τα δάκρυα μου

Απελπίστηκα μανούλα μου να υποφέρω

κουράστηκα μες τη ζωή το Χάρο να γυρεύω»

Το ήξερα το τραγούδι. Το ‘χε τραγουδήσει ο Μπιθικώτσης κι ήταν ζειμπεκιά βαριά, σουξέ στα μαγαζιά.

Έλεγε και τ’ άλλα τραγούδια του Μάρκου ο Στέλιος.

Έπαιζα αλλά κυρίως παρατηρούσα.

Πως γέμιζαν με πάθος τους χορευτές, με νταλγκά τις παρέες που τραγουδούσαν.

Πως ένωναν τους ανθρώπους και πως, πίσω από αυτή την δωρική λιτότητα, το άγριο παίξιμο του μπουζουκιού, ξεπρόβαλλε μια λυρική ομορφιά, λεπτότατη, με μελωδίες γεμάτες μνήμες, ο ήχος των λέξεων, οι εικόνες, η ποίηση.

Τα ματόκλαδα σου γέρνεις, νου και λογισμό μου παίρνεις…

Έπαιζα και σκεφτόμουν ότι καταλαβαινεις την δύναμη της τέχνης όταν παρατηρείς πως επενεργεί στους ανθρώπους.

Η τέχνη του Μάρκου κουβαλάει ζωντανές τις μνήμες και την ιστορία του τόπου.

Γιατί φτιάχτηκε μέσα από τη ζωή, δεν μιμήθηκε, δεν προσπάθησε να αναπαραστήσει…

Κατέγραψε με αυθεντικότητα, με ωμή ειλικρίνεια.

Φτιάχτηκε σαν ανάγκη, μέσα από το βίωμα.

Κι αυτό δεν μπορείς να το μιμηθείς.

Η εκδίκηση της απλότητας.

Το ξανασυνάντησα στη ταινία “Sinners”, που μιλά για την ψυχή των μαύρων, το Blues.

Βγαίνει  στο τέλος αυτοπροσώπως ο Buddy Guy, ο ζωντανός θρύλος, και παίζει τρεις νότες στη κιθάρα.

Και ξέρεις ότι ποτέ δεν θα μπορέσεις να παίξεις έτσι.

Γεια σου ρε Μαρκο.

Μαγκίτη κι αλανιάρη!