Ευρώπη: από το δέος της γέννησης στην ευθύνη της ωρίμανσης

Ελισσαίος Βγενόπουλος 11 Φεβ 2026

Σε μια εποχή που η Ιστορία επιστρέφει όχι ως μνήμη, αλλά ως ωμή πραγματικότητα, η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει: θα παραμείνει το σκηνικό των εξελίξεων ή θα γίνει ο πρωταγωνιστής τους; Η μετάβαση από την αδράνεια των βεβαιοτήτων στην επώδυνη ωρίμανση είναι πλέον επιτακτική. Ανάμεσα στον κυνισμό της ισχύος και την ανάγκη για μια νέα ενοποίηση, η Ευρώπη παύει να είναι ένας γεωγραφικός χώρος και καθίσταται μια διαρκής ηθική επιλογή.

Ο κόσμος έχει εισέλθει σε μια νέα, ανήσυχη φάση, όπου οι βεβαιότητες της μεταψυχροπολεμικής περιόδου καταρρέουν η μία μετά την άλλη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι ένα περιφερειακό επεισόδιο, αλλά η πιο ηχηρή υπενθύμιση ότι η Ιστορία επέστρεψε με τη βία, ότι η ισχύς, η στρατιωτική επιβολή και η αμφισβήτηση συνόρων δεν ανήκουν στο παρελθόν. Η Ρωσία του Πούτιν δεν επιτέθηκε μόνο σε ένα κράτος, επιτέθηκε στην ίδια την ιδέα μιας Ευρώπης βασισμένης στο δίκαιο, τη συναίνεση και τη μεταπολεμική τάξη.

Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια σκηνή πολώνεται επικίνδυνα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα συγκρούονται όχι μόνο οικονομικά ή τεχνολογικά, αλλά σε επίπεδο κοσμοαντίληψης. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο γίγαντες, οι υπόλοιποι δρώντες καλούνται να διαλέξουν στρατόπεδο ή να αποδεχθούν την περιθωριοποίησή τους. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη παραμένει αμήχανη, συχνά θεατής των εξελίξεων που καθορίζουν το μέλλον της.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ, με τη ρητορική του «America First», έρχεται να διαλύσει και το τελευταίο καταφύγιο ψευδαισθήσεων. Η αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ, η αντιμετώπιση των συμμάχων ως «πελατών» και όχι ως εταίρων, και η ωμή συναλλακτική λογική, σηματοδοτούν μια βαθιά ρήξη με το παρελθόν. Για πρώτη φορά μετά το 1945, η Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την αμερικανική συνεργασία. Και αυτό μετατρέπει την ενοποίηση από ιδεώδες σε επιτακτική ανάγκη.

Το διεθνές δίκαιο υπό ομηρία

Το διεθνές δίκαιο, καρπός ιστορικών τραυμάτων και συλλογικών συμβιβασμών, υποτίθεται ότι αποτελεί το ελάχιστο κοινό έδαφος πάνω στο οποίο οι κοινωνίες επιχειρούν να συγκρατήσουν την αυθαιρεσία της ισχύος. Δεν γεννήθηκε από αφέλεια, αλλά από τη σκληρή εμπειρία πολέμων, κατοχών και γενοκτονιών, από την επίγνωση ότι χωρίς κανόνες, ο κόσμος επιστρέφει στη ζούγκλα των αυτοκρατοριών. Κι όμως, σήμερα παρακολουθούμε την ωμή και συστηματική του καταπάτηση, πρωτίστως από εκείνους που ισχυρίζονται ότι το υπερασπίζονται. Οι μεγάλες δυνάμεις, και ιδιαίτερα οι Ηνωμένες Πολιτείες του Τραμπ, το επικαλούνται επιλεκτικά, το χρησιμοποιούν ως ρητορικό όπλο όταν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους και το παρακάμπτουν όταν περιορίζει την ελευθερία δράσης τους. Παρεμβάσεις χωρίς διεθνή νομιμοποίηση, μονομερείς κυρώσεις, ανοχή σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από «χρήσιμους συμμάχους» διαβρώνουν την ίδια την έννοια της διεθνούς έννομης τάξης. Έτσι, το διεθνές δίκαιο μετατρέπεται από καθολικό κανόνα σε εργαλείο ισχύος, και η υποκρισία γίνεται εξίσου επικίνδυνη με την ανοιχτή βία.

Όταν οι κανόνες υποχωρούν, η ίδια η κυριαρχία παύει να νοείται ως πολιτικό δικαίωμα και μετατρέπεται σε εμπορεύσιμο είδος. Σε αυτό το πλαίσιο, η γεωπολιτική επιστρέφει στην πιο αρχέγονη και κυνική της μορφή, εκείνη της κτηματομεσιτικής συναλλαγής, όπου η γη και οι άνθρωποι υποβιβάζονται σε περιουσιακά στοιχεία προς εκποίηση.

Μέσα στο σκοτεινό διεθνές τοπίο της εποχής μας, μια φαινομενικά περιφερειακή υπόθεση, η Γροιλανδία, αποκάλυψε με ενάργεια τη σύγκρουση δύο ασύμβατων κοσμοαντιλήψεων. Από τη μία, η επιστροφή μιας ωμής γεωπολιτικής, όπου εδάφη, λαοί και ιστορικές συνέχειες αντιμετωπίζονται ως διαπραγματεύσιμα μεγέθη, ως αντικείμενα που μπορούν να «αγοραστούν» ή να ενταχθούν σε σφαίρες επιρροής. Από την άλλη, η επίμονη, αλλά εύθραυστη, ιδέα ότι η κυριαρχία δεν αποσπάται από τη δημοκρατία και ότι η ισχύς οφείλει να δεσμεύεται από κανόνες.

Απέναντι σε αυτή τη λογική, η ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός ξεχώρισε ως πράξη πολιτικής αυτοσυνείδησης. Με λόγο λιτό, στοχαστικό και βαθιά θεσμικό, υπερασπίστηκε την αρχή ότι τα κράτη δεν είναι ακίνητα προς εκποίηση και ότι οι κοινωνίες δεν αποτελούν γεωστρατηγικά πιόνια σε έναν κόσμο που επιστρέφει επικίνδυνα στη λογική των μεγάλων δυνάμεων. Τόνισε ότι η διεθνής τάξη, είναι εύθραυστη και δεν μπορεί να επιβιώσει αν απογυμνωθεί από τον σεβασμό, τη συνεργασία και την αμοιβαία αναγνώριση.

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά του στον Θουκυδίδη , όχι ως ρητορικό τέχνασμα, αλλά ως ιστορική προειδοποίηση. Όταν υπενθύμισε τη διαχρονική διαπίστωση ότι οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι τους επιβάλλεται, δεν την επικαλέστηκε για να τη νομιμοποιήσει, αλλά για να δείξει πόσο επικίνδυνη γίνεται όταν μετατρέπεται σε κανονιστική αρχή του σύγχρονου κόσμου. Η δημοκρατία, υπογράμμισε εμμέσως, δεν επιβιώνει εκεί όπου η ισχύς αποσπάται από την ευθύνη και το δίκαιο.

Η δύναμη αυτής της παρέμβασης δεν βρισκόταν στη στρατιωτική ή οικονομική υπεροχή του Καναδά, αλλά στην πολιτική του αυτοπεποίθηση και στη θεσμική του ωριμότητα. Ήταν μια στιγμή όπου μια χώρα μετρίου μεγέθους μίλησε με τη φωνή μιας μεγάλης πολιτικής παράδοσης. Και, αναπόφευκτα, η Ευρώπη φάνηκε ξανά απούσα, όχι επειδή στερείται λόγου, αλλά επειδή εξακολουθεί να δυσκολεύεται να τον αρθρώσει συλλογικά, ως ενιαίο πολιτικό υποκείμενο.

Η Ευρώπη σήμερα: αργοπορία, φόβος και ταπείνωση

Η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει εγκλωβισμένη στις ίδιες της τις διαδικασίες. Οι αποφάσεις καθυστερούν, η ομοφωνία παραλύει, και η στρατηγική σκέψη θυσιάζεται στον φόβο του εσωτερικού πολιτικού κόστους. Η Ένωση αντιδρά, αλλά σπάνια προλαμβάνει. Διαχειρίζεται κρίσεις, αλλά δεν τις μετατρέπει σε άλματα ενοποίησης.

Αυτή η αδυναμία έχει κόστος. Η Ευρώπη ταπεινώνεται όταν αντιμετωπίζεται ως δεδομένος σύμμαχος ή ως αδύναμος συνομιλητής. Ταπεινώνεται όταν ο Πούτιν αγνοεί τις προειδοποιήσεις της και όταν ο Τραμπ την περιφρονεί δημόσια. Και το χειρότερο, ταπεινώνεται όταν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να αμφιβάλλουν για τη συλλογική τους δύναμη.

Ο δρόμος προς τα εμπρός, ο ρεαλιστικός φεντεραλισμός του Μάριο Ντράγκι

Σε αυτή τη σκοτεινή συγκυρία, η φωνή του Μάριο Ντράγκι ξεχωρίζει για τη νηφαλιότητα και το βάθος της. Η έκκλησή του σε ομιλία του από το Πανεπιστήμιο της Λουβέν, στις 2 Φεβρουαρίου 2026 να ξεπεράσει η Ευρώπη τις «παλιές διαιρέσεις», δεν είναι ρομαντική νοσταλγία. Είναι μια ψύχραιμη διάγνωση της πραγματικότητας. Όπως τόνισε, μόνο οι Ευρωπαίοι έχουν τη δυνατότητα να μετατραπούν οι ίδιοι σε πραγματική δύναμη, αντί να παραμένουν παγιδευμένοι ανάμεσα σε υπερδυνάμεις.

Ο «ρεαλιστικός φεντεραλισμός» που προτείνει δεν είναι άλμα στο κενό. Είναι μια πορεία σταδιακή αλλά προσανατολισμένη. Ρεαλιστική, γιατί λαμβάνει υπόψη τις πολιτικές αντοχές και τις διαφορές των κρατών-μελών. Φεντεραλιστική, γιατί δεν χάνει ποτέ τον τελικό προορισμό, μια Ευρώπη με ενιαία άμυνα, συνεκτική εξωτερική πολιτική και κοινή δημοσιονομική ισχύ.

Η προειδοποίησή του είναι καίρια: «Ορισμένοι μπορεί να ξεγελούν τους εαυτούς τους ότι ο κόσμος δεν έχει πραγματικά αλλάξει». Αυτή η αυταπάτη, ότι μπορείς να διατηρήσεις τις αξίες σου παραχωρώντας ισχύ, ανεξαρτησία ή ακόμα και έδαφος, είναι θανάσιμη. Οι αξίες δεν επιβιώνουν χωρίς θεσμούς και δύναμη να τις υπερασπιστείς.

Η ενοποίηση, λοιπόν, δεν είναι απώλεια εθνικής ταυτότητας. Είναι η μόνη της σύγχρονη μορφή. Σε έναν κόσμο ηπείρων και αυτοκρατορικών λογικών, τα μεμονωμένα ευρωπαϊκά κράτη είναι ιστορικά απομεινάρια. Μαζί, όμως, μπορούν να αποτελέσουν πολιτισμική, οικονομική και ηθική δύναμη.

«Αυτό που ξεκίνησε με δέος πρέπει να συνεχιστεί με ελπίδα», είπε ο Ντράγκι. Και αυτή η φράση συμπυκνώνει το διακύβευμα. Αν η Ευρώπη τολμήσει να ενεργήσει από κοινού, θα ανακαλύψει ξανά κάτι που κοιμάται μέσα της, την υπερηφάνεια, την αυτοπεποίθηση, την πίστη σε ένα κοινό μέλλον. Και μόνο πάνω σε αυτά τα θεμέλια μπορεί να οικοδομηθεί μια Ευρώπη αντάξια της ιστορίας και των αξιών της.

Η Ευρώπη ως ηθική επιλογή

Η Ευρώπη δεν είναι γεωγραφία ούτε απλώς πολιτική κατασκευή, είναι μια ηθική επιλογή που επαναλαμβάνεται καθημερινά, συχνά σιωπηλά, συχνά κόντρα στον πειρασμό της ευκολίας και της ισχύος. Είναι η απόφαση να προηγείται το κράτος δικαίου από τον νόμο του ισχυρού, να συνομιλούν οι κοινωνίες αντί να απειλούνται, να μετατρέπεται η μνήμη της καταστροφής σε θεσμική αυτοσυγκράτηση. Σε μια ήπειρο που γνώρισε όσο καμία άλλη την αυτοκαταστροφή, η Ευρώπη υπήρξε το πιο τολμηρό της εγχείρημα, να δαμάσει την ιστορία χωρίς να την αρνηθεί.

Αυτή είναι η Ευρώπη που αγαπάμε. Η Ευρώπη του κράτους δικαίου, όπου η εξουσία λογοδοτεί, της ελευθερίας, που δεν είναι σύνθημα αλλά καθημερινή πράξη, των δικαιωμάτων, που δεν χαρίζονται αλλά κατοχυρώνονται, της συνεννόησης, που προτιμά τον δύσκολο συμβιβασμό από τη βίαιη επιβολή, της αλληλεγγύης, που αναγνωρίζει στον άλλον όχι απειλή αλλά κοινό πεπρωμένο. Μια Ευρώπη ατελής, συχνά διστακτική, αλλά βαθιά ανθρώπινη στην επιμονή της να μην εγκαταλείψει τον πυρήνα των αξιών της.

Οι εμπνευστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν οραματίστηκαν έναν τεχνοκρατικό μηχανισμό. Οραματίστηκαν μια πολιτική κοινότητα ειρήνης. «Δεν ενώνουμε κράτη, ενώνουμε ανθρώπους», έλεγε ο Ζαν Μονέ, συνοψίζοντας την ουσία ενός σχεδίου που γεννήθηκε από τα ερείπια και επέλεξε να οικοδομήσει αντί να εκδικηθεί.

Σήμερα, καθώς οι σειρήνες του κυνισμού και της ισχύος ηχούν ξανά, η Ευρώπη καλείται να θυμηθεί ποια είναι. Όχι για να επιστρέψει στο παρελθόν, αλλά για να το υπερβεί. Διότι η Ευρώπη μας, όταν είναι πιστή στον εαυτό της, δεν είναι απλώς μέρος του κόσμου. Είναι πρόταση για το πώς μπορεί να είναι ο κόσμος.