Για την εκκοσμίκευση της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας

Νίκος Γκιώνης 08 Αυγ 2012

Τι θα μπορούσαμε να πούμε για την εκκοσμίκευση; Αν αναφερόμαστε στις υποχρεώσεις, ως πολιτών, των λειτουργών του Ορθόδοξου Δόγματος, προφανώς ο όρος παραπέμπει σε ό,τι αφορά και στον καθένα από εμάς. Αν πάλι μιλάμε για δηλώσεις ή πράξεις οι οποίες γίνονται χωρίς σηματοδότηση από το ενδυματολογικό σχήμα, τότε και πάλι η εκκοσμίκευση είναι θεμιτή. Αν μιλάμε για πράξεις κοινωνικής προσφοράς, π.χ. συσσίτια, χωρίς διακρίσεις φυλετικού ή άλλου διαχωρισμού, και τότε η εκκοσμίκευση είναι δεκτή.

Ξεκίνησα τη γραφή μου αναφέροντας τα αυτονόητα και κοινώς παραδεκτά, για να οδηγηθούμε στα -τουλάχιστον- αμφιλεγόμενα των Εκκλησιαστικών πράξεων. Κι εδώ θα μιλήσουμε για τη θεσμική λειτουργία της Εκκλησίας, χωρίς καμία εμπλοκή σε Χριστολογικά δόγματα της .

Σύντομα, θα περιηγηθούμε στο χρόνο: Η πρώτη εμφανής προσπάθεια -επιτυχής, ασφαλώς- εκκοσμίκευσης ενός θρησκευτικού δόγματος, αναφέρεται στον Μ. Κωνσταντίνο, κάποια χρόνια μετά την εγκατάσταση της Νέας Ρώμης στις περιοχές του Βοσπόρου. Τα φαντάσματα των ιερών συμβόλων, εμφανίζονται από τους ουρανούς και -υποτίθεται- οδηγούν από νίκη σε νίκη τους Ανατολικούς Ρωμαίους. Σιγά-σιγά, εγκαθιδρύεται ένα ιδιότυπο πολυεθνικό και θεοκρατικό Διοικητικό Σύστημα. Για να αποφύγουμε τη μακρηγορία, με μόνη την εξαίρεση του Ιουλιανού, η εξέλιξη της θεοκρατίας είναι γραμμική και αύξουσα, ίσαμε τους Κομνηνούς και τους Παλαιολόγους. Οι αυτοκράτορες θεωρούνται εκπρόσωποι του Θεού στη Γη, οι δε επικεφαλής του Δόγματος λειτουργούν περίπου ως αναπληρωτές των πρώτων.

Πολλές καίριες αποφάσεις λαμβάνονται ύστερα από «οραματικές» εμπειρίες των αυτοκρατόρων, την ίδια στιγμή που οι δολοφονίες ηγητόρων, διαδόχων κ.λπ. από τους συνδιεκδικητές τους, είναι πρωτοφανείς. Η Εκκλησία είναι συνήθως σιωπούσα, με λίγες εξαιρέσεις.

Στο μεταξύ, μετά και το οριστικό σχίσμα του 14ου αιώνα μ.Χ., ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Ρωμαϊκή Εκκλησία, για το filioque τυπικά, για την πρωτοκαθεδρία στην εξουσιολαγνεία και την εκκοσμίκευση ουσιαστικά, αργά αλλά σταθερά η καθ’ ημάς Ανατολή αρχίζει να φλερτάρει λίγο-λίγο, αρχικά προς τους Σελτζούκους και μετά στους Οθωμανούς.

Λησμόνησα να πω, πως το διαρκές σμίξιμο Εκκλησίας- Αυτοκράτορα στα διοικητικά (άλλωστε απουσιάζοντος του Αυτοκράτορα σε εκστρατείες, τα ηνία της εσωτερικής στρατιωτικοπολιτικής Διοίκησης, συνήθως αναλάμβανε ο Πατριάρχης), παρέλυσε σχεδόν ολοκληρωτικά την παραγωγή φιλοσοφικής σκέψης. Με τις εξαιρέσεις του Πλήθωνα και του Βησσαρίωνα, στα τελειώματα της Αυτοκρατορίας και του μεθοδικού Πατριάρχη Φώτιου, πιο πριν, η σκέψη είναι οπισθοδρομική, αντιπαραγωγική και απλώς λόγια. Π.χ., Μ. Ψελλός.

Αντίθετα, στη Δύση, μετανάστευε η αρχαία ελληνική Φιλοσοφία με τη συμπλήρωσή της από την Αραβοαριστοτελική άνοιξη των γραμμάτων, από τους Αβερρόη, Αβεκίνα κ.ά. Ο Μεσαίωνας έδινε τη θέση του στην Αναγέννηση και στον ανθρωπισμό.

Η ουσιώδης διαφορά με την Ανατολική εκκοσμίκευση των Δυτικών, ήταν πως ενώ στην Ανατολή αυτή είχε ένα χαρακτήρα οιονεί παρασιτικό και συμπληρωματικό, στη Δύση ήταν ένας αγώνας «όλα για όλα» για την κοσμική κυριαρχία.

Ο μοναχός Σαβαναρόλα διοικεί τη Φλωρεντία επίσημα περίπου 4 χρόνια, ενώ οι Μεδίκοι συνήθως είναι καρδινάλιοι κυβερνήτες. Η εκκοσμίκευση της Ρωμαιοκαθολικής γίνεται ολοκληρωτική, αλλά πλήρως μεθοδική, κι αυτό συνεχίζεται ως σήμερα. Με μαύρες εξαιρέσεις όπως η Ιερά Εξέταση, συμπλέκεται με την τέχνη των Ρωμαίων και Φλωρεντιανών ζωγράφων και γλυπτών. Αντίθετα, στην υποτελή -πια- Ελλάδα, οι επιλογές δουλικής σύμπλευσης και εκκοσμίκευσης αρχίζουν από τον Λ. Νοταρά, με τη γνωστή προτίμηση στο τουρκικό φακιόλι και συνεχίζονται με τις ατελείωτες δωροδοκίες των επίδοξων Πατριαρχών προς τους Οθωμανούς, για την εκλογή τους. Στους επόμενους αιώνες, παρά την ύπαρξη Διαφωτιστών ιερωμένων, όπως ο Θεόκλητος Φαρμακίδης ή ο Θεόφιλος Καϊρης, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σκοταδιστική, αντεπαναστατική, με διαρκώς παρεμβατική χροιά -ακόμα και στην αστική δικαιοσύνη- στο διοικείν την Ελληνική σκλαβιά. Στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια τώρα, ένας θρησκόληπτος κρεοπώλης γίνεται «μοναχός», συναρπάζει τα πλήθη παίζοντας και το παιχνίδι της τότε Ρωσικής Διπλωματίας, δημιουργείται εμφυλιοπολεμικό κλίμα και διαταραχή στις εύθραυστες διπλωματικές σχέσεις του νεοσύστατου κράτους. Τελικώς, συλλαμβάνεται ο μοναχός -επιλεγόμενος Παπουλάκος- από στρατό 30.000 μάχιμων, υπό τη διοίκηση του Γενναίου Κολοκοτρώνη!

Προσπερνάμε γρήγορα -δικαιολογείται εξαιτίας της επιβαλλόμενης συντομίας ενός κειμένου- τα χρόνια, ενώ η Ελλαδική Εκκλησία στην Ελλάδα, είναι διαρκώς εμπλεκόμενη με τα πολιτικά πια ζητήματα της χώρας, συνήθως στο πλευρό της Αλυτρωτικής και Αντιβενιζελικής μεριάς. Χαρακτηριστικός ο αφορισμός του Ελ. Βενιζέλου από τον μετέπειτα Άγιο, Νεκτάριο Αιγίνης. Έντονο χαρακτηριστικό της κορύφωσης της εμπλοκής της εκκλησίας, είναι η ανάληψη της αντιβασιλείας στον καιρό πριν από την απελευθέρωση, από τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.

Βεβαίως, για να αποδίδουμε τα ίσα, υπήρξαν και εκκοσμικευμένοι κληρικοί που λειτούργησαν αλλιώτικα, όπως ο Ιωακείμ Κοζάνης στο ΕΑΜ, αλλά και άλλοι. ΄

Εδώ αξίζει τον κόπο να κάνουμε μια μικρή παρέκβαση που αφορά στην επιτομή της ελληνικής παρεκκλησιαστικής εκκοσμίκευσης και αναφέρεται στις οργανώσεις «ΖΩΗ» και «ΣΩΤΗΡ», κυρίως. Η πρώτη, ιδρύθηκε από ένα ζηλωτή Αρχιμανδρίτη, τον Σεραφείμ Παπακώστα, ενώ η δεύτερη είναι απόσχιση της πρώτης, υπό τον λαϊκό καθηγητή Π. Τρεμπελά. Εισήγαγαν στην Ελλάδα τη θρησκευτική εκδοχή του γερμανικού πιετισμού (ευσεβισμού), που κι αυτός με τη σειρά του αποτέλεσε μετεξέλιξη ιδεολογικών στοιχείων του Λουθηρανισμού.

Υπάρχει μια διαφορά όμως. Ενώ ο Λουθηρανισμός και τα παράγωγά του (Καλβινισμός, Αγγλικανισμός, κ.λπ.) επιβάλλουν υποχρεώσεις και καθήκοντα σε τούτη τη ζωή, κυρίως στην εργασία και την αποταμίευση , επιβάλλουν δηλαδή ένα ιδεολογικό μοντέλο καταπιεστικής παραγωγικότητας ώστε να γίνουν όσοι το εφαρμόζουν, οι εκλεκτοί της σωτηριολογικής Θεϊκής επιλογής, στην Ελλάδα το μοντέλο ήρθε παραλλαγμένο σε χαρακτηριστικά υποχρεωτικής εξωτερικής εμφάνισης, καθηκόντων εκκλησιασμού κ.λπ.

Στους τευτονικής καταγωγής λαούς, ξέφυγε από τη θρησκευτική εκδοχή και εγγράφηκε στο συνολικό κοινωνιολογικό ή οικονομικό γονιδίωμα (M. Weber, Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού) με προφανείς επιπτώσεις στην Οικονομική Σκέψη του γερμανικού κράτους.

Εδώ, αναντίστοιχα, αποτέλεσε παρασιτισμό της ήδη παρασιτούσης Εκκλησιαστικής Διοίκησης, ενώ δεν άργησαν να βγουν και μαχαίρια μεταξύ τους.

Κυριάρχησε στο Εκκλησιαστικό και πολιτικό κατεστημένο (Βασιλεία, Πανεπιστήμιο, κ.λπ) για περίπου 50 χρόνια, ενώ σήμερα είναι σε ύφεση.

Μετά τη χούντα και την απομάκρυνση του Ζωϊκού και Βασιλικού Αρχ. Ιερώνυμου Κοτσώνη, ο επόμενος, ο Αρχ. Σεραφείμ Τίκκας (παλιός αντάρτης του πιο προοδευτικού τμήματος του ΕΔΕΣ), αρχίζει να μειώνει την ποσότητα εκκοσμίκευσης στο πλαίσιο μιας ασταθούς -πολιτικής- ισορροπίας, με τον Κ. Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Η παρουσία της επίσημης Ελλαδικής Εκκλησίας στα πολιτικο-οικονομικά παρασκήνια, είναι εμφανώς μειωμένη.

Δυστυχώς, ο θάνατος του Σεραφείμ, φέρνει στο θρόνο τον λαϊκιστή Χριστόδουλο Παρασκευαϊδη. Εδώ δεν απαιτείται να γραφούν πολλά-πολλά, είναι άλλωστε τόσο νωπά και ευκρινή ακόμα τα συμβάντα, που μιλούν από μόνα τους. Ουδέποτε υπήρξε άλλη περίοδος που η Εκκλησία να απόκτησε τέτοιο αυτόνομο πολιτικό ρόλο, με οριζόντιες και εμφανείς διασυνδέσεις στα περισσότερα πολιτικά κόμματα, απ’ ό,τι η περίοδος Χριστόδουλου.

Έτσι, συμβαίνει και η πρώτη μάχη τυπικά ανάμεσα στις Διοικήσεις Κράτους και Εκκλησίας, ουσιαστικά απέναντι στον φιλελεύθερο Διαφωτισμό και την ανορθολογικότητα της θρησκευτικής πίστης. Η νίκη του πρώτου ήταν Πύρρειος με αμέτρητες απώλειες. Από τη θρησκεία – ίαμα του φόβου του θανάτου, οδηγούμεθα ξανά στη θρησκεία Ελληνοχριστιανικού αντι-Διαφωτισμού.

Η πολιτεία του σημερινού Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου Λιάπη, χαρακτηρίζεται από μια γενικευμένη μετριοπάθεια, χωρίς να λείπουν και φονταμελιστικές και φιντεϊστικές εξάρσεις του, όπως πρόσφατα στη διαμάχη με τη Μ. Ρεπούση.

Παρόλα αυτά, δυτικοσπουδασμένες μορφές, όπως ο Περγάμου Ιωάννης Ζηζούλας και ο Αλβανίας Αναστάσιος Γιαννουλάτος, ή ο Ναυπάκτου Ιερόθεος, αποτελούν μειοψηφικές αλλά χρήσιμες συνιστώσες στο Εκκλησιαστικό Σώμα. Η εκκοσμίκευσή τους είναι κοινωνική και επιτρεπτά προσηλυτιστική, δίχως πολιτικο-θρησκευτικές και φυλετικές διακρίσεις.

Περισσότερο ακόμα, στη γενικευμένη κρίση, η Εκκλησία δίνει μάχη χαρακωμάτων διατηρήσεως μέρους των κεκτημένων της (μισθοδοσία κλήρου, φορολογία, ακίνητη περιουσία), παρά παρεμβαίνει εμφανώς ή αφανώς στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα.

Η εκκοσμίκευση είναι κοινωνική διαπλοκή που δεν μπορεί παρά να στηρίζεται σε νόμους, νόρμες, αίτια, αιτιατά. Η κοινωνική εμπλοκή της Εκκλησίας, είναι συμβατή με τα Χριστολογικά κηρύγματα της Φιλοκαλίας, αλλά η οντολογική -μεταφυσική-μυστικιστική-βιωματική παρεμβατική της, αφορά στους ιδιωτικούς βίους μας και μόνο. Άλλωστε, η -από τη φύση της ανορθολογική- πίστη, δεν μπορεί να αποτελεί μοντέλο εξουσίας σε κοινωνίες, τα Συντάγματα των οποίων θεμελιώθηκαν στη νοησιαρχία, στον εμπειρισμό και στη διαλεκτική της αλληλουχίας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η εμπλοκή της Εκκλησίας με την Πολιτεία, είναι αναπόφευκτη, όσον οι θεσμοί της δεύτερης δεν αποκτούν οριστικά Δυτικοευρωπαϊκό κοσμολογικό θεμέλιο, αλλά ιδεολογικά μένει σ’ αυτό που ο Π. Κονδύλης και ο Στ. Ράμφος αποκαλούν «ταυτόχρονο πάτημα στις θνήσκουσες Οθωμανικές δομές της Ανατολής και στα ταυτόχρονα Ευρωπαϊκά κεκτημένα». Πάντως, όσο η Ελλάδα, ως Θεσμική Ουσία θα εξευρωπαϊζεται, τόσο τουλάχιστον οι θέσεις της παρεμβατικής εκκοσμίκευσης θα έχουν όρια. Βέβαια, υπάρχει κι άλλη μια ερμηνεία, ψυχολογική αυτή τη φορά, και όχι κοινωνιολογική.

Οι μονοθεϊστικές θρησκείες, άρα και η δική μας, αποκρούουν πλήρως τον αισθησιασμό, φροντίζοντας να τον μετουσιώνουν σε μανικό Έρωτα προς το Θείο, ή να τον επιτρέπουν δια του γάμου.

Επειδή η μόνιμη μετουσίωση της Ηδονής και των συναισθημάτων είναι εξαιρετικά δύσκολη για πολλούς ανθρώπους, για πολύ χρόνο (ενώ, π.χ., ένας μεμονωμένος γλύπτης μπορεί επί μακρόν, ατομικά, να τα μετουσιώνει στην Τέχνη του), αυτή εκτρέπεται προς τη ματαιοδοξία της εξουσίας και της πολεμικής προς την Θέσμια Κοσμική Διοίκηση.

Το ένστικτο του θανάτου (πόλεμος, εξουσιολαγνεία) και το ένστικτο της ζωής (ηδονή, αγάπη) που ορίζει ο Φρόιντ (Σ. Φρόιντ, Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση). Η ίδια η ζωή δείχνει προς το πρώτο. Άρα; Προσωπικά , δεν αισιοδοξώ! Κλείνοντας, να πούμε πως για το σώμα των αυτοπροσδιοριζόμενων ως πιστών, σημασία έχει μία άλλου τύπου, υγιής εκκοσμίκευση θεοποίησης του Φυσικού Σύμπαντος, δίχως αρχή και τέλος, με παρουσία αιτίων και αιτιατών. Είναι ο απολαυστικός πανθεϊσμός του Σπινόζα. Εξ ού και η μαγεία και η χαρά για τα πανηγύρια της Αυγουστιάτικης Παναγίας, η απόλαυση μιας πανθεϊστικής θρησκευτικότητας με την αγάπη και τη χαρά για τους συνανθρώπους .

Υ.Γ. Όπως φαίνεται και από τις τελευταίες γραμμές, αφορμή για το κείμενο που προηγήθηκε υπήρξε η ιδιότυπη θρησκευτικότητα της Αυγουστιάτικης Παναγίας. Ακόμα, το ξάφνιασμα που ένοιωσα ακούγοντας τις ανοίκειες εκφράσεις, από άμβωνος, του συνήθως συνετού Ιερώνυμου. Ξέρετε, αυτές που αναφέρονταν στη Μ. Ρεπούση και τις απόψεις της για τον υποχρεωτικό σχολικό εκκλησιασμό.

*Ο Νίκος Γκιώνης είναι Πολιτικός Μηχανικός.