Η Μικρασιατική Εκστρατεία (1919–1922) και ο ρόλος της Σοβιετικής Ένωσης

Μιχάλης Κυριακίδης 12 Φεβ 2026

Η Μικρασιατική Εκστρατεία (1919–1922) αποτέλεσε μια από τις πιο κρίσιμες και τραγικές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Ελλάδα, με την υποστήριξη κυρίως της Βρετανίας, αποβιβάστηκε στη Σμύρνη με στόχο την ενσωμάτωση των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας. Ωστόσο, απέναντί της βρέθηκε το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα υπό τον Μουσταφά Κεμάλ, το οποίο επιδίωκε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου τουρκικού κράτους.

Η Σοβιετική Ένωση παρείχε στον Κεμάλ σημαντική στρατιωτική και οικονομική βοήθεια, όπως όπλα, πυρομαχικά, πυροβόλα, καθώς και χρηματοδότηση και υλικά εφοδιασμού. Παράλληλα, προσέφερε διπλωματική στήριξη στο κεμαλικό καθεστώς, αναγνωρίζοντάς το και υπογράφοντας τη Συνθήκη της Μόσχας το 1921 η οποία καθόρισε τα σύνορα στον Καύκασο και ενίσχυσε τη διεθνή θέση της Τουρκίας. Αυτή η υποστήριξη ήταν ιδιαίτερα σημαντική σε μια περίοδο που οι δυτικές δυνάμεις άρχισαν να αποσύρουν τη στήριξή τους προς την Ελλάδα.

Η πρόσφατη συνέντευξη του Ρώσου ΥΠΕΞ, Σεργκέι Λαβρόφ  ο οποίος υπενθύμισε την στήριξη που παρείχε η Σοβιετική Ρωσία στο Κεμάλ το 1920, έδωσε την αφορμή για μια συζήτηση για τον ρόλο της τότε ηγεσίας της Σοβιετικής Ένωσης, υπό τον Λένιν, στην Ελληνική εκστρατεία και την μικρασιατική καταστροφή.

Αυτό που δεν ήταν ευρύτερα γνωστό, αλλά το αναφέρουν όλοι οι ιστορικοί, της μαρξιστικής σχολής και της σύγχρονης αναθεωρητικής ιστοριογραφίας ήταν η σημαντική βοήθεια σε όπλα και χρήματα που προσέφερε η τότε ηγεσία της Σοβ. Ένωσης στον Κεμάλ, αν και δίνουν διαφορετικές ερμηνείες, ενώ διαφέρουν και οι εκτιμήσεις για το κατά πόσο έπαιξε καθοριστικό ρόλο η βοήθεια αυτή.

Πόση και τί είδους ήταν η βοήθεια που προσέφεραν οι σοβιετικοί στον Κεμάλ;

Ο πρεσβευτής Semen Ivanovic Aralov, που υπηρέτησε στην Τουρκία το διάστημα από τον Ιανουάριο του 1922 έως τον Απρίλιο του 1923. Ο Αράλοφ ήταν άνθρωπος του σοβιετικού καθεστώτος και το υπηρέτησε από διάφορες θέσεις από το 1917 έως τον θάνατό του στα τέλη της δεκαετίας του 1960 σε βιβλίο που έγραψε στις αρχές του 1960, αναφέρει

«Η πρώτη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης στους κεμαλικούς χρονολογείται από τον Σεπτέμβριο του 1920, μέσω της πόλεως Ερζερούμ. Ο χρυσός που δόθηκε χρησιμοποιήθηκε για πληρωμές μισθών των αξιωματικών και για την ενίσχυση του ταμείου της Άγκυρας”.

Τρεις μέρες μετά τη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση (23 Απριλίου 1920), δηλ. στις 26 Απριλίου 1920, οι κεμαλικοί ζήτησαν 5.000.000 χρυσές λίρες Τουρκίας, σε οπλισμό, τεχνική βοήθεια και νοσοκομειακό υλικό, από τους σοβιετικούς, για να πολεμήσουν, όπως και οι σοβιετικοί, τις «ιμπεριαλιστικές δυνάμεις». Ο σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών Γκεόργκι Τσιτσέριν απάντησε θετικά στο αίτηµά τους με έγγραφο στις 2 Ιουνίου 1920 και η σοβιετική Αποστολή, που επισκέφτηκε την Άγκυρα στις 4 Οκτωβρίου, έφερε μαζί της 200,6 κιλά χρυσού σε ράβδους

Στις 6 Μαρτίου 1921, υπογράφηκε το σοβιετο-τουρκικό σύμφωνο φιλίας (με 16 άρθρα και 3 παραρτήματα). Εκεί συμφωνήθηκε η δωρεά από τους σοβιετικούς στους κεμαλικούς 10.000.000 χρυσών ρουβλίων. Από τις 25 Δεκεμβρίου 1921 μέχρι 5 Ιανουαρίου 1922, πήγε στην Τουρκία ο Γενικός Στρατιωτικός Διοικητής της Κόκκινης Στρατιάς της Ουκρανίας Frunze ο οποίος υπέγραψε, στις 2 Ιανουαρίου 1922, ουκρανο-τουρκικό σύμφωνο φιλίας, με 16 άρθρα. Εξάλλου, σύμφωνα με αρχειακές πηγές, η Σοβιετική Ένωση παρεχώρησε στους κεμαλικούς, το 1920-1922, εκτός από χρυσό, και πολεμικό υλικό (μέσω των πόλεων Νοβοροσίσκ, Tuapse και Μπατούμ), 39.000 τουφέκια, 327 πολυβόλα, 54 πυροβόλα, 63.000.000 σφαίρες, 147.000 οβίδες και ο κατάλογος συνεχίζεται με σπαθιά, ξιφολόγχες, χειροβομβίδες, αντιασφυξιογόνες προσωπίδες κ.ά.Ακόμη, στις 9 Απριλίου 1921, οι Τούρκοι έλαβαν από τους σοβιετικούς 30.000 χρυσά ρούβλια, για βοήθεια των περιοχών που λεηλατήθηκαν από τα στρατεύματα κατοχής.

Στις 25 Μαΐου 1921, εγκαινιάστηκε, με σοβιετική βοήθεια, εργοστάσιο πυρίτιδας και φυσιγγίων στην Άγκυρα. Στις 30 Οκτωβρίου 1921, η Σοβιετική Ένωση παρέδωσε στους κεμαλικούς δύο καταδιωκτικά πλοία. Το χρυσάφι εξακολουθεί να καταφθάνει και το 1922. Αφού ο Τσιτσέριν υποσχέθηκε, το 1921, 10.000.000 ρούβλια, το 1922 παραχωρήθηκαν 3.500.000 χρυσά ρούβλια. Την ίδια χρονιά, ο Aralov παραχωρεί 20.000 λίρες για αγορά τυπογραφείου και κινηματογραφικών μηχανών. Την ίδια χρονιά, ο Frunze παρέδωσε 100.000 χρυσά ρούβλια για τα ορφανοτροφεία των παιδιών που οι γονείς τους σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Αναφερόμενος στις παραπάνω βοήθειες ο Κεμάλ είπε σε λόγο του: Θα ήταν έγκλημα αν το έθνος μας ξεχνούσε αυτήν τη βοήθεια.

Στο θέμα της σοβιετικής βοήθειας πάντοτε, ρωσικές και τουρκικές αρχειακές πηγές μας πληροφορούν ότι η Τουρκία με το σοβιετικό χρυσάφι αγόρασε: Από τη Γαλλία 1.500 ελαφρά οπλοπολυβόλα, 2.735 κιβώτια φυσίγγια, 10 υπόστεγα αεροπλάνων, 4 μηχανές αεροπλάνων, 3 ραδιοφωνικούς σταθμούς, 200 φορτηγά αυτοκίνητα, 1 συμπιεστή αερίου, 130 τόνους βενζίνης και λιπαντικών και 2 τόνους δέρματα για σόλες παπουτσιών. Με το σοβιετικό χρυσάφι επίσης αγόρασε από την αμερικανική εταιρεία Standard Oil 800 τόνους βενζίνης και από την Ιταλία 20 αεροπλάνα (τύπου Spot ΧIII), 97 τόνους πυρίτιδα, 20.000 τυφέκια και 4.310.000 σφαίρες.

Για ποιο λόγο ο Λένιν βοήθησε τον Κεμάλ

Ο Κεμάλ Ατατούρκ δεν ήταν κομμουνιστής, αντιθέτως επέβαλε ένα σύγχρονο, δυτικού τύπου αστικό κράτος στην Τουρκία, βάζοντας τέλος στο Οθωμανικό καθεστώς.

Ποιος ήταν τότε, ο λόγος που η τότε Σοβιετική Ένωσε έστελνε πλουσιοπάροχα βοήθεια στον πόλεμό του κατά της Ελλάδας;

Οι μαρξιστές Έλληνες ιστορικοί, (Κορδάτος, Γαβριηλίδου, Σβορώνος), και η επίσημη ιστοριογραφία του ΚΚΕ εντάσσουν τη Μικρασιατική Εκστρατεία στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών της μεταπολεμικής περιόδου. Η Ελλάδα θεωρείται όργανο της αγγλογαλλικής πολιτικής, ενώ η Σοβιετική Ρωσία εμφανίζεται ως αντιιμπεριαλιστικός σύμμαχος του κεμαλικού κινήματος. Σύμφωνα με αυτή τη σχολή, η ήττα της Ελλάδας θεωρείται ιστορικά αναπόφευκτη, καθώς ένα μικρό καπιταλιστικό κράτος δεν μπορούσε να επιβάλει ιμπεριαλιστική πολιτική χωρίς τα μέσα μιας μεγάλης δύναμης.
Η σοβιετική βοήθεια προς τον Κεμάλ παρουσιάζεται ως θεμιτή και επαναστατικά δικαιολογημένη.

Η σύγχρονη αναθεωρητική ιστοριογραφία απορρίπτει ιδεολογικές ερμηνείες και δίνει έμφαση στη λειτουργία του Ελληνικού κράτους, στις πολιτικές αποφάσεις και στους διεθνείς συσχετισμούς.

Με άλλα λόγια, θεωρεί τη Μικρασιατική Καταστροφή αποτέλεσμα συνδυασμού εσωτερικών και διεθνών παραγόντων.

Ο Κώστας Κωστής, εκπροσωπεί μια σύγχρονη προσέγγιση πολιτικής και κοινωνικοοικονομικής ιστορίας, στο βιβλίο του «Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας», ερμηνεύει τη Μικρασιατική Εκστρατεία ως κορύφωση των φιλοδοξιών αλλά και των περιορισμών του ελληνικού κράτους. Η σοβιετική βοήθεια προς τον Κεμάλ εντάσσεται στο γεωπολιτικό πλαίσιο της διάλυσης του συστήματος των Βερσαλλιών, αλλά δεν θεωρείται ο κύριος παράγοντας της ελληνικής ήττας. Κεντρική έννοια αποτελεί η «κρατική ικανότητα» (state capacity) και η ασυμμετρία μεταξύ ελληνικών φιλοδοξιών και διαθέσιμων πόρων.

Με αυτή την άποψη συμφωνεί και η  διεθνής ιστοριογραφία για τη Μικρασιατική Καταστροφή

Ο Erik J. Zürcher  στο έργο του Turkey: A Modern History, εντάσσει τη σοβιετική–κεμαλική συμμαχία στο πλαίσιο της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της συγκρότησης του τουρκικού εθνικού κράτους. Αναγνωρίζει τη σοβιετική βοήθεια (χρήματα, όπλα, πολιτική στήριξη) ως κρίσιμο παράγοντα για τη στρατιωτική επιτυχία του Κεμάλ, αλλά τονίζει ότι ο κεμαλισμός ήταν πρωτίστως εθνικιστικό και κρατικοκεντρικό κίνημα, όχι σοσιαλιστικό. Για τον Zürcher, η ελληνική ήττα οφείλεται σε συνδυασμό στρατιωτικών λαθών, διπλωματικής απομόνωσης και επιτυχημένης τουρκικής εθνικής κινητοποίησης.

Ο Sean McMeekin στο The Ottoman Endgame, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στον ρόλο της Σοβιετικής Ρωσίας και τονίζει ότι η μπολσεβικική βοήθεια προς τον Κεμάλ υπήρξε στρατηγική επιλογή για την ανατροπή του συστήματος των Βερσαλλιών. Υπογραμμίζει τον όγκο της σοβιετικής χρηματοδότησης και τον εξοπλισμό του κεμαλικού στρατού, θεωρώντας τη σοβιετική παρέμβαση σημαντικό γεωπολιτικό παράγοντα της τουρκικής νίκης. Ωστόσο, και αυτός δεν αποδίδει την ελληνική ήττα αποκλειστικά στη Σοβιετική Ένωση, αλλά σε συνδυασμό στρατηγικών και πολιτικών παραγόντων.

Ο Mark Mazower στο The Balkans και σε άλλα έργα, προσεγγίζει τη Μικρασιατική Καταστροφή στο πλαίσιο της κρίσης των πολυεθνικών αυτοκρατοριών και της ανάδυσης των εθνικών κρατών. Η σοβιετική υποστήριξη στον Κεμάλ ερμηνεύεται ως μέρος της ευρύτερης ανατροπής της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής τάξης, ενώ η ελληνική εκστρατεία θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων του εθνικού επεκτατισμού μικρών κρατών. Ο Mazower δίνει έμφαση στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές συνέπειες της Καταστροφής (προσφυγιά, εθνοκάθαρση, μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας).

Πηγές:

 Κωνσταντίνου Κ. Παπουλίδη, Ο ελληνικός κόσμος από τα μάτια σοβιετικού πρεσβευτή στην Τουρκία S. I. Aralov

ΑΡΔΗΝ https://ardin-rixi.gr/archives/267929