Η εξουσία συγκεντρώνεται, η δημοκρατία φθείρεται

Αννα Διαμαντοπούλου 23 Φεβ 2026

Η Ελλάδα λειτουργεί εδώ και χρόνια με ένα έντονα πρωθυπουργοκεντρικό πολιτικό σύστημα, στο οποίο η συγκέντρωση της εξουσίας αποδυναμώνει τον ρόλο της Βουλής και ακυρώνει τα θεσμικά αντίβαρα. Το μοντέλο αυτό αναπαράγεται σε όλα τα επίπεδα: κυβέρνηση, υπουργεία, αυτοδιοίκηση και κόμματα. Το πρόβλημα δεν είναι τεχνοκρατικό ούτε αφορά πρόσωπα, είναι βαθιά θεσμικό. Και η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά και συνταγματική.

Στην Ελλάδα ζούμε εδώ και χρόνια σε ένα πρωθυπουργοκεντρικό κράτος. Ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο η εξουσία συγκεντρώνεται στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού, με αποτέλεσμα τη συστηματική αποδυνάμωση της Βουλής και την υποβάθμιση του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Οι βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας σπανίως αντιδρούν, ακόμη και όταν διαφωνούν. Η κοινοβουλευτική διαδικασία περιορίζεται συχνά στην επικύρωση ειλημμένων αποφάσεων.

Αυτό δεν αποτελεί αναπόφευκτο χαρακτηριστικό των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Πρόσφατα, στο Εργατικό Κόμμα στη Βρετανία, είδαμε βουλευτές της πλειοψηφίας να αμφισβητούν ανοιχτά κυβερνητικές επιλογές και να θέτουν όρια στην ηγεσία. Εκεί, η Βουλή και τα κόμματα λειτουργούν ως θεσμοί με αυτονομία. Στην Ελλάδα, αντίθετα, το σύστημα έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε η πειθαρχία να υπερισχύει της θεσμικής ευθύνης.

Το πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο δεν περιορίζεται στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας. Αναπαράγεται σε όλα τα επίπεδα.

Η κυβέρνηση λειτουργεί με υπουργοκεντρική λογική: οι υπουργοί ασκούν εξουσία χωρίς ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο, με περιορισμένη διαβούλευση και με άμεσες εντολές προς τη διοίκηση.

Η αυτοδιοίκηση παραμένει σε μεγάλο βαθμό δημαρχοκεντρική, με αδύναμα συλλογικά όργανα και περιορισμένα αντίβαρα.

Τα κόμματα λειτουργούν κατά κανόνα αρχηγοκεντρικά.

Υπάρχουν κόμματα ανοιχτά προσωποπαγή και κόμματα με όργανα, καταστατικά και διαδικασίες. Όμως και στις δύο περιπτώσεις, η πραγματικότητα συχνά δεν διαφέρει: οι βασικές πολιτικές επιλογές, οι κατευθύνσεις και το «έτσι θέλω» ανήκουν στον αρχηγό, ενώ τα όργανα καλούνται εκ των υστέρων να επικυρώσουν.

Το πρόβλημα αυτό δεν διορθώνεται με αλλαγή προσώπων. Αναπαράγεται επειδή οι κανόνες το επιτρέπουν. Γι’ αυτό και η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση δεν μπορεί να είναι επικοινωνιακή ή διαχειριστική. Είναι θεσμική. Και ξεκινά από το Σύνταγμα.

Πριν από δύο χρόνια συμμετείχα σε εκδήλωση στην Κένυα, σε συνεργασία με ινστιτούτο που ασχολείται με την ανάπτυξη της Αφρικής. Εκεί παρουσιάστηκε ένα πιλοτικό πρόγραμμα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας για την αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης.

Σε μια εντυπωσιακή προσομοίωση, δίπλα στους υπουργούς εμφανιζόταν ένα avatar ως ψηφιακό τους αντίστοιχο: ένα avatar-υφυπουργός που είχε ανά πάσα στιγμή πλήρη γνώση των προϋπολογισμών, της στελέχωσης, των ελλείψεων, των επιδημιολογικών δεδομένων, των διεθνών χρηματοδοτήσεων και των βέλτιστων πρακτικών παγκοσμίως.

Το σύστημα λειτουργούσε.

Η πληροφορία ήταν πλήρης.

Οι τεχνικές λύσεις διαθέσιμες.

Κι όμως, ακόμη κι έτσι, τα βασικά προβλήματα δεν θα εξαφανίζονταν. Γιατί τα προβλήματα μιας χώρας δεν είναι μόνο διοικητικά ή τεχνοκρατικά. Είναι θεσμικά και πολιτικά. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να υποστηρίξει αποφάσεις· δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη λογοδοσία, τη διάκριση των εξουσιών και τα θεσμικά αντίβαρα.

Η Ελλάδα χρειάζεται μια ουσιαστική θεσμική επανεκκίνηση, και αυτή δεν μπορεί παρά να είναι συνταγματική.

Το άρθρο 86 πρέπει να αλλάξει, ώστε να τερματιστεί η προνομιακή μεταχείριση των υπουργών που υπονομεύει την ισότητα απέναντι στον νόμο και έχει καταστεί σύμβολο ατιμωρησίας.

Το άρθρο 90 πρέπει να αναθεωρηθεί, ώστε να διασφαλιστεί πραγματική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Το άρθρο 16 χρειάζεται αλλαγή, ώστε να επιτραπούν μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια.

Το άρθρο 110 πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε η αναθεωρητική Βουλή να έχει ουσιαστικό και δεσμευτικό ρόλο στη διαμόρφωση των συνταγματικών αλλαγών.

Πυρήνας του προβλήματος παραμένει η υπερσυγκέντρωση εξουσίας που παγιώθηκε μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986. Το σύστημα αυτό διαμόρφωσε ένα έντονα πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο, με περιορισμένα θεσμικά αντίβαρα, υποβαθμίζοντας τον ρόλο της Βουλής και οδηγώντας σε υπερσυγκεντρωτική διακυβέρνηση, αρχηγοκεντρικά κόμματα και υπουργοκεντρικά υπουργεία.

Απαιτείται αποκατάσταση της ισορροπίας.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να αποκτήσει ουσιαστικό θεσμικό ρόλο, όχι απλώς ως «ζώσα σημαία», αλλά ως διακριτός και ισχυρός πόλος της εκτελεστικής λειτουργίας.

Η εκλογή του θα μπορούσε να γίνεται από ένα ευρύτατο σώμα, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει τη Βουλή, εκπροσώπους της αυτοδιοίκησης και άλλους θεσμικούς παράγοντες, ώστε να εξασφαλίζεται ισχυρή δημοκρατική νομιμοποίηση χωρίς μεταβολή της μορφής του πολιτεύματος.

Η εκλογή από ευρύτερα σώματα ή η άμεση εκλογή ισχύει ήδη σε χώρες με παρόμοιο πολίτευμα, όπως η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Φινλανδία.

Ο ρόλος του Προέδρου θα μπορούσε να ενισχυθεί ιδίως σε ζητήματα εγγύησης της συνταγματικής τάξης, επιλογής των ηγεσιών των ανωτάτων δικαστηρίων και των ανεξάρτητων αρχών, μέσα από θεσμικές διαδικασίες και αυξημένες πλειοψηφίες.

Η αλλαγή του πολιτικού συστήματος δεν εξαντλείται στην εκτελεστική εξουσία. Επεκτείνεται στον τρόπο εκλογής των βουλευτών, στον αριθμό τους, στη σταθερή περιοδικότητα των εκλογών και —κυρίως— στη λειτουργία των κομμάτων.

Τα κόμματα οφείλουν να λειτουργούν με θεσμικά κατοχυρωμένες δημοκρατικές διαδικασίες: κανόνες επιλογής υποψηφίων, διαφάνεια, λογοδοσία και οικονομικό έλεγχο.

Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί να ανοίξει σοβαρά η συζήτηση για την κατάργηση του σταυρού προτίμησης.

Η ποιότητα της Δημοκρατίας εξαρτάται από την ποιότητα των πολιτικών οργανισμών που τη συγκροτούν.

Όλα αυτά φαντάζουν δύσκολα, σύνθετα, ίσως και μακρινά.

Αν, όμως, δεν είμαστε διατεθειμένοι να αλλάξουμε τους κανόνες του παιχνιδιού, τότε ας είμαστε ειλικρινείς: θα συνεχίσουμε να αναζητούμε «σωτήρες».

Σωτήρες που εμφανίζονται, υπόσχονται, προσωποποιούν τη λύση και τελικά προσαρμόζονται στο ίδιο πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα που υποτίθεται ότι θα ανέτρεπαν. Σωτήρες που δεν αλλάζουν τη λειτουργία της εξουσίας, αλλά απλώς την καταλαμβάνουν.

Η Δημοκρατία δεν σώζεται μόνον από πρόσωπα.

Σώζεται από θεσμούς, κανόνες και ισορροπίες.

Αν δεν προχωρήσουμε σε μια ουσιαστική θεσμική και συνταγματική επανεκκίνηση, τότε η αλυσίδα των «σωτήρων» δεν θα σπάσει ποτέ. Θα αναπαράγεται. Και μαζί της θα αναπαράγεται η φθορά της Δημοκρατίας.