Η παραβατική συμπεριφορά και η βία στις σύγχρονες κοινωνίες και ιδιαιτέρως στους ανήλικους, δρομολογούν έντονο προβληματισμό και ανησυχία στους πολίτες. Ενισχυτικά στην διαμόρφωση αυτού του κλίματος λειτουργεί και η παρουσιαζόμενη επικαιρότητα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης σε συνδυασμό και με την στάση της πολιτείας, η οποία ασχολείται κατά κύριο λόγο με την καταστολή και την εύκολη χρέωση ευθυνών στους γονείς, ενώ δεν αναζητούνται και πολύ περισσότερο δεν αντιμετωπίζονται τα γενεσιουργά αίτια αυτού του φαινομένου.
Η παραβατική συμπεριφορά και στάση των ανηλίκων και γενικότερα των νέων είναι πλέον παγκόσμιο φαινόμενο, φτάνει δε μέχρι και την εγκληματική δραστηριοποίηση. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ΠΟΥ (World Health Organization, WHO) το 42% των ανθρωποκτονιών ετησίως σε παγκόσμιο επίπεδο αποδίδεται σε δράστες ηλικίας 10 έως 29 ετών (2020).
Στην Ελλάδα το πρώτο 3μηνο του 2025 συνελήφθησαν περισσότεροι από 3.000 ανήλικοι για παραβατικές συμπεριφορές. Κάθε ημέρα καταγράφονται 23 περιπτώσεις εγκληματικότητας ανηλίκων, ενώ κάθε χρόνο σε όλη την Ελλάδα καταγράφονται 10-11.000 κρούσματα βίας από ανηλίκους. Το 2024 σύμφωνα με τον αρμόδιο υπουργό Προστασίας του Πολίτη κατεγράφησαν 10.968 υποθέσεις παραβατικότητας και βίας ανηλίκων με 14.956 ανήλικους δράστες, δηλαδή αύξηση 40,81% στις υποθέσεις παραβατικότητας και 43,80% στους δράστες.
Είναι εμφανές, ότι η παραβατικότητα των ανηλίκων, δηλαδή η συμμετοχή σε παράνομες ενέργειες ή δραστηριότητες που κάνουν άτομα, τα οποία δεν έχουν ενηλικιωθεί σύμφωνα με την νομική προσέγγιση, «κρούει τον κώδωνα του κινδύνου» για το μέλλον, εάν δεν αντιμετωπισθούν τα γενεσιουργά αίτια αυτού του φαινομένου, τα οποία σχετίζονται με το σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας των σύγχρονων μαζοποιημένων κοινωνιών.
Η αναζήτηση των αιτίων της παραβατικότητας των ανηλίκων δείχνει εμφατικά την σχέση τους με την κοινωνική λειτουργία και το περιεχόμενο της στους διάφορους τομείς δραστηριοποίησης. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μη παραγωγή συνεκτικών αξιών στο πλαίσιο της συμβίωσης στις τοπικές κοινωνίες σε συνδυασμό με την μαζική διοχέτευση προτύπων με οπτική κοινωνίας του θεάματος (περιεχόμενο και νόημα στην ζωή προσδίδουν το θέαμα και η εντύπωση, που προκαλεί) με την αξιοποίηση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αρνητικές παρενέργειες στα ανθρώπινα ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Επίσης η χρήση του διαδικτύου οδηγεί τους νέους στην αποστασιοποίηση από την κοινωνική λειτουργία και στην ανάπτυξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Ενισχυτικά σε αυτό λειτουργεί και η μη καλλιέργεια κοινωνικής συνείδησης και ενσυναίσθησης στο εκπαιδευτικό σύστημα ούτε και της συνεργασίας των μαθητών στο πλαίσιο της μαθησιακής διαδικασίας. Προτεραιότητα είναι ο ανταγωνιστικός ατομικισμός με στόχο την επίτευξη καλής βαθμολογίας και υλικού ευδαιμονισμού στην προοπτική του χρόνου, ακόμη και σε συνθήκες διευρυνόμενων κοινωνικών ανισοτήτων.
Παράλληλα οι αρνητικές οικονομικές συνθήκες, όπως είναι η ανεργία, οι ανισότητες και η βίωση οικονομικής κρίσης διαμορφώνουν κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας για το μέλλον, που θα βιώσουν οι σημερινοί ανήλικοι. Σε συνδυασμό δε με την διαφθορά, που διαπερνά την βιωνόμενη πραγματικότητα και την έλλειψη θετικών ισορροπιών ως προς την ατομική οικονομική προοπτική οικοδομείται η οπτική του υλικού ευδαιμονισμού και της αποδοχής από τους συνομηλίκους με εργαλείο την βίαιη και παραβατική συμπεριφορά (π.χ. σχολικός εκφοβισμός). Ουσιαστικά διαμορφώνεται μια κοινωνική πραγματικότητα, η οποία δεν λειτουργεί με σημείο αναφοράς συνεκτικές αξίες με ηθικό φορτίο.
Οι συνθήκες είναι ακόμη χειρότερες για τις γυναίκες, οι οποίες ήδη από την εφηβική ηλικία εργαλειοποιούνται είτε για καταναλωτικούς λόγους (π.χ. η ομορφιά είναι προϊόν της περιποίησης, δηλαδή της κατανάλωσης ουσιών, οι οποίες προσδίδουν «φρεσκάδα και λάμψη» στο δέρμα αλλά ρυπαίνουν το περιβάλλον) είτε για σεξουαλικούς. Για παράδειγμα στο πλαίσιο της δίωξης του κυβερνοεγκλήματος στην Βόρεια Ελλάδα πραγματοποιήθηκε επιχείρηση με την κωδική ονομασία «Άρτεμις» και έγιναν 4 συλλήψεις για πορνογραφία ανηλίκων μέσω του διαδικτύου (14.2.2026). Είναι εμφανές, ότι ο αξιακός προσανατολισμός δεν οδηγεί σε συνθήκες μη εκμετάλλευσης των συνανθρώπων ούτε και στην οικοδόμηση λειτουργικών κοινωνικών ισορροπιών με σημείο αναφοράς το ανθρώπινο συμφέρον και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Πολύ σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών από την παιδική ηλικία παίζουν και οι συνθήκες, που βιώνουν οι ανήλικοι στο πλαίσιο της οικογενειακής ζωής, όπως είναι η έλλειψη γονεϊκής επιτήρησης και ενασχόλησης με τις βιωνόμενες συνθήκες από τα παιδιά, επειδή οι γονείς δεν έχουν επαρκή χρόνο, η κακή οικονομική κατάσταση και η ενδοοικογενειακή βία. Αν ληφθεί υπόψη η άνοδος της ενδοοικογενειακής βίας και οι συνεχώς διευρυνόμενες ανισότητες γίνεται αμέσως ορατός ο κυοφορούμενος βίαιος αξιακός προσανατολισμός.
Τέλος θετικά ως προς την ανάπτυξη βίαιων παραβατικών συμπεριφορών λειτουργούν και οπτικές υποβάθμισης των συνανθρώπων, όπως είναι ο κοινωνικός στιγματισμός, ο ρατσισμός και οι προκαταλήψεις. Βέβαια η παραβατική συμπεριφορά μπορεί επίσης να οφείλεται σε βιολογικές αιτίες, όπως ορμονικές διαταραχές, καθώς και σε ψυχολογικές ανισορροπίες.
Το πρόβλημα της παραβατικότητας των ανηλίκων αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις και οικοδομεί συνθήκες υψηλού κινδύνου, αν συνυπολογισθεί και η διαχείριση του στο πολιτικό πεδίο, η οποία δεν αντιμετωπίζει τα γενεσιουργά του αίτια, που σχετίζονται με το σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας της κοινωνίας, αλλά εξαντλεί τα όρια της στην καταστολή των περιπτώσεων παραβατικότητας από ανηλίκους, ενώ ταυτοχρόνως δεν διαπερνάται από ολιστική οπτική, ώστε να αντιμετωπίζονται ή να αποφεύγονται οι πολυδιάστατες παρενέργειες αυτού του πολυπαραγοντικού φαινομένου.
Για παράδειγμα είναι εύκολο να χρεώνεται η ευθύνη στους γονείς. Όμως στο πλαίσιο των βιωνόμενων συνθηκών ζωής ο διαθέσιμος χρόνος για την οικογενειακή λειτουργία είναι ανεπαρκής. Παράλληλα στα σύγχρονα μαζοποιημένα αστικά κέντρα δεν αναπτύσσεται κοινωνική ζωή και επικοινωνία, ακόμη και αν οι οικογένειες μένουν στην ίδια πολυκατοικία.
Πολύ περισσότερο δεν πραγματοποιούνται στις τοπικές κοινωνίες δραστηριότητες, οι οποίες θα συμβάλλουν στην οικοδόμηση κοινωνικής συνείδησης και ενσυναίσθησης από την παιδική ηλικία, όπως δράσεις με οικολογική οπτική ή παροχής βοήθειας σε συνανθρώπους, οι οποίοι έχουν ανάγκη. Το εκπαιδευτικό σύστημα (αν το αρμόδιο υπουργείο ευαισθητοποιηθεί και διαθέσει επαρκές ειδικευμένο προσωπικό) σε συνεργασία με την κοινωνία πολιτών (π.χ. συλλόγους γονέων) και την τοπική αυτοδιοίκηση θα μπορούσαν να συμβάλλουν αποφασιστικά.
Η προσέγγιση και ανάλυση της πραγματικότητας δείχνουν, ότι η παραβατικότητα των ανηλίκων σχετίζεται άμεσα με τις κοινωνικές συνθήκες και την πολιτική διαχείριση της αντιμετώπισης της σε συνδυασμό και με την οπτική του υλικού ευδαιμονισμού και της βραχυπρόθεσμης βίωσης του στο πλαίσιο της κοινωνίας του θεάματος, ακόμη και αν με αυτό τον τρόπο δεν προωθείται το ανθρώπινο και το κοινωνικό συμφέρον.
Αυτή η κατεύθυνση όμως παράγει πολύ επικίνδυνες ανισορροπίες, ενώ παράλληλα αποδυναμώνει την κοινωνική συνοχή. Η συνέχιση αυτής της πορείας δεν παράγει λειτουργική και βιώσιμη προοπτική. Τόσο το πολιτικό σύστημα όσο και οι πολίτες με τις δομές της κοινωνίας πολιτών πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους για την αναγκαία «αλλαγή πλεύσης».