Ταξίδι Μεγάλης Μέρας Μέσα στη Νύχτα

Ελισσαίος Βγενόπουλος 07 Ιαν 2026

Οικογένεια στο ημίφως: αγάπη, μίσος και ενοχή σε μια μέρα που δεν τελειώνει ποτέ

Η Οικογένεια είναι πεδίο μάχης και καταφύγιο μαζί, τόπος κληρονομημένων πληγών, αγάπης που πονά, σιωπών που κραυγάζουν, ζήλιας και φθόνου που εξουθενώνει.

Η υπόθεση του έργου «Το μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα» δεν είναι απλώς «τι συμβαίνει». Είναι το πώς μια οικογένεια κάθεται γύρω από το τραπέζι και τρώει τα απομεινάρια των ψευδαισθήσεών της. Είναι σπίτι - φυλακή, μέρα - νάρκη και νύχτα -εξομολόγηση. Ο Ο’Νηλ δεν ενδιαφέρεται για πλοκές με ανατροπές, ενδιαφέρεται για τον αργό, σχεδόν σαδιστικό φωτισμό της αλήθειας.

Βρισκόμαστε στο σπίτι των Τάιρον, μια οικογένεια που έχει περάσει από τη δόξα στη μικρή καθημερινή ταπείνωση. Ο πατέρας, ο Τζέιμς Τάιρον, διάσημος κάποτε ηθοποιός, έχει χτίσει την καριέρα του πάνω σε έναν ρόλο που τον έκανε πλούσιο και ταυτόχρονα φτωχό, εισπρακτικά ασφαλής επιτυχία, καλλιτεχνικά βάλτος. Έμεινε εκεί, σφιχταγκαλιάζοντας το χρήμα με τη νευρικότητα κάποιου που φοβάται ότι το φως θα σβήσει και το ταμείο θα μείνει άδειο. Η τσιγκουνιά του δεν είναι ελάττωμα χαρακτήρα μόνο, είναι τρόμος που φοράει παλτό αξιοπρέπειας. Μόνο που αυτός ο τρόμος στέρησε από την οικογένεια γιατρούς της προκοπής, σπίτια της προκοπής, φροντίδα της προκοπής. Όλα μετρημένα σε δολάρια, όλα απλήρωτα σε αγάπη και ενδιαφέρον.

Στον αντίποδα ή μάλλον, στο ίδιο τραπέζι, η Μαίρη, η μητέρα, αιωρείται σαν οπτασία. Απόμακρη, τρυφερή, διαβρωμένη. Ο εθισμός της στα ναρκωτικά δεν περιγράφεται ως «κατάχρηση» αλλά ως πλωτή απόδραση, η μορφίνη γίνεται ο μικρός, λευκός παράδεισός της, όπου η ένταση μειώνεται, οι ενοχές χαμηλώνουν και το παρελθόν ξαναβάφεται ροζ. Είναι γυναίκα που αγαπά και πληγώνει ταυτόχρονα, που μιλά για το μοναστήρι που δεν πήγε ποτέ, για τη μουσική που δεν μελέτησε ποτέ, για τις ζωές που δεν έζησε ποτέ. Και αυτή η λέξη «ποτέ» απλώνεται σαν υγρασία στους τοίχους. Η τραγωδία της δεν είναι μόνο η εξάρτηση, είναι το γεγονός πως είχε μια υπόσχεση ζωής και τη σπατάλησε σε ρόλο συζύγου περιοδεύοντα ηθοποιού. Μικρό όνειρο, μεγάλο κενό.

Οι δυο γιοι λειτουργούν σαν καθρέφτες σπασμένοι σε δύο κομμάτια. Ο πρωτότοκος, ο Τζέιμι, είναι ευφυής, κυνικός, διαλυμένος. Αυτοσαμποτάρεται με την τελειομανία κάποιου που έχει ήδη παραιτηθεί. Γνωρίζει την αλήθεια των γονιών του και τους τιμωρεί μ’ αυτήν. Είναι ο πιο σκληρός κριτής της οικογένειας, ίσως γιατί μοιάζει υπερβολικά μαζί τους. Και, βέβαια, αγαπά τον αδελφό του τόσο βαθιά όσο τον ζηλεύει, η αγάπη στον Ο’Νηλ δεν είναι ποτέ καθαρή, είναι κρασί ανακατεμένο με ξύδι.

Ο μικρότερος, ο Έντμοντ, είναι το σχεδόν-άλτερ-έγκο του συγγραφέα. Ευαίσθητος, ποιητικός, βλέπει τη θάλασσα και θέλει να χαθεί μέσα της, όχι γιατί ρομαντικοποιεί τον θάνατο αλλά γιατί η ζωή του μυρίζει κλεισούρα. Πάσχει από φυματίωση, και η ασθένεια γίνεται ο μεγεθυντικός φακός του οικογενειακού δράματος, ποιος θα πληρώσει τον «καλό» γιατρό; Πόσο κοστίζει ένα επιπλέον έτος ζωής; Ξαφνικά, η τσιγκουνιά του πατέρα δεν είναι οικονομικός χαρακτήρας αλλά απειλή θανάτου. Ο Έντμοντ παλεύει ανάμεσα στην πίστη στην ποίηση του κόσμου και στην κυνική διαπίστωση ότι η οικογένεια είναι εργοστάσιο ενοχής.

Η μέρα ξεκινά σχετικά ήρεμα, με εκείνη τη νευρική ησυχία που προμηνύει καταιγίδα. Οι διάλογοι αρχικά κουβαλούν ένα προσωπείο, αστεϊσμοί, μικρές αιχμές, ελπίδες ότι «αυτή τη φορά» η Μαίρη είναι καλύτερα. Σιγά σιγά, τα προσωπεία πέφτουν. Η υποψία επιστρέφει, παίρνει ξανά μορφίνη; λέει την αλήθεια; Στο σπίτι κυκλοφορεί μια σκιά που όλοι βλέπουν και όλοι κάνουν πως δεν βλέπουν, σαν ελέφαντας με σατέν κουρτίνα στους ώμους. Οι κατηγορίες ξεκινούν δειλά, μετά γίνονται ορχήστρα, το ποιος φταίει είναι το οικογενειακό  τους σπορ.

Καθώς η μέρα γέρνει, η νύχτα τους ξεκουμπώνει. Το ποτό ρέει, η γλώσσα λύνεται, η άμυνα σπάει. Η Μαίρη γλιστρά ξανά στον ομιχλώδη κόσμο της μορφίνης, μιλώντας σαν κορίτσι που δεν μεγάλωσε ποτέ. Ο Τζέιμς μεθά και γίνεται πιο αληθινός, άρα πιο σκληρός, αγαπά την οικογένειά του, αλλά η αγάπη του κουβαλά παλιά οικονομικά τεφτέρια. Ο Τζέιμι ομολογεί τη ζηλόφθονη επιθυμία του να παρασύρει τον αδελφό του προς την καταστροφή, γιατί δεν αντέχει να τον δει να πετυχαίνει εκεί όπου ο ίδιος βούλιαξε. Και ο Έντμοντ μιλά για τη θάλασσα, για στιγμές καθαρής ένωσης με το σύμπαν, ενώ ταυτόχρονα βήχει αίμα. Ρομαντισμός χωρίς οξυγόνο.

Η «υπόθεση» λοιπόν δεν είναι μυστήριο που λύνεται, είναι πληγή που ανοίγει. Κάθε πρόσωπο παλεύει με ένα τριπλό φάντασμα, αυτό που έκανε, αυτό που δεν έκανε και αυτό που θα μπορούσε να έχει γίνει. Ο Ο’Νηλ στήνει μια οικογενειακή τράπεζα εξομολογήσεων, όπου όλοι είναι ταυτόχρονα θύματα και θύτες, ερωτευμένοι με τον πόνο τους γιατί είναι το μόνο τους σταθερό περιουσιακό στοιχείο. Η νύχτα φέρνει όχι λύτρωση αλλά καθαρότητα, οι μάσκες πέφτουν και απομένει ένα απλό, σχεδόν γυμνό γεγονός. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται, αλλά δεν ξέρουν πώς να μην καταστρέφουν ό,τι αγαπούν.

Στο τέλος, η Μαίρη κατεβαίνει τις σκάλες σαν φάντασμα ντυμένο νύφη του παρελθόντος της, χαμένη σε παλιές αναμνήσεις πιάνου, μοναστηριού, «αν ήταν αλλιώς». Οι άντρες την κοιτούν όπως κοιτάς μια θάλασσα που δεν μπορείς να σώσεις ούτε να κλείσεις. Δεν υπάρχει μεγάλη δραματική κορύφωση, μόνο εκείνη η σιωπή που ακούγεται πιο δυνατά από τις κραυγές. Το ταξίδι μιας μέρας μέσα στη νύχτα τελειώνει χωρίς εξόδιο άσμα. Μόνο με τη συνειδητοποίηση ότι αυτή η νύχτα δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία.

Και αν κάτι κάνει την υπόθεση του έργου αληθινά αδυσώπητη, είναι πως δεν προσφέρει ηρωισμούς ή μεγάλες χειρονομίες. Προσφέρει μικρά ψέματα γύρω από ένα τραπέζι. Προσφέρει ανθρώπους που θα μπορούσαν να είναι στο διπλανό σπίτι, ή για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, στο δικό μας.

Η νέα παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας στο θέατρο Μπάρρυ, το «Ταξίδι Μεγάλης Μέρας Μέσα στη Νύχτα», στέκει με σεμνότητα και αυτοπεποίθηση απέναντι στο ογκώδες υλικό του Ευγένιου Ο’Νιλ. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με θόρυβο και υπερβολές επιλέγει τη σιωπή, τη λεπτομέρεια, τη βραδεία καύση των αποκαλύψεων. Ο Γιώργος Ζαμπουλάκης υιοθετεί μια σκηνοθεσία εσωστρεφή, πειθαρχημένη, με καθαρότητα στόχου, να φωτίσει τους μηχανισμούς της οικογενειακής φθοράς χωρίς εξάρσεις θεατρινισμού. Η παράσταση παραμένει όμορφη με το σχεδόν ασκητικό της μέτρο και έντιμη επειδή δεν ωραιοποιεί τίποτε. Αφήνει τον λόγο του έργου να εκτεθεί, μαζί με τα τραύματά του.

Το σκηνικό περιβάλλον σχηματίζει έναν ενιαίο χώρο, όπου το σπίτι γίνεται κάτι περισσότερο από τόπος, μετατρέπεται σε παγίδα μνήμης, σε θάλαμο ομίχλης όπου η αλήθεια και η ψευδαίσθηση εναλλάσσονται σαν φως και σκιά. Οι φωτισμοί επιτελούν ουσιαστικό δραματουργικό ρόλο, καταγράφοντας τη διαδρομή της μέρας προς τη νύχτα, αλλά και τη βύθιση των προσώπων σε ένα εσωτερικό σκότος. Η ατμόσφαιρα δεν κραυγάζει, υποβάλλει σιγά, σχεδόν ύπουλα, σαν υγρασία που εισχωρεί παντού.

Οι ερμηνείες κινούνται σε ενιαίο ύφος, με αξιοσημείωτη πειθαρχία και ευγένεια μέσων. Η Θεοδώρα Σιάρκου αποφεύγει τον συναισθηματικό εκβιασμό και πλάθει μια Μαίρη Ταϊρόν εύθραυστη και τρομακτικά καθαρή στη βύθισή της. Ο Βασίλης Κόκκαλης ως Τζέιμς Ταϊρόν ξεδιπλώνει έναν άνδρα που αναμετριέται με τη σκιά του, χωρίς να υποκύπτει σε ευκολίες μίμησης ή στόμφου. Ο ρόλος κερδίζει βάθος μέσα από τις ρωγμές, εκεί όπου η ειρωνεία συναντά την κούραση και η απόσταση συναντά μια ανομολόγητη τρυφερότητα. Ο μονόλογος για τα παιδικά του χρόνια είναι σπαρακτικός. Ο Βαγγέλης Παπαγιαννόπουλος αποδίδει πειστικά τον Τζέιμς Τζούνιορ, με ακρίβεια στην εσωτερική φθορά και ένα υπόγειο χιούμορ που λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στην κατάρρευση. Ο Δημήτρης Καρακούσης δίνει μια ερμηνεία χαμηλών τόνων, με σιωπές που βαραίνουν περισσότερο από τις λέξεις. Η Γεωργία Μυλωνά προσφέρει ανάσες ελαφρότητας, χωρίς να διαρρηγνύει το πυκνό δραματικό πλαίσιο.

Η παράσταση δεν αναζητά «μοντέρνες» αναγνώσεις με το ζόρι ούτε επενδύει σε θεαματικές μεταμορφώσεις. Η δύναμή της έγκειται αλλού, στη σταθερή προσήλωση στον ρυθμό του έργου, στην εμπιστοσύνη στις λέξεις και στην υπομονή με την οποία αφήνει τους χαρακτήρες να αποκαλυφθούν.

Παρά τη συνολική αρτιότητα, η παράσταση παρουσιάζει αδυναμίες που δεν περνούν απαρατήρητες. Η σκηνοθετική συγκράτηση, αν και έντιμη, συχνά μετατρέπεται σε αδράνεια, οι ρυθμοί πλαταίνουν, η ένταση χαμηλώνει. Η αισθητική ομοιομορφία του σκηνικού τοπίου, με την επίμονη ομίχλη, και την τερατώδη δύναμη που ασκούν οι ηθοποιοί για να ανοίξουν ή να κλείσουν, μια εύθραυστη πόρτα, αγγίζει τη μονοτονία και επαναλαμβάνει το ίδιο σύμβολο μέχρι εξάντλησης. Ο κήπος που αναπτύσσεται έξω από το μεγάλο παράθυρο είναι φτωχός και ασήμαντος. Ούτως ή άλλως λίγες σεφλέρες δεν μπορούν να αποτελέσουν πειστικό περιβάλλοντα χώρο του νότου.   Η παράσταση συνολικά δείχνει να φοβάται την αιχμή, την ειρωνεία, τον σκληρό καθρέφτη του σήμερα. Έτσι, το βάρος του έργου γίνεται σε στιγμές «καλό» αλλά ακίνδυνο θέατρο, κομψό, ευπρεπές, όμως χωρίς εκείνη τη ρωγμή που πονά και μένει.

Έτσι, το «Ταξίδι» στην Πάτρα γίνεται μια λιτή, καλοδουλεμένη, καλοπαιγμένη συνάντηση με έναν κλασικό τίτλο. Χωρίς φωνές, χωρίς περιττά στολίδια. Μόνο άνθρωποι που στέκονται στο ημίφως και παλεύουν με ό,τι δεν λέγεται.

Το «Ταξίδι Μεγάλης Μέρας Μέσα στη Νύχτα» κατέχει κεντρική θέση στο παγκόσμιο θέατρο γιατί συμπυκνώνει, με σχεδόν κλινική ακρίβεια, τον πυρήνα της ανθρώπινης τραγικότητας στη σύγχρονη εποχή. Δεν στηρίζεται σε βασιλιάδες και μύθους, αλλά σε ένα σαλόνι, σε μια οικογένεια που διαλύεται αργά, σαν κερί που λιώνει χωρίς θεατρικές φλόγες. Ο Ο’Νιλ τολμά να κάνει πρωταγωνιστές τις ενοχές, τις εξαρτήσεις, την κληρονομημένη ντροπή, δείχνοντας ότι η κόλαση δεν είναι κάτι υπερβατικό, είναι το οικογενειακό τραπέζι και καρέκλες του που τρίζουν. Το έργο άνοιξε τον δρόμο για μια εξομολογητική, ψυχαναλυτικής έντασης δραματουργία, όπου ο ρεαλισμός συνομιλεί με την ποίηση και ο καθημερινός λόγος αποκτά μεταφυσικό βάρος. Η σημασία του δεν έγκειται μόνο στο θέμα, αλλά στον αμείλικτο τρόπο θέασής του, ξεγυμνώνει τον μύθο της «ευτυχισμένης οικογένειας» και αποκαλύπτει την εύθραυστη ανθρώπινη ταυτότητα, αφήνοντας το παγκόσμιο θέατρο με μια πληγή που δεν κλείνει, αλλά μας κάνει να βλέπουμε καθαρότερα, γιατί η οικογένεια είναι το πρώτο μας θέατρο, ρόλοι που δεν διαλέξαμε, τρυφερότητα, φθόνος και ενοχές, φως που ζεσταίνει και καίει, μια αγκαλιά που κρατά γλυκά και πνίγει μέχρι ασφυξίας.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Μετάφραση: Χριστόφορος Βογιατζής

Σκηνοθεσία: Γιώργος Ζαμπουλάκης

Σκηνογραφία-Ενδυματολογία: Θάνος Βόβολης

Σχεδιασμός ήχου: Χρύσανθος Χριστοδούλου

Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Σωτηρόπουλος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Χριστόφορος Βογιατζής

Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Δάφνη Τσιντζέλη

Διεύθυνση παραγωγής :Τίνα Γιοβάνη

Οι φωτογραφίες είναι του Χριστόφορου Βογιατζή

ΔΙΑΝΟΜΗ:

Τζέιμς Ταϊρόν: Βασίλης Κόκκαλης

Μαίρη Κάβαν Ταϊρόν: Θεοδώρα Σιάρκου

Τζέιμς Ταϊρόν Τζούνιορ: Βαγγέλης Παπαγιαννόπουλος

Έντμοντ Ταϊρόν: Δημήτρης Καρακούσης

Καθλίν: Γεωργία Μυλωνά