Δεν είναι τυχαίο, ότι στις εκλογικές διαδικασίες για την ανάδειξη των κυβερνήσεων στην Ελλάδα δεν συμμετέχει η κοινωνική πλειοψηφία, ενώ ταυτοχρόνως στις δημοσκοπήσεις διαπιστώνεται κόπωση και έλλειψη εμπιστοσύνης στους πολίτες ως προς τις δημοσιοποιούμενες επαγγελίες των κομμάτων για την πορεία προς το μέλλον.
Η προσέγγιση και ανάλυση του εκφερόμενου λόγου από τα κόμματα και το πολιτικό προσωπικό οδηγεί σε έντονο προβληματισμό και ερωτήματα για την πολιτική λειτουργία, τα οποία στηρίζονται στην βιωνόμενη πραγματικότητα. Εύλογα ο απλός πολίτης αναρωτιέται, αν, αντί να ηθικολογούν και να μην σχεδιάζουν επαρκώς μακροπρόθεσμα, ενώ παράλληλα δεν αντιμετωπίζουν τους πολίτες ως ατομικά και συλλογικά υποκείμενα αλλά ως καταναλωτές πολιτικών μηνυμάτων, θα ήταν λειτουργικό και με προοπτική για την πορεία προς το μέλλον να αλλάξουν ριζικά προσανατολισμό και οπτική διαχείρισης της εξέλιξης με σημείο αναφοράς το ανθρώπινο συμφέρον, ακόμη και αν διατηρούν την ιδεολογική τους ταυτότητα.
Αυτό βέβαια σημαίνει, ότι θα πρέπει να γίνει ολική πολιτική επανεκκίνηση, η οποία έχει πολλές διαστάσεις και προϋποθέτει, ότι το πολιτικό σύστημα έχει τόσο την βούληση όσο και την αποφασιστικότητα για την πραγματοποίηση ριζικών αλλαγών στο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας σε συνεννόηση και συνεργασία με την κοινωνία πολιτών ως συλλογικό υποκείμενο, που λειτουργεί χωρίς εξαρτήσεις από κόμματα και εκφράζει το ανθρώπινο και το κοινωνικό συμφέρον.
Συγκεκριμένα στο πλαίσιο της επανεκκίνησης επιβάλλεται η αποστασιοποίηση από την οπτική της εργαλειοποίησης του ανθρώπου για την προώθηση της οικονομικής απόδοσης και της λειτουργικότητας των διαφόρων κοινωνικών συστημάτων. Αυτό βέβαια προϋποθέτει την άμεση αποκατάσταση λειτουργικών σχέσεων με τους πολίτες, οι οποίες στηρίζονται σε επικοινωνιακή λογική, που απευθύνεται και ενεργοποιεί την ορθολογική σκέψη ως εργαλείο ανάλυσης των πολιτικών μηνυμάτων και όχι το συναίσθημα και το θυμικό με στόχο την χειραγώγηση των πολιτών.
Αυτό δεν είναι εύκολο όμως, διότι από το ένα μέρος δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς η κοινωνία πολιτών στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα η διαφθορά αποτελεί δομικό στοιχείο του συστήματος κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας με παρενέργεια να αναγκάζονται πολλοί πολίτες να προσανατολίζονται ανάλογα στην κοινωνική και πολιτική τους δραστηριοποίηση (π.χ. το «μέσον» ως εργαλείο επίτευξης ευημερίας έστω και σε χαμηλό βαθμό).
Επίσης βασικό κριτήριο του σχεδιασμού στους διάφορους τομείς δραστηριοποίησης πρέπει να είναι η βιωσιμότητα και οι λειτουργικές κοινωνικές ισορροπίες, ώστε να αποφεύγεται η οικοδόμηση ανισορροπιών και ανισοτήτων μεταξύ των πολιτών, που συρρικνώνουν την κοινωνική συνοχή.
Ο σχεδιασμός δε και η διαχείριση της αναπτυσσόμενης δυναμικής πρέπει να διαπερνάται από ολιστική οπτική και να είναι επαρκώς μακροπρόθεσμος, ώστε να προπορεύεται της εξέλιξης και με τον αναγκαίο συνυπολογισμό των πιθανών αρνητικών παρενεργειών στην προοπτική του χρόνου να γίνεται προληπτική αντιμετώπιση των γενεσιουργών τους αιτίων και όχι των επιπτώσεων τους.
Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ανεύθυνη εξόρυξη και χρήση ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ενέργειας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις στο κλίμα με την εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα και την υπερθέρμανση. Και αυτό γίνεται σε χώρες, όπως η Ελλάδα, που μπορούν και πρέπει να καλύπτουν τις ενεργειακές τους ανάγκες με Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (π.χ. ηλιακή και αιολική ενέργεια).
Η κλιματική αλλαγή και οι πολύ οδυνηρές επιπτώσεις της, οι οποίες δείχνουν εμφατικά, ότι απειλείται η βιωσιμότητα του ανθρώπου και όχι μόνο, στην προοπτική του χρόνου, επιταχύνουν την συνειδητοποίηση της ανάγκης πραγματοποίησης της ολικής πολιτικής επανεκκίνησης, ώστε να μπορεί η κοινωνία να ανταποκριθεί στις ανάγκες, που διαμορφώνουν οι νέες συνθήκες.
Αυτό σημαίνει, ότι πρέπει να γίνεται λειτουργική διαχείριση του χρόνου και να λαμβάνονται αποφάσεις, οι οποίες προπορεύονται της διαχείρισης της εξέλιξης. Ειδάλλως δημιουργούνται επικίνδυνες ανισορροπίες για την βιωσιμότητα, χωρίς να αντιμετωπίζονται τα γενεσιουργά αίτια (π.χ. η κλιματική αλλαγή με τα ακραία καιρικά φαινόμενα και η ρύπανση του περιβάλλοντος).
Στο πλαίσιο δε της παγκοσμιοποίησης και της συμμετοχής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο σχεδιασμός της πορείας της κοινωνίας προς το μέλλον πρέπει να γίνεται με συνυπολογισμό της ισχυρής αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης των κρατών μελών στους διάφορους τομείς δραστηριοποίησης.
Τέλος ακόμη δυο παράμετροι παίζουν σημαντικό ρόλο για την πραγματοποίηση της ολικής πολιτικής επανεκκίνησης και του εκσυγχρονισμού της πολιτικής λειτουργίας. Πρώτον σε σχέση με το πολιτικό προσωπικό πρέπει να τονισθεί, ότι είναι ζωτικής σημασίας ανάγκη να διαθέτει και στο ατομικό επίπεδο επιστημονικά μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης και σχεδιασμού της πραγματικότητας στην δυναμική προβολή της στο μέλλον.
Δεύτερον ως προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του εκφερόμενου πολιτικού λόγου επιβάλλεται η άμεση απαλλαγή από την τοξικότητα, την ηθικολογία, τις γενικόλογες επαγγελίες, την εξιδανίκευση του μέλλοντος ως προς την υλική ευημερία και την διαφημιστικού τύπου πολιτική επικοινωνία.
Με βάση όλες αυτές τις δομικών διαστάσεων αλλαγές στην λειτουργία του πολιτικού συστήματος είναι εφικτή η ολική πολιτική επανεκκίνηση; Βέβαια το θέμα δεν είναι, εάν πληροί τις προϋποθέσεις για αυτές τις δομικών διαστάσεων αλλαγές, διότι το επιβάλλουν τόσο οι συνθήκες και η δυναμική της εξέλιξης όσο και η ταχύτατη ροή του χρόνου και η μαζική αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, με αποτέλεσμα να απειλούνται ακόμη και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης οντότητας με τον τρόπο, που αξιοποιούνται.
Αυτό σημαίνει, ότι δεν υπάρχουν άλλοι «οδοί διαφυγής». Για αυτό όσο πιο γρήγορα δρομολογηθεί η επανεκκίνηση, τόσο πιο σίγουρο είναι, ότι θα πραγματοποιηθούν οι αναγκαίες αλλαγές, ώστε το πολιτικό σύστημα να εκσυγχρονισθεί για να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες συνθήκες και στην ταχύτατα εξελισσόμενη δυναμική της εξέλιξης.
Σε αυτό το πλαίσιο πολύ σημαντική και αναγκαία παράμετρος είναι και η ουσιαστική ενεργοποίηση της κοινωνίας πολιτών με εργαλείο τον διάλογο τόσο με τους πολίτες στις τοπικές κοινωνίες όσο και με το πολιτικό σύστημα σε θεσμοθετημένες διαδικασίες διαλόγου, ώστε να συμμετέχει στην δημοκρατική λειτουργία ως συλλογικό υποκείμενο, το οποίο θα εκφράζει την κοινωνική πλειοψηφία και το κοινωνικό συμφέρον. Προϋπόθεση βέβαια είναι η αποστασιοποίηση της κοινωνίας πολιτών από την οπτική της επίτευξης βραχυπρόθεσμης υλικής ευημερίας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αρνητικές επιπτώσεις σε βάθος χρόνου, οι οποίες υποσκάπτουν την ποιότητα ζωής και την ανθρώπινη βιωσιμότητα.