Η εύκολη και συχνά επιφανειακή κριτική προς την Ευρωπαϊκή Ένωση καλλιεργεί έναν ύπουλο αντιευρωπαϊσμό ακόμη και μέσα στο λεγόμενο ευρωπαϊκό τόξο
Στον δημόσιο διάλογο της χώρας μας η Ευρωπαϊκή Ένωση επανέρχεται συχνά ως θέμα συζήτησης κυρίως όταν κάτι δεν λειτουργεί όπως θα θέλαμε. Όταν ξεσπά μια κρίση, όταν μια ευρωπαϊκή απόφαση προκαλεί αντιδράσεις ή όταν η Ένωση δείχνει αργή και περίπλοκη. Τότε εμφανίζονται πάλι οι γνώριμες φωνές κριτικής. Φωνές πολλές, συχνά έντονες σχεδόν εχθρικές. Πλήθυναν τέτοιες φωνές τον τελευταίο καιρό.
Η κριτική αυτή δεν προέρχεται μόνο από δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως αντιευρωπαϊκές. Αυτό θα ήταν αναμενόμενο. Εκείνο που αξίζει μεγαλύτερης προσοχής είναι ότι παρόμοιος λόγος ακούγεται συχνά και από πολιτικές δυνάμεις που ανήκουν –τουλάχιστον τυπικά– στο λεγόμενο ευρωπαϊκό τόξο. Δυνάμεις που δηλώνουν πως στηρίζουν την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, αλλά ταυτόχρονα υιοθετούν μια ρητορική που συχνά υπονομεύει, ηθελημένα ή αθέλητα, την εμπιστοσύνη προς το ίδιο το ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ασφαλώς δεν είναι αλάνθαστη. Δεν υπήρξε ποτέ και δεν θα υπάρξει ποτέ. Πρόκειται για ένα σύνθετο πολιτικό σύστημα, αποτέλεσμα συμβιβασμών μεταξύ κρατών και διαφορετικών πολιτικών παραδόσεων. Οι διαδικασίες της είναι συχνά αργές και οι αποφάσεις δύσκολες.
Η κριτική προς τις ευρωπαϊκές πολιτικές είναι λοιπόν εύλογη και, ως τέτοια, θεμιτή και αναγκαία. Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην κριτική που επιδιώκει τη βελτίωση της Ευρώπης και σε εκείνη που καλλιεργεί τη δυσπιστία προς αυτήν.
Στην Ελλάδα έχουμε συχνά την τάση να αντιμετωπίζουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση σαν έναν εξωτερικό μηχανισμό που αποφασίζει ερήμην μας. Σαν μια απρόσωπη «Ευρώπη» που άλλοτε μας επιβάλλει πολιτικές και άλλοτε αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες μας. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι κάποιος τρίτος.
Είναι τα κράτη-μέλη της.
Είναι οι κυβερνήσεις τους.
Είναι οι πολίτες τους.
Είναι και η Ελλάδα.
Όταν παρουσιάζουμε κάθε δύσκολη ή δυσάρεστη απόφαση ως «απόφαση των Βρυξελλών», δημιουργούμε την εντύπωση ότι η χώρα βρίσκεται απλώς στη θέση του παθητικού αποδέκτη. Έτσι όμως δεν εξηγούμε την πραγματικότητα — την απλουστεύουμε, και ταυτόχρονα καλλιεργούμε, συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, ένα υπόγειο ρεύμα καχυποψίας προς το ίδιο το ευρωπαϊκό εγχείρημα..
Αυτός είναι ίσως ο πιο ύπουλος αντιευρωπαϊσμός: εκείνος που δεν δηλώνεται ανοιχτά, αλλά διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από έναν λόγο μόνιμης δυσπιστίας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την ευρωπαϊκή της παρουσία ως αναγκαστικό συμβιβασμό. Οφείλει να είναι ενεργό και δημιουργικό μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας.
Όσοι υποστηρίζουμε την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι η συμμετοχή μας σε αυτό το μεγάλο εγχείρημα κινδυνεύει όχι μόνο από όσους το αντιστρατεύονται ανοιχτά αλλά και από όσους το ναρκοθετούν με έναν λόγο διαρκούς αμφισβήτησης.
Η ευρωπαϊκή ενότητα ξεκίνησε ως όραμα λίγων και, μετά την τραγωδία δύο παγκοσμίων πολέμων, μετουσιώθηκε σε ελπίδα εκατοντάδων εκατομμυρίων Ευρωπαίων που επέλεξαν να αφήσουν πίσω τις παλιές αντιπαλότητες και να οικοδομήσουν μια κοινότητα συνεργασίας.
Υπάρχουν ασφαλώς πολλά που πρέπει να βελτιωθούν ή να αλλάξουν στην Ευρώπη. Αυτό όμως που προέχει είναι να την προστατεύσουμε. Να προστατεύσουμε την Ευρώπη — το μεγάλο μας σπίτι.
Η απάντηση στα προβλήματα της Ευρώπης δεν μπορεί να είναι η αποδυνάμωσή της.
Η απάντηση είναι περισσότερη Ευρώπη.
Περισσότερη συνεργασία, περισσότερη πολιτική ενοποίηση, περισσότερη κοινή ευθύνη.
Οφείλουμε να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις των καιρών και να συμμετέχουμε ενεργά στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού μέλλοντος. Να πρωταγωνιστήσουμε σε αυτή την πορεία. Ρόλος παθητικού παρατηρητή σε αυτό το εγχείρημα δεν ταιριάζει στην Ελλάδα.
Άλλος δρόμος για να κληροδοτήσουμε μια χώρα καλύτερη από αυτή που κληρονομήσαμε δεν υπάρχει.
Αν πιστεύουμε πραγματικά στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, οφείλουμε να το πούμε καθαρά.
Ναι στην Ευρώπη χωρίς αστερίσκους.