Από την Καισαριανή και ως τις Μαργαρίτες της Κρήτης

Γιώργος Ουρανός 26 Φεβ 2026

Μόλις δύο μήνες αργότερα από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή, αρχές  Αυγούστου του 1944  συνετελέσθηκε στη Κρήτη, άλλη μία ομαδική εκτέλεση φυλακισμένων, αυτή τη φορά ποινικών κρατούμενων, με μια όμοια αιτιολογία. Ο λόγος αυτή τη φορά, ήταν η απαγωγή ενός Γερμανού στρατιωτικού έξω από τη κωμόπολη των Μαργαριτών του Ρεθύμνου και η αιχμαλωσία του σε κρησφύγετο  στον Ψηλορείτη.

Εκτελώντας αμάχους    

Η τακτική, του να εκτελούνται ομαδικά άμαχοι από τους Γερμανούς κατακτητές κατά τη  Γερμανική κατοχή  σαν αντίποινα για τους θανάτους Γερμανών στρατιωτών εφαρμόστηκε σε εκατοντάδες συμβάντα σε όλη την Ελληνική επικράτεια, από Βιάννο της Κρήτης ως τα Καλάβρυτα  και από το Δίστομο της Βοιωτίας ως τα Κερδύλια των Σερρών. Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι τουλάχιστον 95.000 άμαχοι Έλληνες έπεσαν θύματα των θηριωδιών τους. Ενώ οι μαζικές εκτελέσεις αμάχων στην Ελλάδα στη διάρκεια της Κατοχής είναι εκατοντάδες και καλά τεκμηριωμένες με στοιχεία (με στρατιωτικά ημερολόγια, αφηγήσεις ανθρώπων της εποχής, καταγραφές των ελληνικών αρχών με τον ορισμό σχετικών επιτροπών και τις μεταπολεμικές ανακριτικές διαδικασίες του ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου), το δημοσιοποιημένο φωτογραφικό υλικό για αυτές είναι ελάχιστο, με πιο γνωστή την φρικτή εκτέλεση αμάχων στο Κοντομαρί Χανίων (Ιούνιος του 1941).

Η  «έκθεσις  Καζαντζάκη»

Το ιστορικό κείμενο «η έκθεσις Καζαντζάκη», όπως ονοματίστηκε, αποτελεί το προϊόν της έρευνας που διενήργησε μια τετραμελής επιτροπή  η οποία συστάθηκε τον Μάϊο του 1945 , από τον υπηρεσιακό πρωθυπουργό Πέτρο Βούλγαρη, με αποστολή να περιοδεύσει την Κρήτη , και σε σύντομο χρονικό διάστημα ,να διαπιστώσει και να περιγράψει τα γεγονότα με τις ωμότητες που είχαν διαπράξει οι Γερμανοί κατακτητές στη Κρήτη. Για να διασφαλιστεί η εγκυρότητα των στοιχείων που θα συλλέγονταν, στην επιτροπή ορίστηκαν άτομα με αυξημένες ικανότητες και  κύρος. Συντονιστής της επιτροπής ορίστηκε ο Νίκος Καζαντζάκης ,και μέλη ο Ιωάννης Καλιτσουνάκης εκ Χανίων και ο Ιωάννης Κακριδής  και οι δύο καθηγητές  φιλολογίας και ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών , καθώς και ως συνεπικουρούν μέλος ο διακεκριμένος φωτογράφος Κωνσταντίνος Κουτουλάκης επίσης εκ Χανίων.  Πράγματι η επιτροπή ταξίδεψε στη Κρήτη και από τις 29 Ιουνίου έως και τι 6 Αυγούστου του 1945 ολοκλήρωσε το σκοπό της επίσκεψής της. Επισκέφθηκε 76 χωριά της Κρήτης , στο σύνολό τους από αυτά που ονομάσθηκαν Μαρτυρικά χωριά και συνέλεξε με πολύ προσοχή και αντικειμενικότητα, στοιχεία που μαρτυρούσαν τις ωμότητες πoυ είχαν διαπράξει οι Γερμανοί κατακτητές.

  Στον επίλογό της , η επιτροπή επισημαίνει 

΄΄Το βέβαιον είναι ότι το μίσος των Γερμανών το εδοκίμασεν ιδιαιτέρως η Ελληνική Μεγανόνησος .Δεν υπάρχει πόλις ή χωρίον που να μην εληστεύθη , να μην ηγγαρεύθη ,να μην πενθεί ολίγους ή πολλούς τυφεκισμένους και ομήρους αποσταλέντας εις την Γερμανίαν.’’                                                                                                                                                       

Εκτελώντας ανυποψίαστους φυλακισμένους 

Η ομαδική εκτέλεση όμως των 200 φυλακισμένων από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στη Καισαριανή από τους απάνθρωπους ναζιστές, αποτελεί μια ιδιαιτερότητα καθότι οι εκτελεσθέντες  ουδεμία σχέση είχαν με το συμβάν για το οποίο υπήρξαν τα αντίποινα. Ο λόγος της εκτέλεσης ήταν η συμπλοκή ανάμεσα σε μια αντάρτικη ομάδα  και μια περίπολο από Γερμανούς στρατιωτικούς στην περιοχή των Μολάων της Λακωνίας και όπου σκοτώθηκαν ένας Γερμανός Υποστράτηγος και τρεις συνοδοί του. Η εκτέλεση έγινε την πρωτομαγιά του 1944.

Η εκτέλεση, με αφορμή τις Μαργαρίτες Ρεθύμνου

Μόλις δύο μήνες αργότερα, αρχές του Αυγούστου του 1944  συνετελέσθηκε στη Κρήτη, μια ακόμη ομαδική εκτέλεση φυλακισμένων, αυτή τη φορά ποινικών κρατούμενων, με όμοια αιτιολογία, που ήταν η απαγωγή ενός Γερμανού στρατιωτικού από μια αντάρτικη ομάδα , έξω από ένα κεφαλοχώρι σχεδόν κωμόπολη, εκείνη  των Μαργαριτών του Ρεθύμνου και η αιχμαλωσία του σε κρησφύγετο στον Ψηλορείτη. Δυστυχώς δεν διασώθηκαν γραπτά ή φωτογραφικά ντοκουμέντα που να καταγράφουν ακριβώς τα γεγονότα της εκτέλεσης. Οι πληροφορίες προέρχονται από προφορικές διηγήσεις κατοίκων των Μαργαριτών και  των πλησιέστερων χωριών. Και μάλιστα αυτή η εκτέλεση των κρατουμένων δεν θα γινόταν γνωστό, αν κατά τύχη δεν υπήρχε και ένας νεαρός κρατούμενος στις φυλακές,  κάτοικος της κωμόπολης ο οποίος εκτελέστηκε μαζί με τους άλλους. Οι πληροφορίες ανέφεραν ότι οι κρατούμενοι προέρχονταν από τις φυλακές της πόλης του Ρεθύμνου και τις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού. Ο χώρος της εκτέλεσης ήταν κάποια  περιοχή του Ηρακλείου. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων   δυστυχώς ποτέ δεν έγινε γνωστός.   

Το συμβάν της απαγωγής  

Ο συγκεκριμένος αξιωματικός τον οποίο απήγαγαν οι αντιστασιακοί, διέμενε στην πόλη του Ρεθύμνου, διατηρούσε μια ερωτική σχέση στην κωμόπολη των Μαργαριτών, κατ΄εκβιασμό ή ηθελημένα από τη πλευρά της κοπέλας. Κάποιες ημέρες της εβδομάδας ο αξιωματικός, επισκεπτόταν απογευματινές ή νυκτερινές ώρες την κωμόπολη. Κάποιες φορές ερχόταν με ένα  υπηρεσιακό τζίπ και με συνοδό κάποιο Γερμανό στρατιώτη. Όμως κάποιες άλλες φορές ερχόταν  μόνος του με μία στρατιωτική μοτοσυκλέτα. Από τις αντάρτικες ομάδες που είχαν τα κρησφύγετά  τους στον Ψηλορείτη, στους πρόποδες του οποίου βρίσκεται η κωμόπολη, αποφασίστηκε να του στήσουν ενέδρα και να τον απαγάγουν. Πράγματι η παράτολμη αποστολή ανατέθηκε σε μια συγκεκριμένη ομάδα από σαμποτέρ. Η ημέρα του σαμποτάζ η οποία τους είχε γίνει ήδη γνωστή, όπως είχε γίνει γνωστό και το ότι ο αξιωματικός θα ήταν μόνος του οδηγώντας τη μοτοσυκλέτα του. Εδώ δημιουργείται ο προβληματισμός μήπως υπήρχε η πληροφορία στους σαμποτέρ από την ίδια την κοπέλα την οποία επισκεπτόταν ο Γερμανός αξιωματικός, γιατί, ποιος άλλος θα μπορούσε να ξέρει ότι εκείνη την ακριβή ημερομηνία καθώς επίσης το ότι θα ήταν μόνος του, πλην εκείνης.  Πράγματι οι σαμποτέρ του έστησαν ενέδρα σε ένα σημείο λίγο έξω από την κωμόπολη, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν σε κάποιο κρησφύγετό τους.

Η επόμενη ημέρα

Εφόσον την επόμενη ημέρα ο αξιωματικός δεν εμφανίστηκε στο γραφείο του, από τις έρευνες που διενέργησαν οι Γερμανοί και ίσως και με τη συνδρομή πληροφοριών τις οποίες πιθανόν να είχαν, έβγαλαν το συμπέρασμα για την απαγωγή του αξιωματικού. Κατά το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, μια μεγάλη ομάδα από Γερμανούς στρατιώτες με καμιόνια εμφανίστηκαν στις Μαργαρίτες και περικύκλωσαν την κωμόπολη.  Μέσα σε λίγες ώρες είχαν μαζέψει στην πλατεία, όλους τους άνδρες που είχαν βρει στα σπίτια και στους δρόμους. Από μαρτυρίες ήταν κάποιες δεκάδες  άνδρες, νέοι και μεσήλικες. Τους γέροντες  δεν τους είχαν συλλάβει. Χωρίς να χάνουν χρόνο και με μια συμπεριφορά  πολύ βάναυση, τους έσπρωχναν ώστε να σχηματίσουν μια γραμμή, προετοιμάζοντάς τους για εκτέλεση. Συγχρόνως το εκτελεστικό απόσπασμα είχε πάρει θέση απέναντι από τους μελλοθανάτους.

Χάϊ Χίτλερ !  Χάϊ Χίτλερ!        

Ενώ όλα ήταν έτοιμα για την εκτέλεση και ο αξιωματικός που θα έδινε το παράγγελμα είχε πάρει τη θέση του, μια απελπισμένη γυναικεία φωνή ακούστηκε μέσα από τα σοκάκια του χωριού που σαν μια πνιχτή κραυγή έσκισε την απόλυτη σιγή των τραγικών στιγμών. Η γυναικεία φωνή ήταν με γνήσια  Γερμανική προφορά και επαναλάμβανε μια προσφιλή των Γερμανών ναζί  φράση, ως  :   Χάϊ Χίτλερ !  Χάϊ  Χίτλερ ! Χάϊ Χίτλερ !                                                                                               Η φωνή συνεχώς και ακούγονταν και πιο δυνατά, πράγμα που δήλωνε πως η γυναίκα που φώναζε, έτρεχε με ‘’την ψυχή στο στόμα’’. Η κατεύθυνση από όπου ερχόταν η γυναίκα ήταν κατηφορική αφού η πλατεία ήταν στην κάτω γειτονιά του χωριού και έτσι επιτάχυνε συνεχώς το τρέξιμό της. Παρόλη την παγερή ατμόσφαιρα του θανάτου που επικρατούσε και το ψυχρό σαν το πάγο ύφος του αξιωματικού και των στρατιωτών, οι Γερμανοί τρόμαξαν. Η χροιά της απελπισίας στη φωνή της γυναίκας, ήταν τρομακτική και το ίδιο απερίγραπτη ήταν και η αμηχανία του αξιωματικού. Οι κραυγές δημιουργούσαν ένα άκουσμα  ωσάν να ήταν η βουή που προηγείται και  προαναγγέλλει ένα μεγάλο σεισμό.  Από ένστικτο και μόνο, ο αξιωματικός σήκωσε το αριστερό του χέρι κρατώντας το μετέωρο και χωρίς να έχει τον έλεγχο της επόμενης κίνησής του. Ήδη όμως η γυναικεία φιγούρα που ήταν η αιτία  αυτής της απερίγραπτης αναστάτωσης ωσάν μια άλλη Ιφιγένεια αφού διακινδύνευε και η ίδια τη ζωή της , αναμαλιασμένη με το φαρδύ της φόρεμα να ανεμίζει από το τρέξιμο και να της φτάνει ως τους ώμους από την ταραχή της και την αγωνία της, φάνηκε στο πιο μακρύ κατηφορικό σοκάκι του χωριού. Το δεξί της χέρι ήταν  παρατεταμένο μπροστά, τεντωμένο με τέτοια ένταση, ωσάν πραγματικά να χαιρετούσε τον Φύρερ! Η οπτασία που περνούσε σαν κινηματογραφική σκηνή μπροστά από τα μάτια του αξιωματικού ήταν σε μια άλλη νοητική διάσταση.

Η αποκάλυψη ‘’του ονείρου’’  

Ωστόσο η εικόνα της αναμαλιασμένης και της λουσμένης στην απελπισία γυναίκας τον συγκλόνισε. Τα δέκατα του δευτερολέπτου που έτρεχαν,  του δημιουργούσαν μια συγκεχυμένη εικόνα που μόνο σαν ‘’ ένα όνειρο’’ το αντιλαμβάνονταν. Σκεφτόταν :  Ήρθε ή δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου! Το χέρι του, από τη μετέωρη θέση που ήταν, με την εμφάνιση  της εικόνας της γυναίκας, πήρε το μήνυμα της αναμονής για την επόμενη κίνηση. Με ένα πολύ νευρικό  νεύμα έδωσε το σήμα του ‘’αναμείνατε’’ στα δάκτυλα των πυροβολητών  του εκτελεστικού  αποσπάσματος .  Ήδη τα δευτερόλεπτα αυτά είχαν τόση αξία που μετρούνταν όσο οι μερικές  δεκάδες  ζωές  των μελλοθανάτων. Σε δυο δευτερόλεπτα η γυναικεία οπτασία ήδη ήταν μπροστά στον αξιωματικό. Εκείνος αφού είχε δώσει το σήμα του ‘’αναμείνατε’’, είχε στραφεί  προς το μέρος του απρόσκλητου επισκέπτη,  που μόλις είχε φτάσει  με την ταχύτητα του κεραυνού. Η γυναίκα, με όση φωνή της είχε μείνει από τις απέλπιδες  κραυγές της και το λαχάνιασμά της,  μίλησε πρώτη. Με τη πρώτη της λέξη, ο αξιωματικός κατάλαβε ότι έχει να κάνει με Γερμανίδα γυναίκα και η έντασή του άρχισε να καταλαγιάζει. Με τα υπόλοιπα πρώτα της λόγια, άρχισε να εξυφαίνεται το μεγάλο μυστικό της παρουσίας της. Το γνωστικό σύστημα του αξιωματικού ήδη είχε φύγει από τα υψηλά επίπεδα της αδρεναλίνης  και μπορούσε πια να ακούσει με προσοχή τη συμπατριώτισά του, να του αφηγείται  με πολύ συντομία την ιστορία της.

Η αφήγηση  

Η μοιραία αυτή γυναίκα που ή εμφάνισή της, προσωρινά τουλάχιστον, είχε τόση δύναμη και αξία όση είχαν οι ζωές μερικών δεκάδων αθώων, με πολύ προσοχή καταρχήν έδωσε εξηγήσεις για   την παρουσία της στον τόπο του μαρτυρίου . Πράγματι ήταν Γερμανίδα, σύζυγος ενός  Έλληνα ο οποίος είχε γεννηθεί στο χωριό αυτό των Μαργαριτών και ο οποίος είχε σπουδάσει γιατρός στη Γερμανία και ως κάποια περίοδο κατοικούσαν και εργαζόταν στη Γερμανία. Την περίοδο αυτή  η σύζυγός του βρισκόταν  στο χωριό του. Ο αξιωματικός άκουγε με πολύ προσοχή την συνομηλήτριά του, η οποία ήδη από την πρώτη στιγμή του είχε κερδίσει την αξιοπιστία με τα λεγόμενά της. Από τα πρώτα λεπτά της σκηνής της συνομιλίας τους, ο κλοιός του θανάτου είχε ήδη αρχίσει τουλάχιστον  για λίγο να χαλαρώνει. Στους μελλοθανάτους μια μεγάλη απορία ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, τόση έντονη, που άγγιζε το ανεξήγητο. Όλοι άκουγαν τον διάλογό τους, κι ας μην καταλάβαιναν τι έλεγαν,  και κυριολεκτικά κρέμονταν από τα χείλη εκείνης της  γυναίκας που σε αυτούς βέβαια ήταν  γνωστή ως η σύζυγος συγχωριανού τους.Προσπαθούσαν να μαντέψουν το που θα κατέληγε αυτή η συζήτηση που είχε ανοίξει με τους δύο συνομιλητές. Άκουγαν, αλλά κανείς τους δεν καταλάβαινε αφού τα  Γερμανικά τους ήταν άγνωστη  γλώσσα. Όμως εντελώς διαισθητικά αντιλαμβάνονταν ότι η γυναίκα έδινε μια ΄΄μάχη’’ για το καλό τους! Αυτή η αίσθηση, ζέσταινε τις καρδιές τους. Τα λεπτά περνούσαν και όλων τα βλέμματα ήταν στραμμένα προς τα δύο  πρόσωπα, που συνδιαλέγονταν σε ένα περίεργο και αινιγματικό μοτίβο. Οι μόνοι που δεν πτοούνταν, ήταν οι στρατιώτες του αποσπάσματος που συνέχιζαν να έχουν παρατεταμένα τα όπλα τους σημαδεύοντας τους. Η μοιραία γυναίκα ωστόσο κατέβαλε όλο και μεγαλύτερη προσπάθεια στο να πείσει τον αξιωματικό ότι οι μελλοθάνατοι αυτοί ήταν αθώοι, καθότι δεν σχετίζονταν με το σαμποτάζ και την απαγωγή του Γερμανού αξιωματικού και έτσι δεν θα έπρεπε να εκτελεστούν.

Η διαπραγμάτευση 

Όπως βέβαια αργότερα μαθεύτηκε, καταρχήν ο αξιωματικός αιφνιδιάστηκε με την πρόταση της συνομιλήτριάς του. Όμως με τη συνέχεια της συζήτησης, τα επιχειρήματα  της μοιραίας αυτής  γυναίκας άρχισαν να κερδίζουν έδαφος. Το πρόσωπο του αξιωματικού ήδη είχε αρχίσει να χαλαρώνει και το πέπλο του θανάτου που τύλιγε την ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να ταλαντεύεται. Πράγματι σε λίγο και έχοντας μια συνεχή συζήτηση σε ήρεμους πια τόνους, ο αξιωματικός είχε καταρχήν θεωρήσει ως δυνητική την ακύρωση της εκτέλεσης. Όμως όπως πάντα επιβεβαιώθηκε κατόπιν , είχε προκύψει το ερώτημα για τον αξιωματικό ότι θα έπρεπε οπωσδήποτε να προβεί σε κάποια ενέργεια αντιποίνων. Αυτή ήταν η διαταγή από τους ανωτέρω του. Ήταν ανένδοτος στο ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν αντίποινα παρά μόνον με την ποινή της ομαδικής εκτέλεσης .

Η τελική απόφαση

Μετά από κάποια λεπτά, με όλη αυτή την ένταση στη συζήτηση, ήταν πια φανερό ότι ο αξιωματικός είχε βρει μια άλλη λύση στο πρόβλημα της εφαρμογής των αντίποινων. Το πιο πιθανόν είναι το ότι την λύση που σκέφτηκε δεν την ανακοίνωσε ούτε στην συνομιλήτριά του. Το θάρρος και η επιμονή της μοιραίας αυτής γυναίκας για πρόσωπα που δεν σχετίζονταν άμεσα με εκείνη, τον είχε συναρπάσει. Εκτίμησή μας είναι ότι εκείνος ήξερε το συμβάν στους Μολάους της Λακωνίας και την εκτέλεση των 200 κρατουμένων στην Καισαριανή. Μετά από τα λεπτά αυτής της συζήτησης, το κλίμα πια είχε αλλάξει εντελώς. Ο αξιωματικός άφησε τη συνομιλήτριά του και γυρνώντας προς τους στρατιώτες του αποσπάσματος έδωσε την διαταγή της ακύρωσης της εκτέλεσης. Σε δευτερόλεπτα το πέπλο του θανάτου που κάλυπτε τη πλατεία, εξαφανίστηκε. Στους μελλοθάνατους  δόθηκε η εντολή να φύγουν. Σε λίγη ώρα οι στρατιώτες άρχισαν να ανεβαίνουν στα καμιόνια. Η επιχείρηση για τα αντίποινα στις Μαργαρίτες είχε λήξει και μάλιστα ευνοϊκά μετά την παρέμβαση της ηρωϊδας αυτής γυναίκας.

Η εκτέλεση      

Τις επόμενες ημέρες έγινε γνωστή ότι η  τελική λύση είχε δοθεί σε χώρο που χρησιμοποιούνταν και για άλλες εκτελέσεις κάπου κοντά  στις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού στο Ηράκλειο. Εκεί εκτελέστηκαν κάποιοι  κρατούμενοι από τις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού μαζί με κάποιους άλλους  που είχαν μεταφερθεί από τις φυλακές του Ρεθύμνου σε μια ομαδική εκτέλεση. Έτσι γράφτηκε η τελευταία πράξη του επεισοδίου  της απαγωγής του Γερμανού αξιωματικού στις Μαργαρίτες. Αυτή ξεπληρώθηκε ως ένα ακόμη έγκλημα πολέμου, με το αίμα  ανυποψίαστων  κρατούμενων,  οι οποίοι κατ΄ ουδένα τρόπο  σχετίζονταν με το συμβάν της απαγωγής.