Οικονομική Μεταπολίτευση 2:

Γιάννης Σακιώτης 14 Ιαν 2013

Αναζητώντας προσανατολισμούς για την ελληνική οικονομία σε κλίμα  αβεβαιοτήτων για την διεθνή οικονομία και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα

.

.

Στη σημερινή συγκυρία, βρισκόμαστε σε ένα σημείο του έργου «Χρέος της Ελλάδας», όπου μόλις έφτασε το ιππικό (τελευταία συμφωνία με επαναγορά ομολόγων, μερική μείωση του χρέους και είσπραξη σημαντικών ποσών, άνοιγμα πιστοδοτικών γραμμών για τις τράπεζες από την ΕΚΤ, σημαντικές κινήσεις παροχής κεφαλαίων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, κάποια κινητικότητα με τις επενδύσεις), αλλά είναι ένα μεγάλο ερώτημα αν οι βαριά τραυματισμένοι αξιωματικοί (σημερινή κυβέρνηση) και οι βαριά τραυματισμένοι στρατιώτες (μεγάλες μάζες σε ή υπό εξαθλίωση), που κράτησαν το φυλάκιο όρθιο από τις επιθέσεις των Ινδιάνων (αγορές, τροϊκανές πολιτικές) θα επιβιώσουν. [Τραγική ειρωνεία: το ιππικό το αποτελούν οι ίδιοι που χρηματοδοτούσαν τις επιθέσεις των Ινδιάνων…]

.

Οι προοπτικές ανάκαμψης της οικονομικής καταστροφής, μιας ούτως ή άλλως προβληματικής οικονομίας, που λειτουργούσε επί δεκαετίες βασισμένη σε ένα χρεωκοπημένο μοντέλο που είχε απωλέσει την παραγωγική του βάση, αποτελούν για την ώρα ένα αναπάντητο ζήτημα. Το νέο φορολογικό σύστημα είναι αντι-αναπτυξιακό, επειδή, όπως λέει ο υπουργός Οικονομικών, έτσι απαιτεί η τρόικα (π.χ. δεν υπάρχουν φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας), η συνολική φιλοσοφία του πακέτου «διεύθυνσης» της χώρας που έχει επιβληθεί στην Ελλάδα, εξακολουθεί να έχει ως στόχο την εξυπηρέτηση του χρέους και όχι την ανάκαμψη, τα επιτόκια χορηγήσεων για τις επιχειρήσεις είναι σχεδόν τριπλάσια για τις ελληνικές επιχειρήσεις από ό,τι, π.χ., για τις γερμανικές ή τις ολλανδικές. Χωρίς λοιπόν φορο-απαλλαγές για τις νέες επιχειρήσεις ή για όσες επιχειρήσεις επενδύουν και με πολλαπλάσιο κόστος χρήματος για άντληση κεφαλαίων, η δημιουργία νέων, υγιών και ανταγωνιστικών διεθνώς μικρομεσαίων επιχειρήσεων, είναι πρακτικά αδύνατη.

.

Πολλοί παρεμβαίνοντες στη δημόσια συζήτηση, αλλά και η κυβέρνηση, με διάφορες ανακοινώσεις του υπουργού Ανάπτυξης, επικεντρώνουν σε σχέδια μεγάλης κλίμακας επενδύσεων, που θα δώσουν τη λύση. Αλλά αν υποθέσουμε ότι οι όποιοι επενδυτές θεωρούν ότι οι επενδύσεις πλέον είναι συμφέρουσες και ασφαλείς στην Ελλάδα, είναι απολύτως αδύνατον να ανασχέσουν δυναμικά και σε ρεαλιστικό χρονικό ορίζοντα την ανεργία, που κινείται μεταξύ 25 και 30%. Πανάκεια δεν υπάρχει, ούτε οι τεράστιες δεξαμενές φυσικού αερίου (που όπως φαίνεται υπάρχουν, μένει βέβαια να πιστοποιηθούν με γεωτρήσεις), ούτε διάφορα μεγαλομανή σχέδια για την “Ριβιέρα” της Αττικής (sic) θα δώσουν την λύση. Χωρίς νέες θέσεις εργασίας στην μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, η Ελλάδα δεν θα ανακάμψει και η μόνη λύση για τις μάζες των ανέργων θα είναι η μαζική έξοδος προς αναζήτηση της επιβίωσης στο εξωτερικό.

.

Επειδή όμως τα πράγματα δεν είναι στατικά, η σημερινή «πατέντα» διαχείρισης της ελληνικής οικονομίας, είναι καταφανώς μεταβατική και μπορεί να αλλάξει θεαματικά το επόμενο 6μηνο. Πολλά θα κριθούν από τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στο διεθνές πεδίο. «Ατυχήματα» ή εκτροπές στην Ιταλία (π.χ., επικράτηση του «κόμματος της λιρέτας»), ή, η συνέχιση των μεγάλων δυσκολιών του πιστωτικού τομέα να εξασφαλίσει δανειοδοτήσεις για την ομαλή λειτουργία των επιχειρήσεων στην Ε.Ε. (εντυπωσιάζει η πρόσφατη «νουθεσία» του Economist προς τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ασφαλιστικές εταιρείες της Ε.Ε., να δημιουργήσουν δανειακά προϊόντα και να τα ρίξουν στην αγορά, επειδή πρακτικά οι τράπεζες δεν έχουν και δεν θα έχουν για καιρό τη ρευστότητα να το κάνουν, είναι πιθανό να προκαλέσουν μεγάλη επιτάχυνση στις εξελίξεις. Επίσης, μεγα-πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως αυτή που αποκάλυψε πρόσφατα ο David Ignatious σε άρθρο του στην Washington Post για προχωρημένες συζητήσεις Αμερικανών και Ευρωπαίων πολιτικών και επιχειρηματιών, ανεπίσημες για την ώρα, για την δημιουργία πολύ σύντομα μίας Διατλαντικής Ένωσης Ελεύθερου Εμπορίου, πρακτικά δηλαδή για την μετατροπή του ΝΑΤΟ σε μια Οικονομική Ένωση, αν πραγματικά τεθούν επί τάπητος και προχωρήσουν, θα διαμορφώσουν ένα τελείως διαφορετικό τοπίο οικονομικής αναγέννησης για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, με προφανείς θετικές επιπτώσεις για την Ελλάδα.

.

Είναι όμως εξίσου πιθανό να συνεχιστεί η πορεία επιβράδυνσης και πιστωτικής στενότητας για ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία (και για την Γερμανία). Οι επιπτώσεις θα είναι μεγάλες και θα επεκτείνονται τα επόμενα χρόνια στην Κίνα, την Ινδία και τις νέες οικονομικές δυνάμεις. Οι καταναλωτικές αγορές που ιδανικά θα απορροφούσαν τα ελληνικά προϊόντα, τα οποία θεωρητικά το 2009 είχαν συγκριτικό πλεονέκτημα (π.χ., ποιοτικά τρόφιμα μεσογειακής διατροφής), θα μειώνουν την καταναλωτική δαπάνη για ανάλογες προμήθειες και θα στρέφονται σε πιο βασικές καταναλωτικές επιλογές. Το δυνητικά μεγάλο πεδίο στο οποίο θα μπορούσε να ποντάρει η ελληνική οικονομία για την ανάπτυξη μιας μεγάλης παραγωγικής μηχανής ποιοτικών αγροτικών προϊόντων, θα συρρικνώνεται, μειώνοντας τα περιθώρια για επιτυχή επιχειρηματικότητα στον πρωτογενή τομέα.

.

Η μεταβατικότητα, η αβεβαιότητα και η αδυναμία ως εκ τούτου του μεσοπρόθεσμου και μακροχρόνιου σχεδιασμού, μέχρι να διαφανεί η τελική έκβαση της διεθνούς κρίσης χρέους, περιορίζουν το έδαφος για τον προσδιορισμό μιας στέρεης αναπτυξιακής στρατηγικής για την ελληνική οικονομία. Έτσι, αναγκαστικά, η διαμόρφωση της ζητούμενης στρατηγικής είναι απαραίτητο να καθορισθεί από τρία στοιχεία:

.

α) την παραγωγή πρωτογενούς εθνικού προϊόντος, που είναι απολύτως απαραίτητη για να επιβιώσει η ελληνική κοινωνία,

.

β) την επένδυση σε προϊόντα και υπηρεσίες όπου, έστω και προσωρινά, η Ελλάδα κατέχει συγκριτικό πλεονέκτημα, και,

.

γ) το σημαντικότερο, την υιοθέτηση στοιχείων «ευέλικτης» και «έξυπνης» ανάπτυξης, με αιχμή την καινοτομία και την δημιουργική φαντασία στην επιλογή και τον σχεδιασμό των προϊόντων, των υπηρεσιών και την υιοθέτηση μοντέλων στοχευμένης επικοινωνίας με το εκάστοτε ενδιαφερόμενο καταναλωτικό κοινό.

.

Έτσι, μια επιτυχής ανοιχτή στρατηγική για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, είναι απαραίτητο να έχει υβριδικό χαρακτήρα: να στοχεύει ταυτόχρονα στις πρωτογενείς ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και στις διεθνείς καταναλωτικές αγορές. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους τους παράγοντες της οικονομίας, είναι ότι η λογική του «ανοίξαμε και σας περιμένουμε», δεν έχει καμία απολύτως προοπτική επιτυχίας. Η εποχή μας είναι εποχή πολυπληρόφορησης και τα καταναλωτικά ακροατήρια απαιτούν στοχευμένες δράσεις για να επιλέξουν τα ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες.

.

Μπορούμε λοιπόν να διαμορφώσουμε ένα λειτουργικό μοντέλο για την «οικονομική μεταπολίτευση» της Ελλάδας; (Συνέχεια στο επόμενο).

.


.

Ο Γιάννης Σακιώτης είναι Πολιτικός επιστήμων – διεθνολόγος, Διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου, με ειδίκευση σε θέματα περιβαλλοντικής πολιτικής και αειφόρου ανάπτυξης. Έχει συμμετάσχει ενεργά ως συντάκτης σε περιοδικές εκδόσεις (Γεωτρόπιο, Νέα Πολιτική, Νέα Οικολογία, Οικοτοπία, Δαίμων της Οικολογίας, Nέα Κοινωνιολογία), σε πολιτικούς χώρους της Αριστεράς, του Κέντρου και της Οικολογίας και σε ΜΚΟ για το περιβάλλον και την κοινωνία (Οργάνωση Γη). Εργάζεται σε διεθνή οργανισμό.Το παραπάνω κείμενο εκφράζει αυστηρά προσωπικές απόψεις του αρθρογράφου.

.