Όταν η γεωπολιτική επιλογή μετατρέπεται σε ναυτιλιακό ρίσκο και η χώρα επενδύει αποκλειστικά στην ισχύ τρίτων.
Σε έναν κόσμο όπου οι θαλάσσιοι δρόμοι γίνονται ξανά πεδίο γεωπολιτικής σύγκρουσης, η Ελλάδα δείχνει να έχει ξεχάσει ότι η ναυτιλία της προστατεύεται πρώτα και κύρια από τη διπλωματική της δύναμη. Η χώρα μας κινδυνεύει να ανακαλύψει αργά ότι μια μεγάλη ναυτιλιακή δύναμη χωρίς διπλωματικές γέφυρες είναι απλώς μια εκτεθειμένη ναυτιλιακή δύναμη.
Η Ελλάδα φαίνεται να συγχέει τη στρατηγική συμμαχία με τη στρατηγική υποτέλεια. Μέσα στη νέα πολεμική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, η κυβέρνηση επέλεξε να ευθυγραμμιστεί, χωρίς εμφανή εφεδρεία, χωρίς διακριτική διπλωματική απόσταση και χωρίς στοιχειώδη μέριμνα για την επόμενη ημέρα, με την αμερικανική γραμμή και με τις επιλογές της κυβέρνησης Νετανιάχου. Το πρόβλημα δεν είναι η διατήρηση σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή με το Ισραήλ. Το πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα εμφανίστηκε να επενδύει σχεδόν αποκλειστικά στην ισχύ τρίτων, αντί να διατηρεί δικά της κανάλια επιρροής, διαμεσολάβησης και προστασίας των συμφερόντων της.
Αυτή η επιλογή δεν είναι αφηρημένη. Έχει ήδη κόστος και προμηνύει μεγαλύτερο. Η ναυτιλία, που αποτελεί το πιο διεθνοποιημένο και εκτεθειμένο τμήμα της ελληνικής οικονομίας, λειτουργεί μέσα σε θαλάσσιους διαδρόμους όπου η γεωπολιτική μεταφράζεται αμέσως σε ασφάλιστρα, καθυστερήσεις, αυξημένο λειτουργικό κόστος, κίνδυνο για τα πληρώματα και τελικά σε απώλεια διαπραγματευτικής δύναμης.
Τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι μια μακρινή εστία κρίσης. Είναι ένας από τους κρισιμότερους κόμβους της παγκόσμιας ενεργειακής και θαλάσσιας κυκλοφορίας. Από εκεί διέρχονται περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαϊκών υγρών και περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου LNG. Επιπλέον, οι εναλλακτικές διαδρομές είναι περιορισμένες, άρα κάθε κλείσιμο ή μερική παράλυση του περάσματος μετατρέπεται σχεδόν αυτόματα σε διεθνή κρίση κόστους και ασφάλειας.
Η γεωπολιτική κρίση που εξελίσσεται στις θάλασσες της Ευρασίας δοκιμάζει όχι μόνο την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας αλλά και τη στρατηγική ωριμότητα των επιλογών των ναυτιλιακών κρατών.
Και ενώ άλλα ευρωπαϊκά κράτη κινούνται με γνώμονα την προστασία των εμπορικών και ναυτιλιακών τους συμφερόντων, η Αθήνα μοιάζει να αρκείται σε δηλώσεις ανησυχίας. Το Reuters μετέδωσε στις 13 Μαρτίου ότι η Γαλλία εργάζεται για τη συγκρότηση ευρύτερης διπλωματικής και, ενδεχομένως αργότερα, επιχειρησιακής αρχιτεκτονικής για την ασφάλεια του Ορμούζ, σε συνεννόηση με ευρωπαϊκά, ασιατικά και αραβικά κράτη, ενώ Γερμανία και άλλοι εταίροι δηλώνουν ανοιχτά ότι η λύση πρέπει να είναι πρωτίστως διπλωματική. Την ίδια στιγμή, δημοσιεύματα ανέδειξαν ότι Γαλλία και Ιταλία διερευνούν διαύλους με το Ιράν για ασφαλή διέλευση.
Η αντίθεση είναι αποκαλυπτική. Άλλοι συνομιλούν, διαβουλεύονται, στήνουν εναλλακτικά κανάλια, προετοιμάζουν σχήματα ασφάλειας και κρατούν ανοικτές γέφυρες ακόμη και με δυσάρεστους συνομιλητές. Εμείς τι κάνουμε; Στην καλύτερη περίπτωση, ελπίζουμε ότι η αμερικανική ισχύς θα επιβάλει κάποια λύση ευνοϊκή και για εμάς. Όμως αυτή δεν είναι εθνική στρατηγική. Είναι εξάρτηση μεταμφιεσμένη σε ρεαλισμό.
Το ίδιο το ελληνικό πολιτικό μήνυμα έχει υπάρξει αποκαλυπτικό αυτής της νοοτροπίας. Ήδη από τον Ιούνιο του 2025 ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει ότι «μόνο οι ΗΠΑ» έχουν την επιρροή να φέρουν Ισραήλ και Ιράν στο τραπέζι. Το μήνυμα που εξέπεμψε η Αθήνα ήταν ότι η Ευρώπη δεν μπορεί, άρα η Ελλάδα δεν επιχειρεί καν να συγκροτήσει ευρωπαϊκό ή πολυμερές αποτύπωμα. Έτσι, η χώρα παραιτήθηκε εκ των προτέρων από κάθε φιλοδοξία αυτόνομης συμβολής και περιορίστηκε σε ρόλο παρατηρητή που εναποθέτει την ασφάλειά του στις αποφάσεις άλλων.
Το αποτέλεσμα είναι μια επικίνδυνη αντίφαση: η κυβέρνηση παραδέχεται τον κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα, συμβουλεύει πλοία με ελληνική σημαία να αποφεύγουν συγκεκριμένες ζώνες και μιλά για «ανησυχητική» κατάσταση, αλλά δεν φαίνεται να έχει αρθρώσει αντίστοιχα ενεργή διπλωματική στρατηγική για την υπεράσπιση των ελληνικών συμφερόντων. Στις 28 Φεβρουαρίου η Ελλάδα συνέστησε στα ελληνικής σημαίας πλοία μέγιστη επαγρύπνηση και αποφυγή του Περσικού Κόλπου, του Κόλπου του Ομάν και του Ορμούζ μετά τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα στο Ιράν. Στις 3 Μαρτίου ο υπουργός Ναυτιλίας μιλούσε για «ανησυχητική» κατάσταση. Και στις 14 Μαρτίου έγινε γνωστό πλήγμα σε δεξαμενόπλοιο με ελληνική σημαία έξω από το Νοβοροσίσκ, ενώ η διαχειρίστρια εταιρεία Maran Tankers ανακοίνωσε ότι το MARAN HOMER χτυπήθηκε από άγνωστο αντικείμενο (αναφέρονται από Ουκρανική πλευρα) ενώ ανέμενε να εισέλθει στο CPC Terminal για φόρτωση αργού πετρελαίου.
Καλό είναι να μην παραγνωρίσουμε σε αυτό το σημείο και όποιες ευθύνες ανακύπτουν και αφορούν μερίδα της μεγάλης πλοιοκτησίας. Όχι συλλήβδην της ναυτιλίας, ούτε βέβαια των ανθρώπων που καθημερινά εκθέτουν πλοία και πληρώματα τους στον κίνδυνο για να κρατήσουν ανοιχτές τις θαλάσσιες οδούς. Αλλά εκείνου του τμήματος της ισχυρής πλοιοκτησίας που έμαθε να αντιμετωπίζει την εξωτερική πολιτική ως προέκταση των άμεσων συσχετισμών ισχύος και όχι ως τέχνη εθνικής εξισορρόπησης. Εκείνου του τμήματος που θεώρησε ότι αρκεί να βρίσκεται στην “σωστή πλευρά” της εκάστοτε οικονομικής ισχύος, αδιαφορώντας για το αν η Ελλάδα χάνει ρόλο, εφεδρείες και προσβάσεις στον αραβικό κόσμο, στην ευρύτερη Ασία και σε κρίσιμα κέντρα διαμεσολάβησης. Το βραχυπρόθεσμο ένστικτο ισχύος υποκατέστησε τη μακροπρόθεσμη λογική συμφέροντος.
Το τίμημα, όμως, δεν θα πληρωθεί μόνο στα ναύλα και στα ασφάλιστρα. Θα πληρωθεί διπλωματικά. Μια χώρα που εμφανίζεται δεδομένη δεν είναι πολύτιμη· είναι αναλώσιμη. Μια χώρα που δεν κρατά ανοιχτές γέφυρες δεν μπορεί να μεσολαβήσει. Μια χώρα που δεν έχει εναλλακτικά κανάλια επικοινωνίας δεν μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά ούτε τα πλοία της ούτε το ειδικό βάρος της. Και μια ναυτιλιακή δύναμη χωρίς πολυδιάστατη διπλωματία είναι, τελικά, μια δύναμη με πήλινα πόδια.
Πλοία χωρίς διπλωματικές γέφυρες: Όταν η γεωπολιτική επιλογή γίνεται ναυτιλιακό ρίσκο.
Η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί χωρίς διπλωματικά ερείσματα σε μια περίοδο που οι θαλάσσιοι δρόμοι γίνονται πεδίο γεωπολιτικής σύγκρουσης.
Χρειάζεται, λοιπόν, αναδιαμόρφωση της εθνικής πολιτικής με μεθοδικό τρόπο και όχι με σπασμωδικές διορθώσεις εικόνας.
· Πρώτο βήμα: αποκατάσταση λειτουργικών διαύλων με όλα τα κρίσιμα μέρη της περιοχής, είτε διμερώς είτε μέσω ευρωπαϊκών σχημάτων, με αποκλειστικό άξονα την ασφάλεια ναυσιπλοΐας, την προστασία πληρωμάτων και την ελευθερία εμπορίου.
· Δεύτερο: πρωτοβουλία εντός Ε.Ε. για μόνιμο μηχανισμό θαλάσσιας ασφάλειας που δεν θα εξαντλείται στη στρατιωτική παρουσία, αλλά θα συνδυάζει διπλωματία, επικοινωνία αποτροπής, ανταλλαγή πληροφοριών και σχέδιο έκτακτης εμπορικής συνέχειας.
· Τρίτο: σύσταση εθνικού κέντρου γεωοικονομικής και ναυτιλιακής διαχείρισης κρίσεων, με συμμετοχή ΥΠΕΞ, Υπουργείου Ναυτιλίας, αγοράς, ασφαλιστών και εκπροσώπων ναυτικών, ώστε να πάψει η χώρα να αντιδρά αποσπασματικά.
· Τέταρτο: σαφής κανόνας ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να ταυτίζεται με τις προτιμήσεις καμίας επιχειρηματικής ελίτ, όσο ισχυρή κι αν είναι. Το κράτος οφείλει να ακούει τη ναυτιλία, όχι να υποκαθίσταται από αυτήν.
Ο στόχος δεν είναι μια ουτοπική ουδετερότητα ούτε μια αντιδυτική στροφή. Ο στόχος είναι κάτι πολύ δυσκολότερο και πολύ ωριμότερο: μια Ελλάδα σταθερά δυτική, αλλά όχι δεδομένη· αξιόπιστη, αλλά όχι άφωνη· συμμαχική, αλλά όχι προσκολλημένη· ναυτιλιακή δύναμη, αλλά και διπλωματική δύναμη. Γιατί στον κόσμο που έρχεται, τα πλοία δεν θα προστατεύονται μόνο από στόλους. Θα προστατεύονται και από τις γέφυρες που έχει φροντίσει να χτίσει έγκαιρα το κράτος που φέρουν στην πρύμνη τους.