Η κρίση, που δρομολογήθηκε στην Μέση Ανατολή, με τις πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ του Ιράν, των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και του Ισραήλ αλλά και την εμπλοκή και άλλων χωρών με τον ερχομό της άνοιξης του 2026 δείχνει με πολύ διαφανή τρόπο την μη λειτουργική και χωρίς προοπτική διαχείριση της παγκοσμιοποίησης τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο.
Λαμβάνοντας υπόψη, ότι η παγκοσμιοποίηση είναι η διαδικασία, που μετατρέπει την παγκόσμια κοινότητα σε μια αλληλοεξαρτώμενη επικράτεια σε διάφορους τομείς δραστηριοποίησης, όπως είναι ο οικονομικός, ο πολιτισμικός και ο πολιτικός και βιώνεται ως ελεύθερη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων, ανθρώπων και κοινωνικών προτύπων με την αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας και της κοινωνίας του θεάματος, τότε γίνεται εμφανές, ότι η μεν πολιτική διαχείριση της είναι ανεπαρκής, επικίνδυνη για τους ανθρώπους και το φυσικό περιβάλλον και χωρίς σημείο αναφοράς το ανθρώπινο και το κοινωνικό συμφέρον, η δε κοινωνική της διαχείριση καταγράφεται με την λειτουργία των πολιτών ως θεατών των εξελίξεων, αν και ανησυχούν και αισθάνονται μεγάλη ανασφάλεια για το μέλλον.
Συγκεκριμένα η παγκοσμιοποίηση δεν πορεύεται με βιώσιμη προοπτική και στο γεωπολιτικό πεδίο, το οποίο διαπερνάται από την οπτική της ισχύος και της επιβολής συμφερόντων με εθνικό προσανατολισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι επωφελείται η κοινωνική πλειοψηφία. Αντίθετα οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται και αποδυναμώνεται η κοινωνική συνοχή, ενώ παράλληλα παράγονται συνθήκες υψηλής διακινδύνευσης στο πλαίσιο της παγκόσμιας δυναμικής. Είναι εμφανές, ότι η δυναμική της εξέλιξης σε πλανητικό επίπεδο δεν ελέγχεται με σημείο αναφοράς το ανθρώπινο και το κοινωνικό συμφέρον.
Έχει ενδιαφέρον, πως βιώνεται στον πλανήτη η κρίση στην Μέση Ανατολή, οι χώρες της οποίας καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών με τα ορυκτά καύσιμα, που παράγουν. Οι οικονομίες σε πλανητικό επίπεδο απειλούνται, διότι εξαρτώνται από την ενεργειακή επάρκεια, η οποία δεν διασφαλίζεται, ενώ παράλληλα εμφανίζονται φαινόμενα αισχροκέρδειας και εκμετάλλευσης της κρίσης για την προώθηση του ατομικού υλικού ευδαιμονισμού.
Για παράδειγμα «στην Ελλάδα ήδη παρατηρούμε μια αύξηση της τιμής της βενζίνης στην αντλία κατά 5-6 λεπτά του ευρώ. Αυτές οι αυξήσεις μέχρι στιγμής (6.3.2026) δεν δικαιολογούνται και αποτελούν περιπτώσεις αισχροκέρδειας. Τόσο τα διυλιστήρια όσο και τα βενζινάδικα ακόμα έχουν αποθέματα καυσίμων και δεν έχουν παραλάβει προϊόντα με ακριβότερα τιμολόγια» (Γιάννης Χατζηδημητρίου, ομότιμος καθηγητής Διεθνών Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας).
Είναι δε αναγκαία η επισήμανση, ότι οι άμεσες αυξήσεις (μέχρι 6.3.2026) στις τιμές προϊόντων (βενζίνη, τρόφιμα) δεν δικαιολογούνται. Ακόμη πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι στην Ελλάδα μόνο το 40% του ηλεκτρικού ρεύματος παράγεται με την χρήση πετρελαίου. Το υπόλοιπο 60% παράγεται από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ηλιακή και αιολική ενέργεια).
Επίσης είναι πολύ αρνητικό, ότι η ανθρώπινη ζωή ως αξία δεν λαμβάνεται υπόψη από τις πολιτικές ηγεσίες, ούτε συνυπολογίζονται οι επιπτώσεις από την καταστροφή και την ρύπανση του φυσικού περιβάλλοντος από τις πολεμικές συγκρούσεις, ενώ παράλληλα δεν ενοχλείται κανείς από την καταστροφή των υποδομών και τον εξαναγκασμό των ανθρώπων να αναζητούν ελπίδα στην προσφυγιά.
Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα για την απουσία ηθικού φορτίου σε πολιτικές αποφάσεις και επιλογές είναι η λειτουργία του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής Donald Trump, ο οποίος σε συνάντηση του με τους εκπροσώπους επιχειρηματικών ομίλων παραγωγής όπλων (BAE Systems, Boeing, Lockheed Martin, Northrop, Grumman και Raytheon) ζήτησε να τετραπλασιασθεί η παραγωγή οπλικών συστημάτων (Zeit online, 7.3.2026). Ο πόλεμος γίνεται πολιτικό εργαλείο.
Αντί να επιλύονται με διάλογο και λογική οι διαφορές και να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα του ανθρώπου και του φυσικού περιβάλλοντος, οι πολιτικές ηγεσίες ιδιαιτέρως των ισχυρών γεωπολιτικών δυνάμεων οδηγούν στην καταστροφή.
Οι παράμετροι, που οριοθετούν την διαχείριση της παγκοσμιοποίησης τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο, κινούνται σε πολλά επίπεδα. Η πολιτική διαχείριση σχετίζεται άμεσα με τα εθνικά όρια της διαχείρισης κυβερνητικής εξουσίας και την βραδύτητα απαλλαγής από εθνικιστικές οπτικές, επειδή αυτό θα έχει πολιτικό κόστος, διότι στο ίδιο «μήκος κύματος» πορεύεται και η κοινωνική οπτική, η οποία κινείται ακόμη στα όρια της βιωνόμενης πραγματικότητας στις τοπικές κοινωνίες.
Ταυτοχρόνως αρνητικά ως προς την δυναμική της παγκοσμιοποίησης λειτουργεί και η μονοδιάστατα εθνική αναφορά της πολιτισμικής ταυτότητας και συνείδησης των πολιτών στα διάφορα κοινωνικά συστήματα, όπως είναι το πολιτικό, η οποία είναι ισχυρή και οριοθετεί την πολιτική διαχείριση της κοινωνικής δυναμικής.
Επίσης δεν συμβαδίζουν η δυναμική της εξέλιξης και ο αναγκαίος μακροπρόθεσμος πολιτικός σχεδιασμός της με την λειτουργική διαχείριση της ταχύτατης ροής του χρόνου και της συσσώρευσης πληροφοριών και δεδομένων, που πρέπει να αναλυθούν και να ληφθούν υπόψη στον σχεδιασμό. Η πολυπλοκότητα, που δημιουργείται, διαμορφώνει δύσκολα διαχειρίσιμες ανισορροπίες. Για αυτό οι αποφάσεις, που λαμβάνονται, είναι καθυστερημένες και δεν αντιμετωπίζουν τα γενεσιουργά αίτια των ανισορροπιών της βιωνόμενης πραγματικότητας.
Τέλος ο πολιτικός σχεδιασμός είναι ανεπαρκής, διότι δεν στηρίζεται και στον συνυπολογισμό της αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης των κοινωνιών. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι παρενέργειες της στρατιωτικής επέμβασης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και του Ισραήλ στο Ιράν, οι οποίες προκαλούν σε παγκόσμιο επίπεδο μεγάλα προβλήματα σε πολλούς τομείς (π.χ. στην ενεργειακή και επισιτιστική κάλυψη των αναγκών) με την μείωση της παραγωγής ενέργειας και την αύξηση των τιμών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση «εισπράττει» τις επιπτώσεις της πολιτικής του «συμμάχου» της Donald Trump.
Στο κοινωνικό πεδίο βιώνονται με ιδιαίτερη ένταση οι εξελίξεις στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, διότι δεν πληρούνται ορισμένες βασικές προϋποθέσεις. Πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν η λειτουργία των πολιτών με εθνικό προσανατολισμό σε σχέση με την οικονομική ευημερία από το ένα μέρος και από το άλλο η καλλιέργεια της οπτικής της κοινωνίας του θεάματος σε υπερεθνικό επίπεδο (στο πλαίσιο της οποίας βιώνουν την εικονική εκδοχή της πραγματικότητας), η λογική του ατομικού υλικού ευδαιμονισμού (είναι πολύ χαμηλό ενδιαφέρον για την κοινωνική ευημερία) και η αδυναμία διαπολιτισμικής προσέγγισης και όσμωσης. Οι πολίτες λειτουργούν πολύ περισσότερο ως θεατές και όχι ως ατομικά και συλλογικά υποκείμενα, τα οποία ενεργοποιούνται για τις αναγκαίες αλλαγές στο πλαίσιο της έκφρασης και πραγμάτωσης του ανθρώπινου και του κοινωνικού συμφέροντος στις πλανητικές τους διαστάσεις.
Επίσης οι πολίτες ως άτομα δεν διαθέτουν μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης της πολύπλοκης παγκοσμιοποιημένης δυναμικής, ενώ παράλληλα υπάρχει αδυναμία συμπόρευσης λόγω της μεγάλης ταχύτητας της ροής του χρόνου, διότι δεν ελέγχονται οι επιπτώσεις της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες από το ένα μέρος παρουσιάζουν την εικονική διάσταση της πραγματικότητας (με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αξιοπιστία) και από το άλλο συμβάλλουν στην συσσώρευση πληροφοριών και δεδομένων σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη από τον απλό πολίτη στην διαμόρφωση άποψης και λήψης αποφάσεων για την πορεία προς το μέλλον.
Εάν αυτές οι συνθήκες δεν αλλάξουν, θα συνεχίσει η μη λειτουργική και χωρίς προοπτική διαχείριση της παγκοσμιοποίησης τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο. Αυτό σημαίνει συνεχή παραγωγή ανισορροπιών σε πλανητικό επίπεδο, οι οποίες θα επιδεινώνονται διαρκώς σε βάθος χρόνου, διότι δεν θα ελέγχεται η πορεία στο πλαίσιο ενός συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης, το οποίο δεν θα στηρίζεται στην οικοδόμηση ανισοτήτων μεταξύ των κοινωνιών και στην οπτική της ισχύος στο γεωπολιτικό πεδίο, αλλά με εργαλείο τον διάλογο και στόχο την ευημερία της παγκόσμιας κοινότητας και την βιωσιμότητα του ανθρώπου και του φυσικού περιβάλλοντος θα προωθεί την συνοχή της χωρίς πολέμους.