Αφιερωμένο στη μάνα του μηχανοδηγού λίγο πριν ξεκινήσει η δίκη
Πετάχτηκα ιδρωμένος στο κρεβάτι μου. Ένας κόμπος μ’ έπνιγε. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Ο εφιάλτης ήταν ακόμα εκεί, ζωντανός, καρφωμένος. Μια μάνα, η μάνα του παιδιού που σκοτώθηκε στα Τέμπη, του ενός από τους δύο μηχανοδηγούς. Ήταν εκεί, όπως την είχα δει πρόσφατα σ’ ένα βίντεο με μάτια γεμάτα δάκρυα, αυστηρή και σοβαρή. Τώρα όμως είχε το χέρι και το δάκτυλο προς τα μένα, με κοίταζε στα μάτια. «Εσύ γιατί δεν μιλάς; Γιατί συγκαλύπτεις; Γιατί αφήνεις το παιδί μου να καίγεται στους βόθρους από τις άδικες κατάρες; Το παιδί μου φωνάζει αλλά ποιος το ακούει: Μάνα είμαι αθώος». Και μου ήρθε η άλλη εικόνα εκείνη που καρφώθηκε στη μνήμη μου από παιδί.
Ένα άλλο παιδί, ένα αλητάκι, εκεί στον τοίχο λίγο πριν την εκτέλεση να φωνάζει «Μάνα, είμαι αθώος». Ποτέ δεν έφυγε από τη μνήμη μου αυτή εικόνα. Κι ας μην την είδα, παρά μόνο τη διάβασα. Κι από τότε, παιδί, ορκίστηκα, ποτέ αθώος στον τοίχο. Κι όταν αργότερα ένας καθηγητής μου στο σχολείο, να, από αυτούς που σε ορίζουν στη ζωή, μας είπε στην τάξη ότι στη δικαιοσύνη καλύτερα να αθωώνεις 100 ενόχους παρά να καταδικάζεις ένας αθώο, το ορκίστηκα. Το δίκιο πάνω απ’ όλα. Ούτε η πολιτική, ούτε οι ιδεολογίες, ούτε τα μπράβο των ανθρώπων. Αυτό πρώτο: το δίκιο. Και τώρα το δάκτυλο εκεί. «Τώρα γιατί άφησες το παιδί μου;» «Μα», πήγα να ψελλίσω. «Εγώ ποτέ δεν είπα ότι έφταιγε». «Δεν είπες αλλά κατάπιες τη γλώσσα σου». Και ήρθαν οι εικόνες. Εκείνες των ανεκδιήγητων που κατάπιναν τα μικρόφωνα από την θεατρική οργή τους στη βουλή. Τώρα οι ίδιες εικόνες είχαν για φόντο την έδρα του εισαγγελέα. Να καταγγέλλουν τα εύφλεκτα υλικά και τους μηχανοδηγούς, την ηθική και φυσική αυτουργία για το ξυλόλιο.
Μου ήρθε η εικόνα του ανεκδιήγητου «δημοσιογράφου» να ψάχνει με τον απερίγραπτο «εμπειρογνώμονα» σε ποιο σημείο της εμπορικής ήταν κρυμμένο το ξυλόλιο. Και άλλες κι άλλες. Και ήρθαν και μ’ έπνιξαν. Και φώναξα. «Δεν έχω οξυγόνο. Πνίγομαι». Ναι. Γιατί ναι μεν δεν υποστήριξα τις χυδαιότητες και αθλιότητες. Ναι, τις κατήγγειλα. Αλλά δεν φώναξα. Δεν υπερασπίστηκα με την ψυχή μου -όπως είχα ορκιστεί- τους αθώους μηχανοδηγούς. Ναι. Κρύφτηκα πίσω από την απαίτηση για ψύχραιμο ορθό λόγο, έλεγχο των δεδομένων, νηφαλιότητα. Και ήρθε η μάνα -τώρα που ξεκινά η δίκη- και μου κάρφωσε το δάκτυλο στο πρόσωπο. «Ναι, συγκάλυψες. Όχι το ξυλόλιο αλλά τους πραγματικούς υπεύθυνους για το θάνατο του παιδιού μου και των άλλων. Κι ύστερα το στείλατε στην κόλαση». Ναι, είχε δίκιο. Υπάρχει συγκάλυψη στη σκέψη των περισσότερων. Συγκάλυψη όλων αυτών που ευθύνονται που δύο τρένα τρέχαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα το ένα κόντρα στο άλλο, ποιο θα φτάσει πιο γρήγορα στον Άδη.
Υ.Γ. Η σκέψη μου είναι σε όλες τις μάνες και τους πατεράδες που χάσαν τα παιδιά τους στην τραγωδία των Τεμπών. Για αυτές όμως τις μάνες των μηχανοδηγών υπάρχει ένα ακόμα αγκάθι, πολύ πιο βαθύ.