Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συναντήθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη, στο πλαίσιο των εργασιών της 3ης διακυβερνητικής συνόδου Κύπρου - Ελλάδας.
«Είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε να συντονίζουμε καλύτερα και το κυβερνητικό μας έργο, ειδικά ενόψει της πολύ σημαντικής στιγμής για την Κύπρο, που είναι η ανάληψη της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης το πρώτο εξάμηνο του 2026. Οπότε θα έχουμε πολύ σημαντικά πράγματα να συζητήσουμε και σήμερα και χαιρόμαστε που υποδεχόμαστε για ακόμα μία φορά μία τόσο πολυπληθή εκπροσώπηση, υπό τη δική σου ηγεσία, του κυπριακού υπουργικού συμβουλίου» ανέφερε ο πρωθυπουργός στον διάλογο που είχαν στην έναρξη της συνάντησης.
Οι δύο ηγέτες επανέλαβαν το στόχο της κοινής ατζέντας σε εύρος ζητημάτων ενώ επί τάπητος τέθηκε ο συντονισμός για την ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ από την Κυπριακή Δημοκρατία το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε με έμφαση και στο ζήτημα του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης των δύο χωρών: «Συζητήσαμε για τη σημασία της εμβάθυνσης της περιφερειακής συνεργασίας για την αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων. Ο φίλος Νίκος συμμερίζεται ότι αυτά τα νέα δεδομένα καθιστούν ακόμα πιο βαρύνουσα την προστιθέμενη αξία των έργων διασυνδεσιμότητας τα οποία προωθούμε. Είναι έργα τα οποία έχουν εθνική διάσταση και για τις δύο χώρες και ένα ευρύτερο γεωπολιτικό αποτύπωμα. Αποφασίσαμε από κοινού να προχωρήσουμε στην άμεση επικαιροποίηση των οικονομοτεχνικών παραμέτρων του έργου του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης, ώστε αυτό να μπορεί να ενισχυθεί με την είσοδο νέων ισχυρών επενδυτών».
Επίσης αναφέρθηκε στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τη συμβολή Ελλάδας και Κύπρου: «Η 3η Διακυβερνητική διάσκεψη επιβεβαίωσε τη σημαντική παρουσία των χωρών μας στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ήμαστε στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Σαρλ Εμ Σέιχ, θα είμαστε παρόντες και στο μέλλον, έτοιμοι να συνεισφέρουμε ως μέρος μιας δύναμης που θα εγγυηθεί την εφαρμογή της συμφωνίας με την προϋπόθεση ότι θα έχει ρητή εντολή από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ».
Ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν πυλώνες σταθερότητας και αξιοπιστίας στην περιοχή, κάτι που αποτυπώθηκε έμπρακτα και με τις συμφωνίες αμερικανικών εταιρειών που υπεγράφησαν πριν δύο ημέρες. «Ταυτόχρονα έχουν και ένα ισχυρό πρόσημο. Εμείς ακολουθούμε την Κύπρο στα θέματα γεωτρήσεων και πριν λίγες ημέρες ανοίξαμε ένα ιστορικό κεφάλαιο», ανέφερε ο Έλληνας πρωθυπουργός, διευκρινίζοντας ότι η χώρα μας θέλει την πράσινη μετάβαση, αλλά «θα ήταν λάθος να μην επιχειρήσουμε να αξιοποιήσουμε τους δικούς μας πόρους, κάτι που η Κύπρος ήδη κάνει».
Επιπλέον, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στο σχήμα 3+1, το οποίο ενεργοποιήθηκε εκ νέου σε επίπεδο υπουργών Ενέργειας, κάνοντας λόγο για συμπράξεις ζωτικής σημασίας για τη σταθερότητα στην περιοχή μας. «Αποφασίσαμε να προχωρήσουμε στην άμεση επικαιροποίηση των τεχνικών παραμέτρων του έργου διασύνδεσης των δύο χωρών, ώστε να ενισχυθεί και με την είσοδο νέων, ισχυρών επενδυτών, κάτι που είναι προς όφελος όλων μας», είπε.
Το κοινό ανακοινωθέν της 3ης Διακυβερνητικής Συνόδου
Κοινό ανακοινωθέν εξέδωσαν Ελλάδα και Κύπρος μετά την ολοκλήρωση της 3ης Διακυβερνητικής Συνόδου των δύο χωρών, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, υπό του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Προέδρου της Δημοκρατίας της Κύπρου Νίκου Χριστοδουλίδη.
Στην 3η Διακυβερνητική Σύνοδο συμμετείχαν οι υπουργοί και υφυπουργοί των δύο κρατών αρμόδιοι για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Παιδείας, Υγείας, Μεταφορών, Περιβάλλοντος, Δικαιοσύνης και αντιμετώπισης της εγκληματικότητας, Πολιτικής Προστασίας, Στεγαστικής Πολιτικής, Ψηφιακής Πολιτικής και Τεχνολογίας και Συντονισμού Κυβερνητικού Έργου.
«Σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών ανατροπών, αβεβαιότητας και αστάθειας ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης επαναβεβαίωσαν τον κρίσιμο ρόλο των Διακυβερνητικών Συνόδων, για την έτι περαιτέρω ενδυνάμωση της συνεργασίας Ελλάδας και Κύπρου και τη συμβολή στη διασφάλιση της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο» αναφέρει μεταξύ άλλων το κοινό ανακοινωθέν και προσθέτει: «Το πλαίσιο της διμερούς συνεργασίας είναι ευρύ και πολυεπίπεδο, καλύπτοντας θεσμικούς, αμυντικούς, οικονομικούς, ενεργειακούς και εκπαιδευτικούς τομείς. Εμβαθύνεται διαρκώς, ανταποκρινόμενο στις σύγχρονες προκλήσεις, με αποτελέσματα που έχουν πρακτικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα των πολιτών και στη σχέση τους με το κράτος».