Διατρέχοντας κάποιος το σχέδιο συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που θα συνέλθει στις 19-20 Μαρτίου, διαπιστώνει ότι οι προτάσεις που περιλαμβάνει απαντούν σε γενικές γραμμές στα όσα συζητήθηκαν ή εξαγγέλθηκαν στην άτυπη σύνοδο των ευρωπαίων ηγετών στο Alden Biesen τον περασμένο Φεβρουάριο. Έτσι, ο αναγνώστης του θα βρει μέσα στο σχέδιο προτάσεις για θέσπιση του περίφημου 28ου καθεστώτος επιχειρήσεων, την αναθεώρηση των διατάξεων που αποθαρρύνουν τις συγχωνεύσεις – άρα και τη δημιουργία διεθνώς ανταγωνιστικών επιχειρήσεων – και τη διοικητική απλούστευση. Θα σταθεί επίσης με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην πρόταση αναθεώρησης του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) - που πρέπει μάλιστα να αποφασιστεί το αργότερο έως τον Ιούλιο του 2026 - με στόχο τόσο τη μείωση της μεταβλητότητας της τιμής του άνθρακα όσο και τον μετριασμό των επιπτώσεών της στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας.
Σημαντικές είναι και οι λοιπές προτάσεις που αφορούν την προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων με χρονοδιάγραμμα το τέλος 2026 και τη μεσοπρόθεσμη επιδίωξη του στόχου της τραπεζικής ένωσης, καθώς και οι προτάσεις για την ενίσχυση της αμυντικής ετοιμότητας της ΕΕ, στο πλαίσιο των οποίων «το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επιβεβαιώνει την αποφασιστικότητά του να ενισχύσει αποφασιστικά την ετοιμότητα της Ευρώπης στον τομέα της άμυνας έως το 2030, να μειώσει τις στρατηγικές εξαρτήσεις και να καλύψει τα κρίσιμα κενά στις δυνατότητες, ακολουθώντας μια ολιστική προσέγγιση». Πέρα, βέβαια, από τον μεσοπρόθεσμο – και γενικόλογο – προαναφερόμενο στόχο του 2030, δεν προτείνονται άλλες ενδιάμεσες χρονικές δεσμεύσεις και οι συστάσεις καταφεύγουν στη χρήση ήδη υφιστάμενων εργαλείων όπως το SAFE και το EDIP (Πρόγραμμα για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία).
Με τις παραπάνω επιφυλάξεις λοιπόν, ναι, το σχέδιο συμπερασμάτων απαντά σε γενικές γραμμές στους προβληματισμούς που αναπτύχθηκαν από τους ευρωπαίους ηγέτες στο Alden Biesen – τουλάχιστον στους προβληματισμούς που έγιναν γνωστοί. Αβίαστα όμως ανακύπτει το ερώτημα: Θα ήταν ίδιοι οι προβληματισμοί στο Alden Biesen και οι συνακόλουθες προτάσεις, εάν είχε εν τω μεταξύ μεσολαβήσει η επίθεση στο Ιράν και η στοχοποίηση από αυτό πολλών γειτονικών χωρών αλλά και ενός κράτους-μέλους της ΕΕ, δηλαδή της Κύπρου;
Το ερώτημα είναι μάλλον ρητορικό. Προφανώς οι προβληματισμοί θα ήταν διαφορετικοί – ή, έστω, θα συμπληρώνονταν στη βάση των νέων εξελίξεων - και γι’ αυτό τον λόγο και οι απαντήσεις που καλείται να δώσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα πρέπει να προσαρμοσθούν ανάλογα. Ήδη, για παράδειγμα, ο πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας Γκαμπριέλ Ατάλ – και, σημειωτέον, πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας Αναγέννηση (κόμμα Μακρόν) - πρότεινε ευθέως μια Ευρωζώνη για την Άμυνα, που πηγαίνει πολύ πιο πέρα από τις άτολμες προτάσεις των συμπερασμάτων. Υπάρχει βέβαια στα συμπεράσματα ένα κεφάλαιο για το Ιράν, που όμως – τουλάχιστον στο κείμενο που έχουμε στη διάθεσή μας μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές – είναι κενό (αναφέρεται ως p.m./pour mémoire). Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε τι θα περιλαμβάνει όταν συμπληρωθεί ως πρόταση και, κυρίως, όταν οριστικοποιηθεί από τους ευρωπαίους ηγέτες.
Αντίστοιχη προσαρμογή στις εξελίξεις απαιτείται και για τις λοιπές προτάσεις, τόσο ως προς τον χρόνο υλοποίησής τους όσο και ως προς το περιεχόμενό τους. Δεν ήλθε άραγε ακόμη η στιγμή να μιλήσουν οι ευρωπαίοι ηγέτες για έναν νέο και ευρύ κοινό δανεισμό, ένα νέο ευρωομόλογο; Τι άλλο περιμένουν ακόμη, όπως απελπισμένα επανέλαβε ο Μάριο Ντράγκι;
Βέβαια, για σχέδιο πρόκειται και ως τέτοιο μπορεί να τροποποιηθεί από τους ευρωπαίους ηγέτες στις 19-20 Μαρτίου, αλλά από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να λησμονείται ότι το εν λόγω σχέδιο δεν είναι μόνο πρόταση του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αλλά αποτελεί και προϊόν διαβουλεύσεων μεταξύ των κρατών-μελών.
Η σύνοδος κορυφής του Μαρτίου είναι πολύ σημαντική για τις ευρωπαϊκές εξελίξεις αλλά και γι΄αυτό καθ’εαυτό το μέλλον της ενωμένης Ευρώπης. Όχι επειδή αναμένεται να λάβει αυτή, τώρα, τις αποφάσεις. Αλλά επειδή θα ετοιμάσει το έδαφος για τις αποφάσεις που θα ληφθούν στη σύνοδο του Ιουλίου, όπως παραδοσιακά μέχρι σήμερα συμβαίνει. Τις αποφάσεις του Ιουλίου που αν δεν μπορέσουν να ληφθούν και από τις 27 χώρες, θα πρέπει να ληφθούν από όσες χώρες συμφωνούν μεταξύ τους, προσφεύγοντας στις ενισχυμένες συνεργασίες, οι οποίες, στη συγκεκριμένη συγκυρία, μοιάζουν μονόδρομος. Με τις προϋποθέσεις τους, τα οφέλη τους αλλά και τους κινδύνους τους.
Με την αναφορά σε κινδύνους εννοούμε τα πολλά «Ε» που επ’ εσχάτων εμφανίζονται ως προθέσεις ενισχυμένων συνεργασιών (Ε3 για την ασφάλεια, Ε6 για την οικονομική ολοκλήρωση κ.ο.κ. αλλά και η σύναξη των 19 στο περιθώριο του Alden Biesen για την εσωτερική αγορά, χωρίς Ισπανία και Ιρλανδία, και η ακόμη μη εφαρμόσιμη απόφαση 24 χωρών για το δάνειο των 90 δισ. ευρώ στην Ουκρανία). Χωρίς να αμφισβητείται η σκοπιμότητα, αν όχι και αναγκαιότητά τους, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφυγή σε ενισχυμένες συνεργασίες είναι αναγκαίο να γίνεται όχι ως αυθόρμητη και ευκαιριακή συσπείρωση ορισμένων ενδιαφερομένων αλλά ως προϊόν οργανωμένης προσέγγισης γύρω από έναν πυρήνα και γύρω από συγκεκριμένες προτεραιότητες, ει δυνατόν ομαδοποιημένες, ώστε να αποφεύγεται ο πληθωρισμός ενισχυμένων συνεργασιών. Για παράδειγμα, θα ήταν ανέφικτο η τραπεζική ένωση, η άμυνα, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, ο κοινός δανεισμός, να αποτελέσουν αντικείμενο μιας, έστω δύο, ενισχυμένων συνεργασιών και όχι πέντε; Σε αντίθετη περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος εμφάνισης πολλαπλών πυρήνων και φαινομένων διάσπασης της ΕΕ και, όπως προσφυώς γράφτηκε προ εβδομάδων στον Economist, αντί για το ευρωπαϊκό «κρεμμύδι» (με τις επάλληλες αλλά ομόκεντρες στρώσεις), θα κινδυνεύουμε να έχουμε τελικά ένα ευρωπαϊκό «σκόρδο» (διασπώμενο εύκολα στις σκελίδες από τις οποίες αποτελείται).
Πηγή: www.kreport.gr