Τάσος Γιαννίτσης: Έξι προτάσεις για λύση του Ασφαλιστικού

02 Δεκ 2016

«Με τα δεδομένα που ισχύουν σήμερα, αν δεν λύσει έγκαιρα, αποφασιστικά και σταθερά το πρόβλημα του ασφαλιστικού, θα κινείται συνεχώς μεταξύ αστάθειας, τέλματος,  κοινωνικών εντάσεων και πολιτικών ανατροπών», τόνισε ο πρώην υπουργός Τάσος Γιαννίτσης, σε ομιλία του σε ημερίδα της Ένωσης Αναλογιστών Ελλάδος για το συνταξιοδοτικό στην Ελλάδα του Σήμερα , στο Μέγαρο Μουσικής στις 2 Δεκεμβρίου.

«Υπάρχει απόλυτη ανάγκη να περάσουμε σε συνθήκες ανάπτυξης, τόνισε ο κ. Γιαννίτσης. Διαφορετικά οι συντάξεις θα μειώνονται ανάλογα. Ξέρω, ότι η αναφορά στην λέξη ‘ανάπτυξη’ ηχεί ως μια τεράστια κοινοτοπία. Μια κοινοτοπία όμως, που αδυνατούμε να μετατρέψουμε σε πραγματικότητα. Θετικοί ρυθμοί μεγέθυνσης δεν θα αυξήσουν τις συντάξεις. Θα επιτρέψουν όμως να μειωθεί η ασφυκτική πίεση των ασφαλιστικών ελλειμμάτων. Όμως, με ένα ασφαλιστικό κενό της τάξης του 10% του ΑΕΠ, που το καλύπτει ο κρατικός προϋπολογισμός, όταν γίνεται τιτάνιος αγώνας για να πετύχουμε πλεονάσματα μισής ή μιάμισης μονάδας του ΑΕΠ, τα περιθώρια για αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, για ουσιαστικές αυξήσεις στις δημόσιες ή ιδιωτικές επενδύσεις, για αύξηση της ζήτησης, για ένα φορολογικό καθεστώς που δεν θα πνίγει νοικοκυριά, επαγγελματίες και επιχειρήσεις, είναι ασφυκτικά».

Στην ομιλία του ο κ. Γιαννίτσης, επεσήμανε:

  •  Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν θα επιτευχθεί μόνο με παραμετρικές ή ακόμα και δομικές παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα. Η κοινωνική ασφάλιση αποτελεί ένα από τα πιο θεμελιακά δημόσια αγαθά σε μια προηγμένη κοινωνία. Στηρίζεται σε μια τυπική ή άτυπη κοινωνική συμφωνία, που σημαίνει παραδοχές και αυτοδεσμεύσεις μιας κοινωνίας για τις σχέσεις της με τις μελλοντικές γενεές και για τις σημερινές σχέσεις μεταξύ νέων και μεγαλύτερων γενεών, μεταξύ εργαζόμενων και συνταξιούχων. Τέτοιου είδους παραδοχές και τυπικοί ή άτυποι κανόνες οδήγησαν, μεταπολεμικά κυρίως, στο ασφαλιστικό σύστημα που διαμορφώθηκε στις κοινωνίες μας. Μια τέτοια παραδοχή όμως προϋποθέτει σταθερότητα και εμπιστοσύνη.
  • Σήμερα, με την κρίση του ασφαλιστικού τα στοιχεία αυτά έχουν παραμεριστεί πλήρως. Το έργο που εδώ και χρόνια εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας είναι στην ουσία ένα τεράστιο arbitrage αφ’ ενός μεταξύ γενεών, οι οποίες αυξάνουν το βιοτικό τους επίπεδο, όχι παράγοντας, αλλά αφαιρώντας όλο και περισσότερο επίπεδο ευημερίας από αυτό που παράγεται σήμερα ή από αυτό που θα παράγεται από τις επόμενες γενεές, και αφ’ ετέρου, μεταξύ κυβερνητικών σχημάτων, που το καθένα περνάει το καυτό πρόβλημα στο επόμενο. Στο έργο αυτό συμμετέχουν πλέον και το Δ.Ν.Τ. και οι θεσμοί γενικότερα, ανακαλύπτοντας συνεχώς την ανάγκη νέων παρεμβάσεων στο ασφαλιστικό. Αν έξι μήνες πριν δεν έβλεπαν ότι οι νέες ρυθμίσεις είναι προβληματικές, έχουν τεράστια συνυπευθυνότητα. Αν το έβλεπαν και σιωπούσαν για δικούς τους λόγους, έχουν ακόμα μεγαλύτερη. Όμως, είτε έτσι, είτε αλλιώς, εκατομμύρια πολίτες αυτής της χώρας βλέπουν κάθε εξάμηνο να τους τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια και να τους ανατρέπουν κάθε βεβαιότητα. Ας μην απορούμε αν με την πρακτική αυτή που ο λαϊκισμός, η δημαγωγία, και άλλα φαινόμενα εξαπλώνονται ραγδαία παντού, δημιουργώντας υψηλούς κινδύνους για όλους.
  • Σήμερα, η ελληνική κοινωνία έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας γηρασμένης κοινωνίας, που υποτίθεται ότι θα έφτανε να είναι το 2040 ή το 2050. Δεν έχει σημασία ότι το χαρακτηριστικό αυτό δεν αντιστοιχεί στη σημερινή δημογραφική σύνθεση. Όμως, οι άνεργοι είναι περίπου 1,1 εκατ. άτομα και, συνεπώς, η παραγωγική διαδικασία συντελείται με αντίστοιχα μικρότερη απασχόληση, η σχέση απασχολούμενων και συνταξιούχων βρίσκεται σε καταστροφικά επίπεδα (περίπου 1,3:1), που είναι πολύ χειρότερη και από αυτή μιας γηρασμένης κοινωνίας, ενώ το έλλειμμα της κοινωνικής ασφάλισης είναι γύρω στο 10% του ΑΕΠ. Σε πρόσφατη μελέτη μου έδειξα γιατί το ασφαλιστικό ήταν καθοριστικό γενεσιουργό αίτιο της ελληνικής κρίσης, καθώς τα ελλείμματά του αντιπροσώπευαν 84% της αύξησης του δημόσιου χρέους στην περίοδο 2000-2009 και 405% στην περίοδο 2010-2014. Βρισκόμαστε σε μια ιδιότυπη κατάσταση, όπου το ασφαλιστικό το ίδιο καθηλώνει την ανάπτυξη, και η καθηλωμένη ανάπτυξη επιδεινώνει το ασφαλιστικό. Αυτό, πρακτικά, σημαίνει ότι δεν μπορούμε να προσδοκούμε σοβαρή ανάπτυξη, η οποία θα έλυνε το πρόβλημα, αν δεν περιορίσουμε την αρνητική επίδραση του ασφαλιστικού στην αναπτυξιακή διαδικασία.
  • Όμως, ας αφήσουμε τους αριθμούς και ας εστιάσουμε αλλού. Η Δημοκρατία μας εξελίσσεται σε Δημοκρατία συνταξιούχων, όπου οι συγκρούσεις για την κατανομή ενός αισθητά συρρικνωμένου Εθνικού Εισοδήματος μεταξύ όσων εργάζονται και το παράγουν και όσων το εισόδημα προκύπτει από το εισόδημα αυτών που το παράγουν, επιλύονται με συσχετισμούς πολιτικής δύναμης, που σταθερά γέρνουν σε βάρος των νεότερων γενεών. Τα δημογραφικά δεδομένα αυτά καθ’ αυτά δεν έκαναν αναγκαία μια τέτοια εξέλιξη. Αυτή έγινε αναγκαία πρώτον, λόγω μιας απίστευτης απληστίας μεγάλου αριθμού πολιτών και αξιωματούχων να αποκτήσουν εισόδημα χωρίς να εργάζονται, και μάλιστα δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις εισφορές που είχαν καταβάλει ή σε δυσανάλογα χαμηλή ηλικία, και δεύτερον, λόγω της πολιτικής αποτυχίας να διασφαλιστούν ικανοποιητική ανάπτυξη, θέσεις απασχόλησης και σταθεροί κανόνες κατανομής εισοδήματος στη χώρα μας, με αποτέλεσμα, να αναζητείται πολιτική στήριξη σε ψηφοθηρικές μεθόδους, όπως η μαζική ‘συνταξιοποίηση’. Μια τέτοια δημοκρατία, με τα δεδομένα που ισχύουν σήμερα, αν δεν λύσει έγκαιρα, αποφασιστικά και σταθερά το πρόβλημα του ασφαλιστικού, θα κινείται συνεχώς μεταξύ αστάθειας, τέλματος,  κοινωνικών εντάσεων και πολιτικών ανατροπών.
  • Πρώτον, υπάρχει απόλυτη ανάγκη να περάσουμε σε συνθήκες ανάπτυξης. Διαφορετικά οι συντάξεις θα μειώνονται ανάλογα. Ξέρω, ότι η αναφορά στην λέξη ‘ανάπτυξη’ ηχεί ως μια τεράστια κοινοτοπία. Μια κοινοτοπία όμως, που αδυνατούμε να μετατρέψουμε σε πραγματικότητα. Θετικοί ρυθμοί μεγέθυνσης δεν θα αυξήσουν τις συντάξεις. Θα επιτρέψουν όμως να μειωθεί η ασφυκτική πίεση των ασφαλιστικών ελλειμμάτων. Όμως, με ένα ασφαλιστικό κενό της τάξης του 10% του ΑΕΠ, που το καλύπτει ο κρατικός προϋπολογισμός, όταν γίνεται τιτάνιος αγώνας για να πετύχουμε πλεονάσματα μισής ή μιάμισης μονάδας του ΑΕΠ, τα περιθώρια για αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, για ουσιαστικές αυξήσεις στις δημόσιες ή ιδιωτικές επενδύσεις, για αύξηση της ζήτησης, για ένα φορολογικό καθεστώς που δεν θα πνίγει νοικοκυριά, επαγγελματίες και επιχειρήσεις, είναι ασφυκτικά.
  • Αν θέλουμε ικανοποιητικότερους μισθούς, εισοδήματα και συντάξεις είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε ό,τι μπορούμε για επενδύσεις και ανάπτυξη. Αν δεν θέλουμε να κάνουμε ό,τι οδηγεί στην ανάπτυξη, ας μην κλαψουρίζουμε για την πραγματικότητά μας. Στην περίπτωση αυτή, όπως διαπιστώσαμε όλα αυτά τα χρόνια the hard way, η ίδια η ζωή θα επιβάλλει λύσεις, και μάλιστα με χαοτικό, άδικο και τυχαίο τρόπο, και με διάχυτες αρνητικές επιδράσεις σε πολλά οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά μεγέθη.
  • Η εμπιστοσύνη προς το ιδιωτικό σύστημα έχει δύο παραμέτρους. Η πρώτη αφορά την κρατική πολιτική σε ό,τι αφορά την οικονομία, το θεσμικό πλαίσιο, την εποπτεία των ασφαλιστικών φορέων και τους βαθμούς θεσμικής ελευθερίας τους στο να τοποθετούν αποταμιεύσεις σε σχετικά ασφαλείς τίτλους μέσα στη χώρα ή/και στη διεθνή αγορά. Αν η πολιτική επιτρέπει τοποθετήσεις σε διεθνείς τίτλους, πιθανότατα αυτό θα οδηγεί σε πιο ικανοποιητικές αποδόσεις για τις συντάξεις, αλλά θα σημαίνει και απώλεια για την χώρα των πόρων που επενδύονται διεθνώς. Αν δεν επιτρέπει, οι πόροι παραμένουν στη χώρα, των πόρων που επενδύονται διεθνώς. Αν δεν επιτρέπει, οι πόροι παραμένουν στη χώρα, αλλά η απόδοσή τους εξαρτάται από τις εσωτερικές οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, που στα χρόνια της κρίσης γνωρίζουμε πόσο προβληματικές είναι. Βέβαια, πρέπει να επισημανθεί, ότι με τα σημερινά δεδομένα των αγορών, οι προοπτικές απόδοσης τίτλων χαμηλού ρίσκου έχουν περιοριστεί, παράγοντας που μεσοπρόθεσμα επηρεάζει τις επιδόσεις του ιδιωτικού συστήματος.
  • Η δεύτερη παράμετρος έχει να κάνει με την ποιότητα των ασφαλιστικών προϊόντων που προσφέρουν οι ιδιωτικοί φορείς, την ελκυστικότητα των όρων τους, την ανθεκτικότητα των φορέων αυτών σε μακρύ χρόνο και την πειστικότητα του συστήματος αυτού απέναντι στους ασφαλισμένους. Στους παράγοντες αυτούς, πρέπει κανείς να προσθέσει και την διαφορά στις αποδόσεις μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού συστήματος. Εκτιμήσεις δείχνουν, ότι ανάλογα με τις χρονικές περιόδους που συγκρίνει κανείς τις επιδόσεις των δύο συστημάτων και την πληρότητα της σύγκρισης, οι αποδόσεις τους μπορεί να είναι πολύ κοντά ή να δείχνουν κάποια υπεροχή των ιδιωτικών ασφαλιστικών φορέων.
  • Τρίτον, η συζήτηση για τις συντάξεις ξεκινάει συνήθως από λάθος αφετηρία: από το επιθυμητό ποσοστό αναπλήρωσης της μέσης σύνταξης. Αυτό θα ήταν λογικό σε συνθήκες ομαλότητας, σταθερής εξέλιξης μισθών, απασχόλησης, δημογραφικών δεδομένων και Εθνικού Εισοδήματος. Με τις σημερινές συνθήκες όμως, η αφετηρία αυτή είναι λάθος. Γιατί σήμερα, που ο αριθμός των συνταξιούχων έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, δεν αρκεί να καθορίσουμε αυθαίρετα επιθυμητά ποσοστά αναπλήρωσης. Πρέπει, ταυτόχρονα να εξετάσουμε τι επιβάρυνση δημιουργεί κάθε τέτοιο ποσοστό αναπλήρωσης για τους ασφαλισμένους και την οικονομία γενικότερα. Ακόμα και σε ομαλές συνθήκες, ένα δεδομένο ποσοστό αναπλήρωσης δημιουργεί πολύ διαφορετική επιβάρυνση, αν πρέπει να καλυφθεί από τις εισφορές τριών, δύο ή 1,3 απασχολούμενων, όπως είναι η κατάσταση σήμερα.
  • Για να το κάνω λιγότερο αφηρημένο με ένα παράδειγμα. Με μέσο εισόδημα από απασχόληση 1000 ευρώ και ένα ποσοστό αναπλήρωσης 60% (δηλαδή σύνταξη 600 ευρώ) το μέσο εισόδημα κάθε απασχολούμενου διαμορφώνεται στα 800 ευρώ προ φόρου, αν η αναλογία απασχολούμενων προς συνταξιούχους είναι 3:1. Όμως, αν η αναλογία είναι 1,3:1, τότε το εισόδημα μετά τις εισφορές πέφτει στα 550 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή φτάνουμε μάλιστα στο παράδοξο, να πρέπει ένας εργαζόμενος να επιβαρύνεται με τέτοιες εισφορές ή και φόρους για τα ελλείμματα του ασφαλιστικού συστήματος, που οι καθαρές απολαβές του (550 ευρώ) φτάνουν να είναι χαμηλότερες από τις καθαρές απολαβές του μέσου συνταξιούχου (600 ευρώ). Πόσο βιώσιμη και πόσο δίκαιη είναι μια τέτοια σχέση και τι επιδράσεις ασκεί στην οικονομία, στην ανάπτυξη, τις επενδύσεις, τη φυγή ενεργού πληθυσμού, τη μαύρη οικονομία, την φοροδιαφυγή;
  • Τέταρτον, κάθε νέο σύστημα προϋποθέτει κανόνες μετάβασης και μορφές χρηματοδότησης του τμήματος εκείνου της ασφάλισης που φεύγει από το παλαιό και μεταφέρεται στο νέο σύστημα.
  • Πρακτικά, μια αύξηση των πόρων για τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος πάνω από το σημερινό 16%-17% του ΑΕΠ φαίνεται απαγορευτική. Μια υπέρβαση του παραπάνω ορίου δεν είναι εφικτή χωρίς σοβαρές αρνητικές επιδράσεις στην ανάπτυξη και στο ασφαλιστικό το ίδιο. Εφικτές θα ήσαν μορφές ανακατανομής της δαπάνης αυτής μεταξύ διαφορετικών ασφαλιστικών σχημάτων. Γενικότερα, πρέπει να επισημανθεί, ότι όταν μιλάμε για πρόσθετη χρηματοδότηση, δεν πρέπει να βλέπουμε μόνο τις άμεσες και ορατές επιπτώσεις της στο ύψος των εισροών και των συντάξεων. Πρέπει να σκεφτόμαστε και τις έμμεσες επιδράσεις της σε άλλα, πολύ βασικά, μακρό-οικονομικά, αναπτυξιακά ή κοινωνικά μεγέθη, και ότι οι επιδράσεις αυτές, δευτερογενώς, είναι αρνητικές για το ίδιο το ασφαλιστικό.
  • Συνοψίζοντας, θεωρώ, ότι το ασφαλιστικό σήμερα πρέπει να λυθεί στη βάση των ακόλουθων αρχών:

Πρώτον, θα έπρεπε να ισχύσει η αρχή της ισότητας, όχι όμως και της ισοπέδωσης, μεταξύ όλων των ασφαλισμένων. Η αρχή αυτή σήμερα δεν ισχύει.

Δεύτερον, να ισχύσει η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ εργαζόμενων και συνταξιούχων. Τι πληρώνουν οι εργαζόμενοι για τους συνταξιούχους.

Τρίτον, η αρχή της αναλογικότητας των εισφορών που πληρώνει κάποιος και της σύνταξης που παίρνει κάποια στιγμή στο βίο του.

Τέταρτον, πρόωρες συντάξεις και συντάξεις σε ασφαλισμένους με μικρό χρονικό διάστημα εισφορών πρέπει να επανεξεταστούν άμεσα. Για όσους προκύπτουν κοινωνικά προβλήματα, αυτά να αντιμετωπιστούν με μια σοβαρή και δίκαιη κοινωνική πολιτική και όχι μέσω ασφαλιστικού συστήματος, όπως σε κάθε κοινωνική Δημοκρατία. Διαφορετικά, καλούνται οι συνταξιούχοι να χρηματοδοτήσουν την κοινωνική πολιτική.

Πέμπτη αρχή, μία διπλή αρχή βιωσιμότητας. Τη βιωσιμότητα του ίδιου του ασφαλιστικού συστήματος, γιατί αν αυτή δεν υπάρχει, τότε προκύπτουν τρομακτικές επιπτώσεις και δεύτερον τη βιωσιμότητα της οικονομίας που επηρεάζεται με κρίσιμο τρόπο από τη μη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Και έκτον, πρέπει να δούμε σήμερα τι σημαίνει πραγματικά η αρχή της αλληλεγγύης των γενεών. Προσδίδοντας το ίδιο περιεχόμενο στην αρχή αυτή, όπως ήταν πριν 25 ή 35 χρόνια, οδηγούμαστε  στην υποταγή και την εκμετάλλευση των νεότερων γενεών και στην περαιτέρω ανατροπή κάθε ισορροπίας στο ασφαλιστικό.

 

Ολόκληρη η εισήγηση του Τάσου Γιαννίτση