Τα κόκκινα δάνεια, ο Ηρακλής και η στεγαστική κρίση

Ξενοφών Κροκίδης 28 Μαρ 2026

Από το 2019 που ψηφίστηκε ο «Ηρακλής», οι τράπεζες καθάρισαν τους ισολογισμούς τους, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν δραστικά και οι επενδυτές πανηγύρισαν. Όλα αυτά έγιναν, όμως, με κόστος που πληρώνουν οι πολίτες, και κυρίως οι πιο ευάλωτοι. Τα νοικοκυριά είδαν τις πρώτες κατοικίες τους να βγαίνουν σε πλειστηριασμό, ενώ οι τιμές των ακινήτων, αντί να σταθεροποιηθούν, πήραν θεαματική ανοδική πορεία από το 2020 και μετά, δημιουργώντας μια πραγματική στεγαστική κρίση που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από αριθμούς ισολογισμών.

Τα funds που αγόρασαν τα NPLs σε τιμές κοψοχρονιάς και οι servicers που αμείβονται με βάση τις ανακτήσεις, είδαν τα περιουσιακά στοιχεία να αυξάνονται σημαντικά σε αξία, και μαζί τους αυξήθηκαν και τα κέρδη τους. Οι δανειολήπτες, από την άλλη, δεν είχαν κανένα εργαλείο να συμμετάσχουν στην υπεραξία που δημιουργούνταν από τα ίδια τους τα δάνεια. Η ανοδική αγορά ακινήτων λειτουργούσε υπέρ των funds και των servicers, κάνοντας κάθε πιθανή «γενναία» ρύθμιση λιγότερο συμφέρουσα για τους επενδυτές και περισσότερο επώδυνη για τους οφειλέτες.

Η πολιτική επιλογή ήταν ξεκάθαρη: σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και εξασφάλιση κερδοφορίας για τους επενδυτές, χωρίς κοινωνικό πρόσημο. Κανένα μέτρο για την προστασία της πρώτης κατοικίας, καμία ρήτρα για συμμετοχή των δανειοληπτών στην έκπτωση που έλαβαν τα funds, καμία δημιουργία δημόσιου αποθέματος κατοικιών. Η κοινωνική διάσταση του ζητήματος παραμελήθηκε συστηματικά.

Και εδώ έρχεται το μεγαλύτερο πλήγμα: η αντιπολίτευση. Ο ΣΥΡΙΖΑ μίλησε για τις ευνοϊκές συνθήκες των funds και την έλλειψη προστασίας της πρώτης κατοικίας, αλλά δεν παρουσίασε κανένα συνεκτικό σχέδιο για μαζική κοινωνική απομείωση χρέους, ούτε αμφισβήτησε τη στρατηγική τιτλοποίησης. Το ΠΑΣΟΚ - ΚΙΝΑΛ περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές περί διαφάνειας και κοινωνικής ευαισθησίας, χωρίς ουσιαστική παρέμβαση. Η αντιπολίτευση κατήγγειλε, αλλά δεν ανέτρεψε τίποτα. Η απραξία της είναι εμφανής στην καθημερινή στεγαστική πίεση, που βιώνουν τα νοικοκυριά.

Στην πράξη, η Ελλάδα κατάφερε να εξυγιάνει τις τράπεζες και να αυξήσει τα κέρδη των funds και των servicers, αλλά η πρόσβαση στη στέγη για τα μεσαία στρώματα έγινε δυσκολότερη από ποτέ. Το ίδιο asset, το ακίνητο, λειτούργησε ταυτόχρονα ως εργαλείο σταθεροποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και ως πεδίο κερδοφορίας, αφήνοντας τους πολίτες απροστάτευτους. Η αγορά κατοικίας ακριβαίνει, οι πρώτες κατοικίες εκτίθενται σε ρευστοποιήσεις και η κοινωνική ανισότητα βαθαίνει.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι τράπεζες έπρεπε να καθαρίσουν, αλλά γιατί η ίδια η εξυγίανση δεν συνοδεύτηκε από μια στρατηγική κοινωνικής κατοικίας, και από μηχανισμούς που θα επέτρεπαν στους δανειολήπτες να επωφεληθούν από τις εκπτώσεις ή την άνοδο των τιμών. Αξίζει να κοιτάξουμε τι έγινε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με παρόμοιο πρόβλημα. Στην Ιταλία, οι τράπεζες αντιμετώπισαν NPLs με κρατικές και ιδιωτικές «bad banks», συνδυάζοντας τις πωλήσεις με ρυθμίσεις οφειλετών και ειδικά προγράμματα προστασίας πρώτης κατοικίας. Στην Ιρλανδία, ο NAMA αγόρασε δάνεια και ακίνητα με έκπτωση, αλλά προέβλεψε κοινωνική χρήση ορισμένων ακινήτων και ρυθμίσεις για ευάλωτους δανειολήπτες. Στην Ισπανία, η Sareb συνδύασε πωλήσεις σε funds με προγράμματα κοινωνικής ενοικίασης. Με άλλα λόγια, σε αυτές τις χώρες συνδυάστηκε η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος με ένα στοιχείο κοινωνικής προστασίας. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η κοινωνική διάσταση αγνοήθηκε πλήρως.

Η στεγαστική κρίση που βιώνουμε σήμερα είναι συνέπεια αυτής της επιλογής. Η αγορά ακινήτων συνεχίζει να ανεβαίνει, οι δανειολήπτες χάνουν κατοικίες, ή πιέζονται να αποδεχθούν μη βιώσιμους όρους ρύθμισης, και οι επενδυτές αυξάνουν τα κέρδη τους από την ίδια διαδικασία που δημιουργεί κοινωνικό κόστος. Η απραξία της αντιπολίτευσης ενισχύει αυτή την αδικία: δεν υπήρξε πολιτική πρόταση, που να προσπαθεί να εξισορροπήσει το όφελος των επενδυτών με τα δικαιώματα των πολιτών. Το πολιτικό και κοινωνικό κενό παραμένει ανοιχτό, και όσο η αγορά ακινήτων συνεχίζει να ανεβαίνει, τόσο περισσότερο ενισχύεται η ανισότητα. Ποιος πραγματικά ωφελείται από τον «Ηρακλή» και ποιος πληρώνει το τίμημα της κρίσης, είναι πλέον ερώτημα που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει.