Ομιλία στο 4ο Τακτικό Συνέδριο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. – Κινήματος Αλλαγής
Στέκομαι σήμερα ενώπιόν σας ως ένας άνθρωπος 35 ετών, που μεγάλωσε και ζει στα δυτικά προάστια και εργάζεται ως δικηγόρος στην Αθήνα, αλλά κυρίως ως ένας πολίτης που βιώνει καθημερινά τις αγωνίες, τις ανασφάλειες, τις προσδοκίες και —κυρίως— τις απογοητεύσεις της γενιάς του.
Μιας γενιάς που μεγάλωσε με όνειρα, αλλά ενηλικιώθηκε μέσα σε διαδοχικές κρίσεις. Που σπούδασε, προσαρμόστηκε, πάλεψε — αλλά ακόμη αναζητεί σταθερότητα, αξιοπρέπεια και ουσιαστική προοπτική.
Και γι’ αυτό είμαι εδώ. Όχι απλώς για να συμμετάσχω σε ένα κομματικό συνέδριο, αλλά για να συμβάλω σε μία συζήτηση που αφορά το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας μας.
Επειδή, πιστεύω βαθιά ότι η παράταξή μας δεν είναι απλώς ένα ιστορικό αποτύπωμα. Είναι μια σύγχρονη, επιτακτική ανάγκη.
Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Η κοινωνία σήμερα δεν ζητεί συνθήματα. Ζητεί λύσεις στα καθημερινά της προβλήματα.
Εκπέμπει ένα καθαρό μήνυμα:
- δεν αντέχει άλλες ανισότητες,
- δεν αντέχει άλλη ανασφάλεια,
- δεν αντέχει άλλο χάσμα ανάμεσα σε εκείνους που έχουν πρόσβαση στις ευκαιρίες και σε εκείνους που μένουν πίσω.
Και εδώ βρίσκεται η δική μας ευθύνη. Να απαντήσουμε με σοβαρότητα, με σχέδιο, με ειλικρίνεια και με πολιτικό θάρρος.
Πρώτον, η νέα γενιά.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανάπτυξη όταν οι νέοι δεν μπορούν να κάνουν το πιο βασικό βήμα: να ζήσουν αυτόνομα.
Η στεγαστική κρίση δεν είναι στατιστικό μέγεθος — είναι καθημερινή ασφυξία.
Η επισφαλής και κακοπληρωμένη εργασία δεν είναι μεταβατικό στάδιο — για πολλούς έχει γίνει κανονικότητα.
Και η εκπαίδευση, χωρίς ουσιαστική σύνδεση με την αγορά εργασίας και χωρίς δυνατότητες διά βίου κατάρτισης, δεν αρκεί.
Αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για το μέλλον, πρέπει να ξεκινήσουμε από εδώ.
Χρειαζόμαστε μία ολοκληρωμένη πολιτική για τους νέους:
— με ενεργητικές πολιτικές στέγασης και αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας,
— με σταθερές και αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας,
— με ένα εκπαιδευτικό σύστημα που επενδύει στη γνώση σε όλη τη διάρκεια της ζωής,
— με παροχή κινήτρων, ώστε να μπορέσουν να κάνουν τη δική τους οικογένεια.
Γιατί μια κοινωνία που δεν στηρίζει τους νέους της, στην πραγματικότητα υπονομεύει το ίδιο της το μέλλον, κάτι που με τον πιο σκληρό τρόπο μας αποδεικνύουν ήδη τα δημογραφικά δεδομένα.
Δεύτερον, το Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Τα τελευταία χρόνια μας υπενθύμισαν με τον πιο έντονο τρόπο ότι η υγεία δεν είναι δεδομένη. Και ότι το Ε.Σ.Υ. είναι ο βασικός πυλώνας κοινωνικής προστασίας.
Όμως δεν αρκεί να το αναγνωρίζουμε στα λόγια.
Χρειάζεται:
— ουσιαστική ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού,
— καλύτερες συνθήκες εργασίας για γιατρούς και νοσηλευτές,
— σύγχρονες υποδομές και εξοπλισμός,
— και πάνω απ’ όλα, ισότιμη πρόσβαση για κάθε πολίτη.
Το Ε.Σ.Υ. πρέπει να είναι ισχυρό όχι μόνο σε περιόδους κρίσης, αλλά κάθε μέρα.
Τρίτον, το ψηφιακό κράτος και οι αστικές μετακινήσεις.
Η τεχνολογία έχει αλλάξει τη ζωή μας. Μπορεί και πρέπει να αλλάξει και το κράτος.
Αλλά το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο γρήγορο είναι το κράτος. Είναι πόσο δίκαιο και πόσο διαφανές είναι.
Η ψηφιοποίηση δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός.
Πρέπει να είναι εργαλείο εξυπηρέτησης του πολίτη, περιορισμού της γραφειοκρατίας, όχι ψηφιοποίησής της, και, κυρίως, ενίσχυσης της λογοδοσίας.
Ένα σύγχρονο κράτος είναι ένα κράτος που εμπιστεύεται τον πολίτη — και με την αποτελεσματικότητά του κερδίζει την εμπιστοσύνη του.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη.
Η τεχνητή νοημοσύνη ήδη μετασχηματίζει την οικονομία, την εργασία και τη δικαιοσύνη.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα τη χρησιμοποιήσουμε — αλλά με ποιους όρους.
- Με κανόνες που προστατεύουν τα δικαιώματα των πολιτών.
- Με διαφάνεια στους αλγορίθμους που επηρεάζουν αποφάσεις.
- Με επένδυση στις δεξιότητες των εργαζομένων, ώστε η τεχνολογία να μην δημιουργεί αποκλεισμούς, αλλά ευκαιρίες.
Η πρόοδος χωρίς δικαιοσύνη δεν είναι πρόοδος.
Υπάρχει όμως και μια καθημερινότητα που δοκιμάζει την αξιοπρέπεια των πολιτών στα μεγάλα αστικά κέντρα: οι μετακινήσεις.
Για χιλιάδες ανθρώπους —ιδίως στα δυτικά προάστια— η διαδρομή προς την εργασία είναι καθημερινή ταλαιπωρία.
Καθυστερήσεις. Συνωστισμός. Ελλιπή δρομολόγια.
Αυτό δεν είναι εικόνα σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας.
Χρειαζόμαστε ανασυγκρότηση των μέσων μαζικής μεταφοράς:
— περισσότερα δρομολόγια και σύγχρονο στόλο,
— αξιόπιστες και καθαρές υποδομές,
— επέκταση δικτύων στις περιοχές που υστερούν,
— προσιτό κόστος για όλους.
Γιατί η μετακίνηση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι κοινωνικό δικαίωμα.
Και ταυτόχρονα τα σύγχρονα μέσα μαζικής μεταφοράς, είναι βασικό εργαλείο για μια δίκαιη πράσινη μετάβαση.
Τέταρτον, οι θεσμοί.
Ως δικηγόρος, δεν μπορώ παρά να σταθώ ιδιαίτερα εδώ.
Η ποιότητα της δημοκρατίας μας κρίνεται καθημερινά από τη λειτουργία των θεσμών.
Και η αλήθεια είναι ότι σήμερα η εμπιστοσύνη των πολιτών έχει κλονιστεί. Υποκλοπές, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ, Προγράμματα Κατάρτισης…
Δεν υπάρχουν περιθώρια αμφισημίας.
Χρειαζόμαστε:
— ισχυρή και ανεξάρτητη Δικαιοσύνη,
— σαφή διάκριση των εξουσιών,
— θεσμικές εγγυήσεις διαφάνειας και ελέγχου,
— ανασυγκρότηση και ενίσχυση των θεσμών.
Μία ουσιαστική αναθέσμιση του Κράτους.
Γιατί χωρίς εμπιστοσύνη στους θεσμούς, καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να σταθεί.
Πέμπτον, η πράσινη ανάπτυξη και ο πρωτογενής τομέας.
Η κλιματική κρίση δεν είναι ένα μελλοντικό ενδεχόμενο. Είναι ήδη εδώ.
Αλλά η μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο δεν μπορεί να γίνει με όρους που επιβαρύνουν ξανά τους ίδιους και τους ίδιους.
Η πράσινη ανάπτυξη πρέπει να είναι κοινωνικά δίκαιη.
Με στήριξη των τοπικών κοινωνιών.
Με προστασία των πιο ευάλωτων.
Με επενδύσεις που δημιουργούν θέσεις εργασίας και όχι αποκλεισμούς.
Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Δεν μπορούμε να μιλάμε για ένα νέο, δίκαιο παραγωγικό μοντέλο χωρίς να μιλήσουμε για τον πρωτογενή τομέα.
Για χρόνια, η ελληνική αγροτική παραγωγή έμεινε πίσω:
κατακερματισμένη, με χαμηλή προστιθέμενη αξία, εκτεθειμένη στις κρίσεις και στην κλιματική αλλαγή.
Ήρθε η ώρα για μια βαθιά μεταρρύθμιση.
Χρειαζόμαστε έναν νέο αγροτικό τομέα:
— ψηφιακό και καινοτόμο,
— συνεργατικό και εξωστρεφή,
— βιώσιμο και ανθεκτικό.
Συγκεκριμένα:
Πρώτον, επένδυση στη γεωργία ακριβείας και στις νέες τεχνολογίες, ώστε ο παραγωγός να μειώνει το κόστος και να αυξάνει την ποιότητα.
Δεύτερον, πραγματική ανασυγκρότηση των συνεταιρισμών, με διαφάνεια, επαγγελματική διοίκηση και ισχυρά κίνητρα συμμετοχής, ώστε οι παραγωγοί να αποκτήσουν ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη.
Τρίτον, στροφή σε ποιοτικά, πιστοποιημένα και εξαγώγιμα προϊόντα, που συνδέονται με την ελληνική ταυτότητα, τη διατροφή και τον τουρισμό.
Και τέταρτον, δίκαιη πράσινη μετάβαση στον αγροτικό τομέα, ώστε ο παραγωγός να είναι μέρος της λύσης για την κλιματική κρίση — όχι το θύμα της.
Γιατί η περιφέρεια δεν πρέπει να είναι χώρος εγκατάλειψης.
Πρέπει να γίνει χώρος ευκαιρίας.
Και ο πρωτογενής τομέας μπορεί να γίνει πυλώνας μιας νέας, δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης για τη χώρα.
Και τέλος, η μεγάλη πρόκληση που διαπερνά όλα τα παραπάνω: οι ανισότητες.
Οι ανισότητες δεν είναι απλώς οικονομικές. Είναι κοινωνικές, εκπαιδευτικές, γεωγραφικές.
Και η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να είναι αποσπασματική.
Απαιτεί ένα ισχυρό, σύγχρονο κοινωνικό κράτος:
— με ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες,
— με δίκαιη αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου,
— με πραγματική στήριξη σε όσους έχουν ανάγκη.
Σε αυτό το σημείο, οφείλουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια και για τη φορολογική δικαιοσύνη.
Η δίκαιη αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς μια πιο ισορροπημένη φορολογική πολιτική.
Η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου — με κανόνες, με διαφάνεια, με σεβασμό στην ανάπτυξη και την επιχειρηματικότητα — αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη στήριξη του κοινωνικού κράτους.
Όχι ως τιμωρία της επιτυχίας,
αλλά ως εγγύηση κοινωνικής συνοχής.
Γιατί μια οικονομία που παράγει πλούτο χωρίς να τον διανέμει δίκαια, τελικά υπονομεύει τον εαυτό της.
Υπάρχει εντούτοις μια ακόμη διάσταση που οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε με σοβαρότητα και διορατικότητα.
Ο κίνδυνος ενός σταδιακού στρατηγικού αφελληνισμού κρίσιμων τομέων της οικονομίας.
Η ανεξέλεγκτη πίεση στην αγορά ακινήτων, σε συνδυασμό με εργαλεία όπως η golden visa και η δίχως όρια επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, δημιουργούν νέες προκλήσεις.
Δεν αφορά μόνο τις τιμές αγοράς και ενοικίων ή τη διαθεσιμότητα κατοικιών.
Αφορά τη φυσιογνωμία των πόλεών μας.
Αφορά τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών.
Αφορά ακόμη και εθνικά ευαίσθητες περιοχές της πατρίδας μας — νησιωτικές και ακριτικές.
Όταν ο μόνιμος πληθυσμός εκτοπίζεται, όταν η κατοικία μετατρέπεται αποκλειστικά σε επενδυτικό προϊόν, τότε το ζήτημα παύει να είναι μόνο οικονομικό.
Αποκτά κοινωνικές και, δυνητικά, εθνικές διαστάσεις.
Δεν είμαστε απέναντι στις επενδύσεις.
Είμαστε υπέρ των κανόνων.
Χρειαζόμαστε ένα σαφές πλαίσιο:
— που θα προστατεύει την πρόσβαση των πολιτών στη στέγη,
— που θα διασφαλίζει την ισορροπία στις τοπικές κοινωνίες,
— που θα λαμβάνει υπόψη και παραμέτρους δημόσιου συμφέροντος και εθνικής ασφάλειας, όπου απαιτείται.
Διότι, η ανάπτυξη χωρίς όρια και χωρίς σχεδιασμό μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδα και εθνικούς κινδύνους.
Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Η Ελλάδα δεν πορεύεται μόνη της.
Η θέση μας είναι στην Ευρώπη. Και η πορεία της χώρας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε μια ισχυρή Ευρώπη — αλλά και μια πιο δίκαιη Ευρώπη.
- Μια Ευρώπη της σύγκλισης και της αλληλεγγύης
- Μια Ευρώπη που δεν αφήνει τις κοινωνίες της πίσω.
- Μια Ευρώπη που επενδύει στο κοινωνικό κράτος, στην πράσινη μετάβαση και στην τεχνολογική πρόοδο με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η Σοσιαλδημοκρατία του 21ου αιώνα είναι, σαφέστατα, και ευρωπαϊκή.
Και η δική μας ευθύνη είναι διπλή:
να ενισχύσουμε τη θέση της χώρας μας μέσα στην Ευρώπη,
αλλά και να συμβάλουμε στη διαμόρφωση μιας Ευρώπης κοινωνικά πιο δίκαιης, πιο δημοκρατικής, πιο κοντά στους πολίτες της.
Μίας Ευρώπης που στο επίκεντρο των πολιτικών της είναι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, οι δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις της και η ευημερία των κοινωνιών της, όχι αποκλειστικά τα ευημερούντα οικονομικά στοιχεία και οι αρτηριοσκληρωτικές γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Αυτές είναι οι προκλήσεις της εποχής μας. Και αυτή μπορεί να είναι η απάντηση της παράταξής μας.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. υπήρξε η δημοκρατική δύναμη που άλλαξε τη ζωή των πολλών. Που έδωσε δικαιώματα, ευκαιρίες και προοπτική.
Σήμερα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να το κάνει ξανά.
Όχι αναπαράγοντας το παρελθόν και ζώντας με τις αναμνήσεις,
αλλά κατανοώντας τις ανάγκες του παρόντος και σχεδιάζοντας το μέλλον.
Ένα μέλλον με κοινωνική δικαιοσύνη.
Με αξιοπρέπεια.
Με ίσες ευκαιρίες για όλους.
Και για να το πετύχουμε αυτό, χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω από καλές προτάσεις και κυβερνητικό πρόγραμμα.
Χρειαζόμαστε ενότητα και σαφή πολιτική ιδεολογία για την Πολιτική Αλλαγή.
Όχι μια ενότητα τυπική ή επικοινωνιακή, αλλά μια ουσιαστική συστράτευση με κοινό στόχο και καθαρό πολιτικό στίγμα.
Χρειαζόμαστε τη Σοσιαλδημοκρατία του 21ου αιώνα.
Μια σοσιαλδημοκρατία που δεν φοβάται την ανάπτυξη, αλλά τη συνδέει με την κοινωνική δικαιοσύνη.
Που αξιοποιεί την τεχνολογία, αλλά βάζει στο επίκεντρο τον άνθρωπο.
Που υπερασπίζεται το κοινωνικό κράτος, αλλά το εκσυγχρονίζει.
Που απαντά στις νέες ανισότητες με σύγχρονες, ρεαλιστικές και προοδευτικές πολιτικές.
Να ξανακάνουμε την παράταξή μας πρωταγωνιστή.
Να δώσουμε ξανά φωνή στους πολλούς που νιώθουν ότι δεν ακούγονται και αγνοούνται.
Να αποδείξουμε ότι υπάρχει μια αξιόπιστη, προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης έναντι του πολιτικού, ιδεολογικού και ηθικού αντιπάλου μας: της Ν.Δ. των σκανδάλων, της υπονόμευσης των θεσμών, της πελατοκρατίας, του νεποτισμού, των ολιγοπωλίων, της διαφθοράς, της συμβουλοκρατίας, των πλουτοκρατών, των ολίγων, των ημετέρων γαλάζιων και μπλε παιδιών, του εθνολαϊκισμού και της πατριδοκαπηλίας.
Ας τολμήσουμε να μιλήσουμε καθαρά, ειλικρινά και δυνατά στην Κοινωνία.
Ας τολμήσουμε να συγκρουστούμε με τις δυνάμεις της συντήρησης και του λαϊκισμού που διαχρονικά μας κρατούν πίσω και ζημιώνουν την Ελλάδα.
Ας τολμήσουμε να ενώσουμε και να συνθέσουμε.
Διότι, τελικά, η Πολιτική δεν είναι απλώς διαχείριση της καθημερινότητας. Είναι ευθύνη απέναντι στην Κοινωνία και στις επόμενες γενιές.
Και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ΜΠΟΡΕΙ και ΠΡΕΠΕΙ να είναι ξανά φορέας αυτής της ευθύνης.
Σας ευχαριστώ πολύ».