Από τη διαφωνία στη δαιμονοποίηση του «άλλου»: συζήτηση για τον πολιτικό μας πολιτισμό

Κώστας Χλωμούδης 04 Απρ 2026

Η ποιότητα της δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο στις κάλπες. Κρίνεται, κυρίως, στον τρόπο που διαφωνούμε. Στον τρόπο που στεκόμαστε απέναντι στον "άλλο", τον "απέναντί" μας και ιδιαιτέρως όταν οι δρόμοι μας χωρίζουν με αυτόν που κάποια στιγμή είμαστε μαζί.

Και αν κάτι γίνεται ολοένα και πιο ανησυχητικό στη δημόσια σφαίρα των ημερών μας—ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης—είναι η διολίσθηση από την πολιτική διαφωνία στην προσωπική απαξίωση, και από εκεί, συχνά, στην ανοιχτή εχθρότητα.

Υπήρξαν, στην μεταπολίτευση, εποχές—όχι ιδανικές, αλλά σίγουρα πιο ώριμες—όπου οι πολιτικές διαφορές ή ακόμη και οι διασπάσεις, δεν σήμαιναν και ηθική εξόντωση του/των απέναντι ή ακόμη και των/του «πρώην συνοδοιπόρου/ων».

Από τις προσωπικές μου εμπειρίες στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς μέχρι το εκσυγχρονιστικό κέντρο, για παράδειγμα, οι διαφωνίες ήταν συχνές, οι αποκλίσεις παρούσες και οι αποχωρήσεις, από τις μικρές ή μεγάλες συλλογικότητες, στην ημερήσια διάταξη... Αυτό όμως που τις χαρακτήριζε ήταν ότι συνήθως συνοδεύονταν από μια κουλτούρα διαλόγου, κάποιου αμοιβαίου σεβασμού και, πολλές φορές, ακόμη και ανθρώπινης εγγύτητας που άντεχε στον χρόνο. Ήταν αυτό που είχε ονομασθεί και ως “βελούδινα διαζύγια”.

Οι άνθρωποι που βρέθηκαν μαζί σε συλλογικές διαδρομές—στον Ρήγα, στον Συνασπισμό, σε πολιτικές πρωτοβουλίες όπως ο ΟΠΕΚ και άλλες συγκλίσεις με το ευρύτερο εκσυγχρονιστικό κέντρο, μετά τις όποιες πολιτικές τους εντάξεις —δεν μετατράπηκαν αυτομάτως σε «εχθρούς» όταν διαφοροποίησαν τις επιλογές τους. Οι σχέσεις δοκιμάστηκαν, αλλά δεν διαλύθηκαν. Η διαφωνία δεν ακύρωσε τη μνήμη της κοινής πορείας, ούτε την εκτίμηση για τον άνθρωπο πίσω από την πολιτική στάση.

Παρεκτός όταν υπήρξαν εμφανή και αποδεδειγμένα υποκειμενικά κριτήρια σκοπιμότητας και ωφελιμισμού στις επιλογές τους ή ποινικά κολάσιμες πράξεις…

Αυτό το ήθος το βίωσα με πρόσωπα και σχέσεις. Ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης ή και ο Νίκος Θέμελης για παράδειγμα, υπήρξαν μορφές που ενσάρκωναν ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: να διαφωνείς χωρίς να διαρρηγνύεις, να επιμένεις χωρίς να απαξιώνεις. Αντίστοιχα, οι διαδρομές σε πολύ πιο προσωπικό επίπεδο, όπου οι πολιτικές διαφωνίες με επιλογές που συνδέθηκαν αργότερα με τον Αλέξη Τσίπρα κάποιων ή νωρίτερα με τον Κώστα Σημίτη άλλων, δεν σήμαιναν την κατάργηση της δυνατότητας διαλόγου. Αντιθέτως, αποτέλεσαν αφορμές για συνεχή «αναθεώρηση» των σκέψεων μας, μέσα από μια διαλεκτική κατανόηση των διαφορών.

Σήμερα, όμως, όλο και περισσότερο μετά και την τελευταία δεκαετία, φαίνεται να κυριαρχεί μια διαφορετική νοοτροπία. Όσο υπάρχει πολιτική συμφωνία, οι αδυναμίες, οι αντιφάσεις, ακόμη και τα προβληματικά στοιχεία του χαρακτήρα του "άλλου" «αγνοούνται» ή αποσιωπώνται. Μόλις εμφανιστεί η διαφωνία, τα ίδια αυτά στοιχεία ανασύρονται, διογκώνονται και εργαλειοποιούνται. Η πολιτική κριτική μετατρέπεται σε προσωπική επίθεση και η διαφωνία σε ηθική καταδίκη.

Η επιδείνωση αυτής της κατάστασης δεν είναι άσχετη με τις βαθιές πληγές που άφησε η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας στην Ελλάδα. Η ανασφάλεια, η οργή και η απογοήτευση διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον όπου ο δημόσιος λόγος έγινε πιο επιθετικός, πιο απόλυτος, πιο διχαστικός. Ωστόσο, πέρα από τις κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η συγκρότηση ενός λόγου που επένδυσε συνειδητά στην τοξικότητα και τον μανιχαϊσμό.

Σε πρώτη φάση ο ΣΥΡΙΖΑ, που ερχόταν, νομιμοποίησε σιωπηλά ή και δημόσια στο λόγο του, κάθε τι που ήταν διαφορετικό από αυτό που τότε εξέφραζε. Δεν ήταν τυχαία και η παρουσία μελών του σε προσπάθειες να εμποδίσουν εσωτερικές διαδικασίες ή εκδηλώσεις άλλων κομμάτων και συγκεκριμένα του ΠΑΣΟΚ, εκείνη την εποχή λίγο πριν το ’15.

Ακολούθως έχουμε την λεγόμενη «αντί-ΣΥΡΙΖΑ» συμμαχία—με πρωτεργάτες έναν ιδιότυπο ακραιοκεντρώο φανατισμό— που δεν περιορίστηκε σε πολιτική αντιπαράθεση. Συχνά επέλεξε τη σπίλωση, την ηθική απαξίωση και τη συστηματική απονομιμοποίηση οποιουδήποτε δεν ευθυγραμμιζόταν μαζί τους. Έτσι, η διαφωνία έπαψε να είναι στοιχείο της δημοκρατίας και μετατράπηκε σε αφορμή για στοχοποίηση.

Αντίστοιχα φαινόμενα δεν περιορίζονται όμως μόνο σε έναν ευρύτερο πολιτικό χώρο, αλλά στο σύνολο της πολιτικής. Πρόσφατες διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, με αφορμή τη στάση και τις παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, ανέδειξαν παρόμοιες πρακτικές. Αντί η πολιτική διαφωνία να αντιμετωπιστεί ως στοιχείο εσωτερικού διαλόγου, συχνά συνοδεύτηκε από αιχμές, υπονοούμενα και προσωπικές στοχεύσεις που υπερέβαιναν το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Όταν ακόμη και σε κόμματα εξουσίας η διαφορετική άποψη αντιμετωπίζεται ως απειλή προς εξουδετέρωση και όχι ως συμβολή σε έναν ευρύτερο προβληματισμό, τότε η κρίση του πολιτικού πολιτισμού αποκτά πιο δομικά χαρακτηριστικά. Και αυτό αφορά συνολικά το πολιτικό σύστημα, όχι μεμονωμένες περιπτώσεις.

Η τοξικότητα αυτή, όταν γενικεύεται, διαπερνά ολόκληρο το εθνικό πολιτικό επίπεδο. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου οι πολίτες μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται την πολιτική όχι ως πεδίο σύνθεσης και αντιπαράθεσης ιδεών, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης ταυτοτήτων. Όμως, όσο βαθιές κι αν είναι οι πολιτικές μας διαφορές, υπάρχει μια θεμελιώδης αλήθεια που δεν μπορεί να παραγνωρίζεται: είμαστε όλοι πολίτες της ίδιας χώρας.

Δεν είμαστε εχθροί. Δεν μπορούμε να λειτουργούμε ως αντίπαλα στρατόπεδα που επιδιώκουν την ηθική εξόντωση του άλλου. Η δημοκρατία προϋποθέτει σύγκρουση απόψεων, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί και ένα ελάχιστο κοινό έδαφος συνύπαρξης και αμοιβαίας αναγνώρισης.

Χρειάζεται να επαναφέρουμε μια βασική, αλλά ξεχασμένη διάκριση: άλλο η πολιτική διαφωνία, άλλο ο πολιτικός αντίπαλος και εντελώς άλλο ο εχθρός. Η σύγχυση αυτών των εννοιών οδηγεί αναπόφευκτα στην τοξικότητα που σήμερα βιώνουμε.