Η εθνική μας στρουθοκάμηλος και οι Τούρκοι της Δυτικής Θράκη

30 Μαϊ 2021

Η χούντα του 1967-74 κατάφερε να κάψει ανεπανόρθωτα ένα μυθικό πουλί που υποτίθεται ότι ξαναγεννιέται από τη στάχτη του: Τον φοίνικα. Τον είχε χρησιμοποιήσει ο Ιωάννης Καποδίστριας ακόμη και ως νόμισμα. Τη θέση του φοίνικα πήρε αδιόρατα, ως ανομολόγητο εθνικό μας σύμβολο, η στρουθοκάμηλος.

Ακόμη και το 1978, στο Montreux, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μιλούσε με τον τότε Τούρκο πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετσεβίτ για «τουρκική μειονότητα» στην Ελλάδα. Σήμερα όμως ακούμε ότι δεν υπάρχουν Τούρκοι στην Ελλάδα! Τι απέγιναν άραγε;

Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι υπάρχουν. Και υπάρχουν επειδή εξαιρέθηκαν από την ελληνοτουρκική υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών το 1923. Υπάρχουν επίσης ελάχιστοι στα Δωδεκάνησα, που ενσωματώθηκαν μεταγενέστερα στο ελληνικό κράτος.

Χρειάζεται λοιπόν να ανατρέξουμε στην ανταλλαγή πληθυσμών. Γιατί έγινε; Διακηρυγμένος σκοπός της ήταν να πάψουν πλέον να υπάρχουν ελληνικοί πληθυσμοί σε τουρκικό έδαφος και τουρκικοί πληθυσμοί σε ελληνικό έδαφος, ώστε να μην προκύπτουν εφεξής αφορμές για διωγμούς και συγκρούσεις όπως πριν. Για να επιτευχθεί ο στόχος, η ανταλλαγή χρειαζόταν να είναι υποχρεωτική. Για να είναι στην πράξη υποχρεωτική, έπρεπε να στηρίζεται σε κριτήριο αδιαμφισβήτητο, που να διαπιστώνεται άμεσα και να μην υπόκειται σε απόκρυψη, πλαστογράφηση ή αλλοίωση. Μόνο το θρήσκευμα μπορούσε να αποτελέσει τέτοιο κριτήριο. Όχι η γλώσσα, αφού πολλοί ήσαν αναγκαστικά δίγλωσσοι, ενώ άλλοι μιλούσαν μόνο τη «λάθος» γλώσσα, όπως οι τουρκόφωνοι αλλά Έλληνες Πόντιοι.

Οι Τούρκοι και οι άλλοι μουσουλμάνοι της ελληνικής Δυτικής Θράκης εξαιρέθηκαν από την υποχρεωτική ανταλλαγή σε αντάλλαγμα για την παραμονή ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με την ελληνική απογραφή του 1928, από το σύνολο όσων εξαιρέθηκαν 83% ήσαν Τούρκοι. Οι υπόλοιποι ήσαν Πομάκοι (δηλαδή βουλγαρόφωνοι μουσουλμάνοι) και ελάχιστοι μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι.

Σχετικά με τους Τούρκους, εμφανίστηκε πολύ όψιμα το επιχείρημα ότι δεν πρόκειται τάχα για εθνική μειονότητα, αλλά μόνο για θρησκευτική. Ότι πρόκειται δηλαδή μόνο για «Έλληνες μουσουλμάνους» και όχι για Τούρκους. Εφευρέθηκε μάλιστα πρόσφατα ο ευφημισμός «τουρκογενείς». Πρόκειται λοιπόν για τουρκογενείς Έλληνες; Εντελώς τραγελαφική σύλληψη για τα 200 χρόνια από το 1821!

Για τις εξαιρέσεις της ανταλλαγής ισχύει ό,τι ακριβώς ίσχυσε γι αυτούς στους οποίους εφαρμόστηκε. Στον ίδιο της τον τίτλο, η ελληνοτουρκική Σύμβαση της υποχρεωτικής ανταλλαγής κάνει λόγο περί «ελληνικών» και «τουρκικών» πληθυσμών (populations grecques et turques), ενώ και στο κείμενό της χρησιμοποιεί τους όρους «Έλληνες» και «Τούρκοι» (π.χ. άρθρο 3).

Πέρα όμως από το γράμμα της Σύμβασης, είναι πασίδηλο ότι η θρησκεία χρησίμεψε μόνο ως αντικειμενικό και μάλιστα αμάχητο τεκμήριο εθνικής ταυτότητας, αφού η ανταλλαγή έπρεπε να είναι υποχρεωτική, χωρίς να αφήνεται κανένα περιθώριο ατομικής επιλογής, ούτε απόκρυψης. Άλλωστε με ποια λογική, ένα καταρχήν ανεξίθρησκο κράτος, όπως η Ελλάδα, και ένα μαχητικά κοσμικό, όπως τότε η κεμαλική Τουρκία, θα συναποφάσιζαν την ανταλλαγή αποκλειστικά θρησκευτικών μειονοτήτων και τον βίαιο ξεριζωμό σχεδόν δύο εκατομμυρίων ανθρώπων, με τις ευλογίες μάλιστα των Μεγάλων Δυνάμεων και της Κοινωνίας των Εθνών;Από άλλους λόγους πηγάζει ένας εύλογος δισταγμός να χαρακτηριστούν οι Τούρκοι της ελληνικής Θράκης εξαρχής ως εθνική μειονότητα. Μεταξύ τους επικρατούσαν οι Παλαιότουρκοι ή Παλαιομουσουλμάνοι, προσκολλημένοι στη θρησκευτική παράδοση και εχθρικοί απέναντι στην κεμαλική Τουρκία. Το ελληνικό κράτος είχε κάθε συμφέρον να ενθαρρύνει αυτή την κατάσταση. Άλλωστε, μόνο ως θρησκευτική μειονότητα ήταν και είναι υποχρεωμένο από τη Συνθήκη της Λωζάνης να αναγνωρίζει τους Τούρκους μαζί με τους άλλους μουσουλμάνους της Θράκης. Αυτή είναι και σήμερα η καθαρά νομική όψη του ζητήματος. 

Ωστόσο, στον βωμό της ελληνοτουρκικής προσέγγισης που επιχείρησε υπεραισιόδοξα ο Βενιζέλος το 1928-30, θυσιάστηκε η μέχρι τότε πολιτική και πολλά ερείσματά της, όπως οι Παλαιομουσουλμάνοι. Αναβαθμίστηκε επιπλέον το μέχρι τότε προξενικό γραφείο της Κομοτηνής σε κανονικό τουρκικό προξενείο. Εκ μέρους της Ελλάδας, δεν μπορούσε να υπάρξει επισημότερη παραδοχή ότι η Τουρκία δικαιούται να ενδιαφέρεται για ομοεθνείς της (και όχι βέβαια για «ομόθρησκους»). Αν επρόκειτο μόνο για ομόθρησκους, γιατί να μην έχει προξενείο και η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, η Συρία, το Μαρόκο κ.ο.κ.;

Από τη στιγμή εκείνη είχε πλέον δρομολογηθεί ανεπιστρεπτί η σταδιακή μετατροπή του μουσουλμανικού πληθυσμού σε κανονική εθνική μειονότητα, με την προσχώρηση όχι μόνο Τούρκων αλλά, στη συνέχεια, και Πομάκων στον τουρκικό εθνικισμό.

Μετά τον πόλεμο, η ανανέωση της ελληνοτουρκικής συμμαχίας, πρώτα με την κοινή υπαγωγή Ελλάδας και Τουρκίας στο Δόγμα Τρούμαν το 1947 και τελικά με την κοινή είσοδό τους στο ΝΑΤΟ το 1952, οδήγησε σε μονομερείς ελληνικές παραχωρήσεις, που ακύρωσαν μονομιάς τριάντα χρόνια κρατικής πολιτικής και υπονόμευσαν ανεπανόρθωτα την επανάληψή της σε μεταγενέστερη εποχή. 

Στη μειονότητα, που μέχρι τότε είχε μόνο δημοτικά σχολεία, προσφέρθηκε το 1952 το πρώτο εξατάξιο γυμνάσιό της, που πήρε το όνομα του τότε προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας Τζελάλ Μπαγιάρ. Το εγκαινίασε μάλιστα ο ίδιος, πλάι στον βασιλέα Παύλο, ενώ κυμάτιζαν δίπλα-δίπλα οι δύο σημαίες.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1954, έπειτα από σχετικό διάβημα του Τούρκου πρεσβευτή, δόθηκε διαταγή από τον πρωθυπουργό Αλ. Παπάγο (που διαβιβάστηκε στις τοπικές αρχές από τον Γενικό Διοικητή Θράκης Γ. Φεσσόπουλο) «όπως εφ? εξής εις πάσαν περίπτωσιν γίνεται χρήσις του όρου “Τούρκος-Τουρκικός” αντί του τοιούτου “Μουσουλμάνος-Μουσουλμανικός”...» Ακολούθησε η υποχρεωτική μετονομασία κάθε «Μουσουλμανικού» σχολείου και οργανισμού της ελληνικής Θράκης σε «Τουρκικό», με αντικατάσταση ή διόρθωση όλων των επιγραφών. Σε τέτοια ζητήματα, είναι φανερό ότι δεν υπάρχει επιστροφή, ούτε διαγραφή.

Ακολούθησαν τα γεγονότα του 1955 και του 1964 που εξαφάνισαν σχεδόν την ελληνική μειονότητα της Πόλης. Αντίθετα, όσα μέτρα έλαβε το ελληνικό κράτος σε βάρος της δικής του μειονότητας δεν έφεραν ισοδύναμο αποτέλεσμα. Σήμερα πια, η παρουσία μίας τουρκικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη (που περιλαμβάνει τη μεγάλη πλειονότητα των εκεί μουσουλμάνων), με την απροκάλυπτη ανάμιξη της γειτονικής Τουρκίας, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για την ασφάλεια, αν όχι και την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, αυτή είναι η ύστατη συνέπεια της εξαίρεσης από την υποχρεωτική ανταλλαγή του 1923.


ΣΗΜ: Για περισσότερα, βλ. τα βιβλία μου Stillborn Republic, που κυκλοφόρησε το 1983, και Μετά το 1922, που κυκλοφόρησε το 2017.

Πηγή: www.kreport.gr