Οι πρόσφατες δικογραφίες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ δείχνουν πως το γνωστό «κομματικό κράτος» έχει πάρει πλέον τις διαστάσεις μιας εκτεταμένης πελατειακής πατρωνίας. Από την άλλη μεριά, η εξέλιξη της υπόθεσης των «υποκλοπών» φανερώνει πως, στο όνομα της «εθνικής (;) ασφάλειας», η κυβερνητική μίσθωση ενός κατασκοπευτικού λογισμικού οδήγησε στη συστηματική υποβάθμιση και χειραγώγηση των δικαστικών θεσμών. Τέλος, η αλαζονική συμπεριφορά ορισμένων κυβερνητικών στελεχών απέναντι στους συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών εγείρει αμφιβολίες για την πλήρη διαλεύκανση των αιτιών του δυστυχήματος. Κατά κάποιο τρόπο, και οι τρεις υποθέσεις επηρεάζουν την ίδια τη λειτουργία της Βουλής αλλά και την ποιότητα της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Τα έδρανα της Βουλής έχουν αντικατασταθεί από τα έδρανα των δικαστηρίων. Όσοι και όσες θεώρησαν πως στις προηγούμενες εκλογές (2023) αυτές οι υποθέσεις «έκλεισαν», μάλλον έπεσαν έξω.
Η ψηφιακή «Ελλάδα 2.0» κουβαλάει το παλαιό «αναλογικό» παρελθόν της. Παρ’ όλο που η κυβέρνηση βιάστηκε να επικαλεστεί τις υπαρκτές διαχρονικές παθογένειες, επί των ημερών της το «βαθύ κομματικό κράτος» αξιοποίησε πλήρως τα κενά της πληροφορίας. Η καθυστερημένη ψηφιοποίηση του Κτηματολογίου και η έλλειψη σύνδεσης αυτών των στοιχείων με τα ατομικά Ε9 οδήγησαν σε εικονικές «χορτολιβαδικές εκτάσεις», σε επινοημένα κοπάδια και σε κατάχρηση των ευρωπαϊκών πόρων. Στις επόμενες εκλογές, το αφήγημα του «επιτελικού κράτους» θα έχει καταρρεύσει, ενώ, η περίφημη «κανονικότητα» θα είναι μια λησμονημένη λέξη. Παράλληλα, όμως, αρχίζει να διαφαίνεται ένα εξίσου ανησυχητικό φαινόμενο, που ίσως επηρεάσει τους συσχετισμούς των επόμενων εκλογών. Τα σκάνδαλα, τα παρακρατικά δίκτυα και οι περιστασιακές κυβερνητικές «αντιδικίες» με τους γονείς των θυμάτων ενδέχεται να διαμορφώσουν ένα μείγμα γενικευμένης καχυποψίας και λαϊκιστικής στροφής προς τον «αντισυστημικό ηθικισμό». Αυτός ο ηθικισμός, που συνήθως ταυτίζει τα «ταπεινά κίνητρα» των πολιτικών με τα ατομικά ή τα κομματικά οφέλη, δεν έχει καμία σχέση με «δημόσια ηθικότητα» και με την έννοια της «ανάληψης ευθύνης». Αν επικρατήσει, επομένως, το απλουστευτικό εκλογικό δίπολο («αδιάφθοροι vs διεφθαρμένοι») θα χαθεί η ευκαιρία να συζητηθεί με πολιτικούς όρους το πραγματικό πρόβλημα του κράτους.
Από την άλλη μεριά, στο πρόσφατο μήνυμά του, ο πρωθυπουργός είπε πως πρέπει να «στερήσουμε από το ρουσφέτι το πολιτικό του οξυγόνο», θεωρώντας πως η λύση του προβλήματος βρίσκεται στην επέκταση της ψηφιακής διακυβέρνησης. Έως ένα βαθμό, αυτό είναι σωστό αλλά δεν είναι αρκετό. Όπως έδειξε άλλωστε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕ, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, η αλλοίωση των στοιχείων έγινε «χειροκίνητα» και «τηλεφωνικά», κατόπιν πιέσεων τοπικών παραγόντων, βουλευτικών γραφείων και συνδικαλιστών. Με άλλα λόγια, αν σκεφτούμε τι είναι αυτό που συνδέει τα βοσκοτόπια του ΟΠΕΚΕΠΕ με τα καρτέλ της αισχροκέρδειας και την ανεκτέλεστη σύμβαση τηλεχειρισμού στα τρένα με το predator, θα καταλάβουμε πως αυτό που έχει συμβεί είναι η υποκατάσταση του δημόσιου συμφέροντος από τα ιδιωτικά συμφέροντα. Το κράτος «υποχωρεί» μεταφέροντας τον ρυθμιστικό ρόλο του σε «ημέτερους», οι οποίοι είτε με τη μορφή των «επιχορηγήσεων» είτε με τη μορφή «υποδομών» αποκτούν υψηλά ποσοστά κέρδους με ελάχιστο οικονομικό ρίσκο. Παράλληλα, η κοινωνία εκπαιδεύεται να ζει μέσα σε ένα πολύπλοκο σύστημα εξαρτήσεων, στο οποίο η κομματική παρέμβαση είναι ο κεντρικός μοχλός για τη διαχείριση των δημόσιων αγαθών. Πρόκειται για ένα είδος «περίφραξης» και «διάβρωσης» των συμφερόντων, που εμποδίζει τους πολίτες να γίνουν «κοινωνοί των κοινών».1 Είναι, επίσης, μια οργανωμένη απάτη σε βάρος των φορολογουμένων, η οποία μετατρέπει τα κρατικά εργαλεία αποδοτικότητας και ανάπτυξης είτε σε ιδιωτικό κεφάλαιο («μίζες») είτε σε «μαύρο πολιτικό χρήμα» (ψήφοι). Και για να μην ξεχνιόμαστε: τα κακουργήματα δεν είναι ρουσφέτια.
Οι λύσεις, επομένως, δεν πρέπει να επικεντρωθούν ούτε στην «αδιάφθορη» τεχνολογική αναβάθμιση ούτε στην αναζήτηση «αδιάφθορων» πολιτικών. Οι αρετές που ως πολίτες πρέπει να απαιτούμε από τους πολιτικούς δεν βασίζονται στον υποδειγματικό βίο τους ούτε σε κάποιες ευγενείς προθέσεις, αλλά, αντίθετα, συνδέονται με την ίδια τη συγκρότηση και την άσκηση της πολιτικής ως «μέριμνας για τον κόσμο».2 Αν τα κόμματα δεν αποκτήσουν μια νέα πολιτική κουλτούρα για την έννοια του δημόσιου συμφέροντος, καμιά «αδιάφθορη» τεχνητή νοημοσύνη και κανένας «αδιάφθορος» πολιτικός δεν θα εμποδίσει την επανάληψη των σκανδάλων. Τα κόμματα, η «κοινωνία των πολιτών» και οι ανεξάρτητες αρχές είναι πυλώνες της δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας. Η «οφθαλμαπάτη της διαφάνειας»3 είναι μια φαντασίωση· ενίοτε επίφοβη. Αντίθετα, η σύνδεση της ιδιότητας του πολίτη, του βουλευτή, του υπουργού με τη δημόσια ορατότητα είναι ίσως μια αφετηρία για την αναδιοργάνωση του κράτους Δικαίου. Όπως έλεγε ο Γκράμσι στη μελέτη του για τον Μακιαβέλι, για να ιδρύσουν ένα νέο τύπο κράτους, τα κόμματα πρέπει να γίνουν (ξανά) πολιτικά. Στην ίδια μελέτη, πάντως, υπενθυμίζει πως πρέπει να περιφρονούμε την «υπεροψία» εκείνων των κομμάτων, που, ενώ εμφανώς εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα, εξακολουθούν να δικαιολογούν την ύπαρξή τους ως δήθεν αυτονόητη. Στον δρόμο για τις εκλογές, τίποτε δεν θα είναι αυτονόητο από εδώ και πέρα
1 David Bollier, Κοινά. Μια σύντομη εισαγωγή, μτφρ. Γιώργος Θεοχάρης, επιστημ. επιμ. Γιώργος Παπανικολάου, επίμετρο Ανδρέας Καριτζης, Angelus Novus, Αθήνα, 2016, σ. 88.
2 Μυριάμ Ρεβώ ντ’ Αλλόν, Πρέπει η πολιτική να γίνει ηθική; Μτφρ. Νίκος Ζαρταμόπουλος, Εστία, Αθήνα, 2004, σ. 15.
3 Στο ίδιο, σ. 48.